Το αδιέξοδο με το δημόσιο χρέος

Του Παύλου Δερμενάκη

Το 2010 η χώρα μας χρωστούσε 137 δισ. ευρώ τα οποία, μετά από 3 μνημόνια με ολέθριες συνέπειες για το λαό και την οικονομία, ανήλθαν σε 328 δισ. ευρώ το 2016

Η συζήτηση για το θέμα της ελάφρυνσης ή όχι του χρέους από τους δανειστές καλά κρατεί. Η κυβέρνηση «αγωνίζεται» για την ελάφρυνση, με βοήθειες επί του θέματος από τις ΗΠΑ και το ΔΝΤ, απέναντι στα συνεχή «όχι» της γερμανικής πλευράς ή αλλιώς της γερμανοκρατούμενης Ε.Ε. Πόσο, όμως, έχει νόημα η ελάφρυνση του χρέους που, στην πράξη, σημαίνει απλώς αναδιάρθρωση με επιμήκυνση των πληρωμών, δηλαδή να πληρώσουν το χρέος οι επόμενες γενιές, και κάποιες μικρές βελτιώσεις στα επιτόκια. Η εξέλιξη του χρέους από το 2010 και μετά είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική…

Το ελληνικό δημόσιο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης στις 30/6/2010, τη στιγμή της έναρξης των μνημονίων, ήταν 317 δισ. € και αντιστοιχούσε σε 140,2% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο δημοσίου χρέους του υπουργείου Οικονομικών στις 30/6/2016 το χρέος ήταν 328 δισ. € και αντιστοιχούσε σε 188,5% του ΑΕΠ. Δηλαδή, μετά: α) από 3 μνημόνια που επέφεραν σε βάρος του λαού ένα σωρευτικό ετήσιο σύνολο μέτρων 30 δισ. €, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και β) τη μερική διαγραφή χρέους (το γνωστό ως PSI του 2012) το χρέος βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από εκεί που ξεκίνησε.

Συνεπώς, το σύνολο της πολιτικής που επιβλήθηκε από τους δανειστές και εφάρμοσαν πειθήνια όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις, όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα αλλά το επιδείνωσε. Εκτός, όμως, από την επιδείνωση του χρέους οι συνολικές συνέπειες στο λαό και την οικονομία είναι ολέθριες: Μείωση του ΑΕΠ κατά 30%, μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος για το λαό κατά 40%, ενώ ακόμα δεν έχουμε δει τον «πάτο του βαρελιού».

Οι ζημιές από το PSI

Να σημειώσουμε ότι το λεγόμενο PSI, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζονταν τότε κυβέρνηση και δανειστές, επέφερε μείωση του χρέους κατά 105 δισ. €. Στην πράξη αυτό που έγινε ήταν ένα μικρό όφελος της τάξης των 30 δισ. €, ενώ παράλληλα α) μηδενίστηκαν τα κεφάλαια των τραπεζών, τις οποίες πλήρωσε ο λαός με την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των 40,2 δισ. € που καταγράφηκαν στο χρέος, β) οι οργανισμοί κοινωνικοί ασφάλισης έχασαν περί τα 15 δισ. € και γ) εξανεμίστηκαν οι επενδύσεις των μικρο-ομολογιούχων.

Με βάση τα παραπάνω δεν χρειάζεται κάποιος να είναι γνώστης της οικονομικής επιστήμης για να κατανοήσει αυτό που αρκετοί φωνάζουμε από την αρχή της κρίσης, ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο και συνεπώς μόνη λύση είναι η διαγραφή του. Και όμως με αυτό το ιστορικό, μέτρων και εξέλιξης του χρέους, η κυβέρνηση ζητά απλά την ελάφρυνση του για να γίνει βιώσιμο, έχοντας ξεχάσει τα όσα έλεγε ως αντιπολίτευση περί «διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους». Άκρατος καιροσκοπισμός την υπηρεσία της επικοινωνιακής προπαγάνδας.

