Η αξιολόγηση στη συχνότητα… του ΣτΕ

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Απροσδιόριστες, αλλά αναπόφευκτες οι παρενέργειες της βαριάς ήττας στις σχέσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές – Οι πρώτες ενδείξεις και η τύχη της «τεχνικής λύσης» για το χρέος

Μπορεί για τους εκπροσώπους των δανειστών το θέμα των τηλεοπτικών αδειών να είναι μάλλον αδιάφορο, ωστόσο τους είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι πολιτικές παρενέργειες της απόφασης του ΣτΕ να ακυρώσει τον νόμο Παππά. Κι ο βασικός λόγος του αναπόφευκτου σκεπτικισμού που θα προκαλέσει στο κουαρτέτο η εξέλιξη είναι η σαφής αποδυνάμωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ από μια πολιτική και θεσμική ήττα σε ένα πεδίο που η ίδια επέλεξε να κάνει μείζονα αντιπερισπασμό στην κατά τα λοιπά υποδειγματική μνημονιακή νομιμοφροσύνη της.

Το σκηνικό θυμίζει επικίνδυνα το αντίστοιχο που είχε δημιουργηθεί από τον Ιούνιο του 2013 και μετά με την κυβέρνηση Σαμαρά, όταν αυτή επέλεξε ως πεδίο επίδειξης πυγμής το κλείσιμο της ΕΡΤ. Παρότι το δεύτερο Μνημόνιο ήταν «on track», κατά την αργκό των δανειστών, και φιλοτεχνούνταν μεθοδικά το success story με κορύφωση την επιτυχή πιλοτική έξοδο στις αγορές τον Απρίλιο του 2014, η δημοσκοπική κατάρρευση των κομμάτων της τότε συγκυβέρνησης ήταν ασυγκράτητη, στις ευρωεκλογές σημειώθηκε η πρώτη μεγάλη της ήττα και από το σημείο εκείνο έγινε φανερό ότι οι δανειστές αποστασιοποιήθηκαν από τη φιλική τους κυβέρνηση, αφήνοντας τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους.

Η Κομισιόν κοντά στο ΔΝΤ για τα εργασιακά

Παρότι η ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου, όπως έχει αποσαφηνίσει η Κομισιόν επανειλημμένα, είναι εθνική αρμοδιότητα, η επίσκεψη του αρμόδιου Γερμανού επιτρόπου Γκίντερ Έντιγκερ τη Δευτέρα στην Αθήνα ίσως δώσει μια γεύση για το πώς το ευρωπαϊκό «Ιερατείο» φιλτράρει τις πολιτικές παρενέργειες της απόφασης του ΣτΕ.

Ο πρώτος κύκλος επαφών για τη δεύτερη αξιολόγηση, ιδιαίτερα στο ακανθώδες πεδίο των εργασιακών, δεν έδωσε σαφείς ενδείξεις για τις προθέσεις των δανειστών. Ωστόσο, η απάντηση που έδωσε η επίτροπος Απασχόλησης Μαριάν Τίσεν σε ερώτηση του ευρωβουλευτή Δημήτρη Παπαδημούλη είναι ενδεικτική της προσέγγισης της Κομισιόν στις θέσεις του «ακραίου» (κατά τον υπουργό Εργασίας) ΔΝΤ. Η κ. Τίσεν υπερασπίζεται την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων από τα δυο πρώτα μνημόνια, αναφέροντας ότι «η ευελιξία αυξήθηκε, με αποτέλεσμα να βελτιωθεί η ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και να διατηρούν τις θέσεις εργασίας». Κατά την επίτροπο οι αλλαγές έγιναν ώστε «οι συλλογικές διαπραγματεύσεις να προσεγγίζουν περισσότερο το επίπεδο των επιχειρήσεων. Υπό αυτήν την έννοια, δεν είναι ορθό να υποστηρίζεται ότι η ελευθερία των συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει ουσιαστικά καταργηθεί στην Ελλάδα». Η απάντηση αποτελεί μια αρκετά καθαρή προειδοποίηση ότι η Κομισιόν δεν θα συναινέσει σε επιστροφή στο προ μνημονίων πλαίσιο εργασιακών σχέσεων. Σαφέστερες ενδείξεις για τα περιθώρια συμβιβασμού στα εργασιακά και στα υπόλοιπα κεφάλαια της δεύτερης αξιολόγησης θα υπάρξουν από τις 14 Νοέμβρη, οπότε οι επικεφαλής του κουαρτέτου επιστρέφουν στην Αθήνα.

Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για ολοκλήρωση πάση θυσία της δεύτερης αξιολόγησης μέχρι το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου αναμφίβολα επηρεάζεται από την απόφαση του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες, όχι μόνο λόγω της απώλειας των προϋπολογισμένων 255 εκατ. ευρώ από τα τιμήματα των υπερθεματιστών, αλλά κυρίως λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας που προκαλεί. Και μόνο το γεγονός ότι επικρέμαται ένας ηχηρά προαναγγελθής ανασχηματισμός, που ίσως καθίσταται αναγκαίος ως κίνηση απόκρουσης των πιέσεων της αντιπολίτευσης για παραιτήσεις ή εκλογές, προκαλεί αδράνειες, αρρυθμίες ή προσωπικές στρατηγικές στα κυβερνητικά στελέχη.

