Στις 28 Σεπτεμβρίου το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, το οποίο εδρεύει στο Νταβός, δημοσίευσε την «Έκθεση ανταγωνιστικότητας 2016-2017«. Σ’ αυτήν την έκθεση αναλύονται και βαθμολογούνται οι οικονομίες 138 χωρών, με σκοπό να καταδειχθούν τα προβλήματα που εμποδίζουν την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους. Η χώρα μας κατατάσσεται 86η, υποχωρώντας κατά πέντε θέσεις σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Ρίχνοντας μια ματιά στα όσα αφορούν την Ελλάδα (σελίδες 190-191 της έκθεσης), διαπιστώνουμε ότι το πρόβλημα της οικονομίας μας οφείλεται κατά 17,6% στην πολιτική αστάθεια. Υψηλή ευθύνη φέρουν επίσης η φορολογία (17,1%), η αναποτελεσματική κυβερνητική γραφειοκρατία (15,6%), η πρόσβαση στην χρηματοδότηση (14%) και η φορολογική νομοθεσία (12,1%) ενώ η κυβερνητική αστάθεια (9,3%) κλείνει την πρώτη εξάδα των σημαντικώτερων «υπεύθυνων». Από τα παρατιθέμενα στοιχεία μπορούμε να βγάλουμε δυο συμπεράσματα:


– Πρώτον, για όλα (πλην της γραφειοκρατίας, βεβαίως) φταίνε -λιγώτερο, περισσότερο ή απόλυτα- τα μνημόνια, δηλαδή οι δανειστές μας. Πολιτική και κυβερνητική αστάθεια δεν θα είχαμε αν δεν είχε διαλυθεί η κοινωνία από την φτώχεια που προκάλεσαν οι μνημονιακές «μεταρρυθμίσεις», φορολογία και φορολογικό πλαίσιο δεν θα είχαν «αγριέψει» αν δεν έπρεπε να βγάζουμε από την μύγα σπλήνα για να ικανοποιήσουμε τις αγορές και η χρηματοδότηση θα συζητιόταν σε άλλη βάση κι όχι μέσα σε ένα περιβάλλον ανέχειας όπου τα λουκέτα πέφτουν βροχηδόν.

– Δεύτερον, δεν καταγράφεται καν το δημόσιο χρέος ως παράγοντας που δημιουργεί προβλήματα στην οικονομία (!). Αυτό ακούγεται εντυπωσιακά παράδοξο αλλά μπορεί να οδηγήσει στο λαθεμένο δευτερεύον συμπέρασμα ότι το χρέος είναι ελεγχόμενο (*), άρα μπορεί να εξυπηρετηθεί. Οπότε, πρέπει να έχει δίκιο ο Σώυμπλε που φωνάζει ότι δεν υπάρχει λόγος να κουρευτεί το χρέος μας.

Καταλαβαίνω (έστω κι αν διαφωνώ πλήρως) όσους ισχυρίζονται ότι αρχιδήμιος της Ελλάδας είναι ο γερμανός υπουργός οικονομικών, όπως καταλαβαίνω και όσους έχουν έτοιμη στο στόμα τους την ένσταση ότι δεν είναι δυνατόν να φταίνε μόνο οι ξένοι για τα χάλια μας και δεν μπορεί εμείς να είμαστε αμέτοχοι σε τούτη την καταστροφή που βιώνουμε. Μα… είπα εγώ κάτι διαφορετικό; Σαφώς, βαραίνουν ευθύνες και τους δικούς μας ώμους. Μόνο που πρέπει να βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους, να πάψουμε να αποδεχόμαστε ύβρεις και κατηγορίες πλήρως ανυπόστατες και να μην αισθανόμαστε ένοχοι για ανύπαρκτα εγκλήματα. Για παράδειγμα:

(α) Κατηγορούμαστε ως τεμπέληδες και ανεπρόκοποι, σε αντίστιξη με τους γερμανούς οι οποίοι προβάλλονται ως εργατικοί. Παραμύθια της Χαλιμάς! Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ δείχνει ότι εμείς δουλεύουμε 39,27 ώρες την εβδομάδα (4οι στον κόσμο) ενώ οι γερμανοί μόλις 26,37 ώρες (36οι στον κόσμο).

(β) Κατηγορούμαστε ως ανεπρόκοποι επειδή δεν μπορέσαμε να μιμηθούμε τους γερμανούς που μέσα σε λίγα χρόνια έχτισαν μια πανίσχυρη οικονομία πάνω στα συντρίμμια τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τρίχες! Οι δυτικογερμανικές υποδομές (οδικό δίκτυο, εργοστάσια κλπ) έπαθαν αμελητέα ζημιά από τους συμμάχους, οι οποίοι φρόντισαν να τις διαφυλάξουν. Κι ενώ η Γερμανία αναστηλωνόταν με την αμέριστη βοήθεια της δύσης, εμείς ξεματώναμε από έναν εμφύλιο που κράτησε τυπικά πέντε χρόνια και ουσιαστικά τριάντα.