Επιμήκυνση με σταθερά επιτόκια

Εμβαθύνοντας, δε, στο τι ετοιμάζουν να μας σερβίρουν ως επιτυχία, αν αυτό επιτευχθεί μέχρι το τέλος του έτους, προκύπτουν τα ακόλουθα βραχυπρόθεσμα μέτρα που βασίζονται στις αποφάσεις του Eurogroup της 24/5/2016: α) Μικρή επιμήκυνση της αποπληρωμής των δανείων κατά 4,5 χρόνια (από 28 σε 32,5) με τη μεταφορά στα τελευταία 4,5 έτη κάποιων μεγάλων δόσεων στην ενδιάμεση περίοδο. β) Με την αξιοποίηση παραγώγων που θα εκδόσει ο ESM θα διασφαλιστούν τα επιτόκια (hedging) σε όλη τη διάρκεια του δανείου της Ελλάδας από τον ESM και θα παραμείνουν σταθερά αντί για κυμαινόμενα. γ) Βελτιώσεις στην αυξημένη για το 2017 δαπάνη τόκων.

Μεσοπρόθεσμα (μετά το τέλος Αυγούστου 2018), προβλέπεται η δυνατότητα να αξιοποιηθούν τα κέρδη, από το 2017 και μετά, από τα ελληνικά ομόλογα που θα κατέχουν η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες, για τη μερική αποπληρωμή δανείων εκτός του ESM. Να σημειώσουμε εδώ, ότι τα κέρδη αυτά ενώ έπρεπε να αποδίδονται στη χώρα, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του 2012, παρακρατήθηκαν τα τελευταία 3 χρόνια.

Η κυβέρνηση Τσίπρα, στο πλαίσιο του κλεισίματος της πρώτης αξιολόγησης με κάθε κόστος, συμφώνησε α) στη μη επιστροφή τους στην Ελλάδα, χαρίζοντας στους δανειστές 8 δις. € που έπρεπε ήδη να έχουν αποδοθεί στη χώρα, β) ομοίως τους χάρισε τα αντίστοιχα κέρδη μέχρι το τέλος 2016, και γ) τα σχετικά κέρδη από το 2017 και μετά να μεταφερθούν σε ειδικό αποθεματικό με την «προσδοκία να εφαρμοστεί πιθανή δέσμη μέτρων μετά την επιτυχή εφαρμογή» του τρίτου μνημονίου για «να μειωθούν οι μελλοντικές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες» της χώρας. Και όλα αυτά μετά την «επικαιροποιημένη ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους από τους θεσμούς, στο τέλος του προγράμματος» (Αύγουστος 2018). Δηλαδή συμφώνησε για τη χρήση τους, μόνο για τα κέρδη από το 2017 και μετά, σε μια αμφίβολη διαδικασία όσον αφορά τα ενδεχόμενα οφέλη της χώρας.

Τεχνάσματα αντί πολιτικού χρόνου

Όπως είναι φυσικό, με τα μέτρα αυτά το χρέος δεν γίνεται βιώσιμο. Απλώς κάποιοι, σε Ελλάδα και Ε.Ε., προσπαθούν να κερδίσουν πολιτικό χρόνο με τη χρήση τεχνασμάτων. Όμως ακόμα και αυτά είναι αμφίβολο αν θα μπορέσουν να επιτευχθούν, καθώς υπάρχουν αρκετοί αστάθμητοι παράγοντες όπως π.χ. η αναμενόμενη αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων και οι επιπτώσεις τους που μπορεί να δημιουργήσουν σημαντικά προβλήματα στο hedging από τον ESM.

Και μετά από όλα αυτά, στο βάθος… υπάρχει η γερμανική «πρόταση» όπως την περιέγραψε πρόσφατα η Süddeutsche Zeitung. Όταν θα «αδειάσουν τα ταμεία στην Ελλάδα» τότε «η Γερμανία και οι άλλες χώρες του ευρώ θα βρεθούν ενώπιον του προβλήματος, αν θα χαρίσουν τα ελληνικά χρέη πολλών δισ. ευρώ». Όμως «αυτό εξαρτάται από τα ελληνικά ανταλλάγματα» και ένα από αυτά, όπως το έχει περιγράψει ήδη από το καλοκαίρι 2015 ο κ. Σόιμπλε, είναι η αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ. Συνεπώς θα ξαναβρεθούμε εκεί που ξεκινήσαμε με τα μνημόνια, με μία δεκαετία χαμένη, με ολοσχερώς κατεστραμμένη τη χώρα και πάμπτωχο το λαό, ενώ τα βασικά περιουσιακά στοιχεία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα θα έχουν περάσει στα χέρια των ξένων.

Δρόμος της Αριστεράς