Χαρακτηριστική η αποτίμηση ως «πολιτικής επιτυχίας» από τον «στοχοποιημένο» υπουργό Ενέργειας Π. Σκουρλέτη της πώλησης του 24% του ΑΔΜΗΕ στην κινεζική State Grid, έναντι 320 εκατ. ευρώ. Η θριαμβολογία για την «επιτυχία» αυτή, που παρακάμπτει την αρχική μνημονιακή πρόβλεψη για πώληση του 66%, αποκρύπτει την ταυτόχρονη παράδοση της ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ στους ιδιώτες: στην πρώτη δημοπρασία ΝΟΜΕ η ΔΕΗ υποχρεώθηκε να πουλήσει σε 11 ιδιώτες 4 εκατ. μεγαβατώρες σε τιμές κάτω του κόστους παραγωγής, εγγράφοντας ζημίες. Έτσι, η ΔΕΗ υποχρεώνεται να πληρώνει με ζημίες εκατοντάδων εκατομμυρίων την υποτιθέμενη αποφυγή ιδιωτικοποίησής της μέχρι και το 2020, οπότε θα πρέπει να έχει χαρίσει στους ιδιώτες το 50% του μεριδίου της στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο Ομπάμα και η «τεχνική λύση» για το χρέος

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, για να σταθεροποιήσει τον αρχικό της σχεδιασμό που περιλαμβάνει κλείσιμο αξιολόγησης – συμφωνία για το χρέος – ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση, επενδύει πολλά στη επίσκεψη Ομπάμα στην Αθήνα, στις 15 Νοέμβρη. Μια και η αποχαιρετιστήρια περιοδεία του απερχόμενου Αμερικανού προέδρου στην Ευρώπη προβλέπει μόνο δυο σταθμούς, την Αθήνα και το Βερολίνο, καλλιεργείται η προσδοκία ότι κοινό στοιχείο των συνομιλιών που θα έχει στις δυο πρωτεύουσες θα είναι το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους. Πόσο διατεθειμένος είναι να ασκήσει αποτελεσματική πίεση στη γερμανική ηγεσία, δεν είναι σαφές.

Πάντως, στον μέχρι στιγμής σχεδιασμό των Ευρωπαίων δανειστών για το χρέος έχει μπεί στο τραπέζι ένα σενάριο σιωπηρής μίνι αναδιάρθρωσης που δεν θα υποχρεώνει τη γερμανική κυβέρνηση να απολογείται προεκλογικά στους εκ δεξιών αντιπάλους της για «γενναιοδωρία στους τεμπέληδες Έλληνες». Το σενάριο αυτό φωτογράφησε εμμέσως ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας να εκταμιεύσει τα 2,8 δισ. της πρώτης αξιολόγησης. Ο κ. Ρέγκλινγκ, για δεύτερη φορά σε λίγες μέρες, εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι η Ελλάδα θα μπορεί να βγει στις αγορές το 2017, υπό τον όρο της αυστηρής τήρησης του Μνημονίου. Επειδή αυτός ο όρος, όμως, κάθε άλλο παρά πείθει τις αγορές, ο ESM επεξεργάζεται σχέδιο ελάφρυνσης μέρους των παλαιών δανείων του EFSF προς την Ελλάδα που κατέχουν σήμερα οι ελληνικές τράπεζες, με αντικατάστασή τους με νέα ομόλογα, μεγαλύτερης διάρκειας και σταθερού επιτοκίου, περί το 1%.

Αυτή η αναδιάρθρωση θεωρείται «σιωπηρή», διότι δεν θα χαρακτηριστεί ως αναχρηματοδότηση των ελληνικών δανείων, αλλά ως ανακύκλωση του δανεισμού του ίδιου του ESM από τις αγορές, με εγγύηση φυσικά το τρίτο Μνημόνιο και το υπερταμείο ιδιωτικοποιήσεων. Αν αυτή η «τεχνική λύση» περιοριστεί στα ομόλογα που κατέχουν οι ελληνικές τράπεζες, η μίνι αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους δεν θα αφορά πάνω από 30 δισ. ευρώ. Κι είναι ασαφές αν θα θεωρηθεί επαρκής από την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, ώστε να συντάξουν τις «ανεξάρτητες» εκθέσεις τους για τη βιωσιμότητα του χρέους. Ίσως, όμως, κριθούν επαρκείς από τις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης, ώστε να επιτρέψουν ένα πείραμα εξόδου στις αγορές εντός του 2017, στα πρότυπα της Πορτογαλίας, που προ ημερών γλίτωσε την πιστοληπτική υποβάθμιση, έμεινε στο QE της ΕΚΤ και κατάφερε να δανειστεί από τις αγορές. Αλλά παραμένει υπό προθεσμία και πολιορκία.

Φυσικά, αυτός ο σχεδιασμός είναι ένας οριακός συμβιβασμός ανάμεσα στις εκλογικές ανάγκες της γερμανικής κυβέρνησης και τις πολιτικές ανάγκες των άλλων πόλων εξουσίας στην Ευρωζώνη, όπως η Κομισιόν, η Γαλλία και η Ιταλία, που έχουν κι αυτές μπροστά τους προγραμματισμένες δοκιμασίες κάλπης. Το ερώτημα είναι αν αυτός ο σχεδιασμός θα μείνει ενεργός και μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ με τις τηλεοπτικές άδειες και τις απροσδιόριστες ακόμη παρενέργειές της.

Δρόμος της Αριστεράς