(γ) Κατηγορούμαστε ως ανίκανοι να τιθασσεύσουμε τα μακροοικονομικά μας μεγέθη. Έστω ότι είναι έτσι. Όμως, εμείς δεν διαθέτουμε το πανίσχυρο όπλο που είχαν μεταπολεμικά οι γερμανοί: την νομισματική μεταρρύθμιση του 1948, η οποία αντικατέστησε το κατεστραμμένο γερμανικό μάρκο με ένα νέο -πολιτειακής εμπνεύσεως και δημιουργίας- σκληρό μάρκο, του οποίου η σταθερότητα έγινε κράχτης για ντόπιους και ξένους εργάτες. Εμείς πρέπει να κάνουμε όλη την δουλειά με ένα νόμισμα που ρυθμίζεται από άλλους.

(δ) Κατηγορούμαστε ως μπαταχτσήδες, επειδή ισχυριζόμαστε ότι δεν μπορούμε να αποπληρώσουμε το χρέος μας. Μόνο που κατηγορούμαστε από εκείνους των οποίων το χρέος κουρεύτηκε από τους «συμμάχους» κατά 50% στην διάσκεψη του Λονδίνου το 1953. Κι όχι μόνο τους κούρεψαν το χρέος αλλά τους έδωσαν και την δυνατότητα να πληρώνουν όσα θέλουν, ανάλογα με την πορεία τής οικονομίας τους.

Θα μου πείτε ότι όλα αυτά είναι καλά αλλά δεν συνιστούν απάντηση στο ερώτημα: εμείς πού φταίμε; Κατ’ αρχάς, φταίμε επειδή υιοθετούμε τα παραπάνω παραμύθια και αποδεχόμαστε την ενοχή μας για τις παραπάνω -και πολύ περισσότερες- ανυπόστατες κατηγορίες. Κυρίως, όμως, φταίμε επειδή επί χρόνια και χρόνια μάθαμε να εμπιστευόμαστε την τύχη μας σε δραγουμάνους που δεν έχουν σχέση με μας. Αλήθεια, πώς περιμένεις να δεις άσπρη μέρα όταν…

– … περιμένεις να λύσουν το συνταξιοδοτικό σου πρόβλημα κάποιοι που ποτέ δεν τους απασχόλησε και δεν πρόκειται ποτέ να τους απασχολήσει αυτό το πρόβλημα;

– … περιμένεις να διαμορφώσουν συνθήκες μόρφωσης των παιδιών σου κάποιοι που έχουν την άνεση να στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά κολλέγια και ακριβά πανεπιστήμια;

– … περιμένεις να νοιαστούν για την περίθαλψη και την υγεία σου κάποιοι που θεωρούν δεδομένο πως θα πεταχτούν μέχρι το Λονδίνο ή την Νέα Υόρκη μόλις φταρνιστούν;

– … περιμένεις να ρυθμίσουν τις δημόσιες συγκοινωνίες κάποιοι που ποτέ στην ζωή τους δεν έχουν στηθεί σε στάση λεωφορείου;

– … περιμένεις να νοιαστούν για τα νησιά τής άγονης γραμμής κάποιοι που ποτέ δεν έχουν επιβιβαστεί σε σαπιοκάραβο για να κάνουν το δρομολόγιο Πειραιάς-Μιτυλήνη σε 12 ώρες;

– … περιμένεις να λύσουν το πρόβλημα της ανεργίας κάποιοι που δεν ξέρουν τι σημαίνει να στήνεσαι στις ουρές τού ΟΑΕΔ για να βρεις δουλειά;

– … περιμένεις να δώσουν λύση στα προβλήματα της αγροτιάς κάποιοι που έμαθαν να θεωρούν τους αγρότες ως παράσιτα τρεφόμενα αποκλειστικά με ενισχύσεις και επιδοτήσεις;

– … περιμένεις να πολιτευτούν με εθνική περηφάνεια και εθνικό «γαμώτο» κάποιοι που απέφυγαν ακόμη κι αυτή την δεδομένη για σένα στρατιωτική θητεία;

Για να το πω με απλά λόγια, φταίμε επειδή δεν κοιτάζουμε την άδεια μας τσέπη και τους ρόζους στα χέρια μας πριν διαλέξουμε ποιους θα εμπιστευτούμε και με ποιους θα συμπαραταχτούμε. Με δυο λέξεις: φταίμε επειδή προδώσαμε την τάξη μας.

——————————————-
(*) Τον όρο «βιώσιμο χρέος» δεν θα τον διαβάσετε ποτέ σε τούτο το ιστολόγιο. Αρκετά πια με όλους όσους ονειρεύονται να κάνουν το χρέος μας «βιώσιμο» ενώ όλοι εμείς θα θέλαμε να πεθάνει και να εξαφανιστεί απόψε, ει δυνατόν!

cogito ergo sum