Μνημονιακή κανονικότητα  και «κατάσταση πνευμάτων» |του Τάσου Βαρούνη

του Τάσου Βαρούνη

Στο περασμένο φύλλο καταπιαστήκαμε με ορισμένα ζητήματα σε σχέση με την κοινωνική συνείδηση και την ανάγκη για ένα νέο κοινωνικό πρότυπο. Σε αυτό το σημείωμα, προσπαθούμε να αναγνωρίσουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η κοινωνία, χωρίς βέβαια να αναφερθούμε στα προφανή και τα «αντικειμενικά», δηλαδή το ζόρισμα και την καταστροφή.

Πώς θα περιγράφαμε συνοπτικά την «κατάσταση πνευμάτων» που κυριαρχεί αυτήν τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία; Έστω, να ανιχνεύσουμε σε χοντρές γραμμές το τι είναι αυτό που δίνει τον τόνο, αυτό που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Μιλώντας πάντα από μια σκοπιά και όχι σαν εταιρεία δημοσκοπήσεων, ούτε εμμένοντας στην ποικιλία στάσεων και συμπεριφορών του καθενός ή και όλων μας. Γιατί αν είναι αναγκαίος ένας «νέος κύκλος αγώνων», αυτός δε θα προκύψει σε κενό διαθέσεων, αντιλήψεων, πεποιθήσεων, όσο ρευστές και ευμετάβλητες κι αν είναι σήμερα αυτές. Μερικές σκέψεις:

Πρώτον. Το μνημονιακό καθεστώς τείνει να μετατραπεί σε μια κανονικότητα. Δεν νιώθουμε πια ότι ζούμε σε μια πρόσκαιρη κατάσταση, ένα διάλειμμα, σ’ έναν εφιάλτη ή και σε κάτι προς άμεση ανατροπή ή ξεπέρασμα. Κινδυνεύουμε να εθιστούμε σε αυτό το περιβάλλον. Η ζωή μας, οι ανάγκες, η καθημερινότητά μας προσαρμόστηκε σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες μα ταυτόχρονα παγιδεύτηκε και το μυαλό μας σε αυτό το πλαίσιο που με τον καιρό –και όχι μόνο- μοιάζει «φυσιολογικό». Μα κι επιπλέον, είναι διάχυτη η σκέψη και η αίσθηση ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν. Πίσω από το «όλοι μαζί θα/ας προσπαθήσουμε» κρύβεται συχνά το «όλοι μαζί θα βουλιάξουμε». Δεν είναι ωστόσο μια ολοκληρωτική παραίτηση ή ένας συμβιβασμός με την κακιά τη μοίρα μας. Είναι περισσότερο μια προσωρινή αδυναμία να δούμε κάποιο φως στο τούνελ, ίσως και η επίγνωση ότι εμείς πρέπει να το ανάψουμε.

Δεύτερον. Η αγανάκτηση υποχώρησε, τουλάχιστον με τη μορφή μιας πηγαίας έκφρασης και εκδήλωσης που γεννούσε μαζικούς αγώνες και αντιστάσεις. Γιατί κατά τα άλλα η οργή υπάρχει και παρά υπάρχει. Είναι πιο βαθιά, έχει μάλλον και περισσότερους αποδέκτες. Δεν είναι όμως τόσο εκρηκτική. Η κοινωνία βράζει, αλλά προς το παρόν στο ζουμί της. Το ερώτημα «πού βαδίζουμε» μπορεί να κυριαρχεί παντού, δεν συνοδεύεται όμως από εκείνη την πράξη που έδινε γεγονότα μεγάλης κλίμακας ή που ανακάλυπτε, δοκίμαζε, αναμετρούνταν με λύσεις και κυρίως εναλλακτικές πολιτικές. Άλλωστε, οι πιο ζωντανές δυνάμεις αυτού του τόπου φαίνεται να παρακάμπτουν, προς το παρόν, την «κεντρική πολιτική διαδικασία». Ακόμα και το σύνθημα που φωνάχτηκε με πάθος τα περασμένα χρόνια («Μια νύχτα μαγική σαν την Αργεντινή, να δούμε στο ελικόπτερο ποιος θα πρωτομπεί») δεν μπορεί να αποτυπώσει την τωρινή κατάσταση πνευμάτων, ούτε και το χαρακτήρα μιας πιθανής ανατροπής. Αυτά βέβαια αλλάζουν γρήγορα…

Τρίτον. Έχει κερδίσει πόντους ένας σχετικός ρεαλισμός. Σε ένα βαθμό αυτό είναι λογικό. Όταν το κύμα, η ελπίδα, οι εξάρσεις υποχωρούν, πρέπει ο καθένας να οργανώσει κάπως τη ζωή του. Να επιβιώσει. Φαίνεται όμως σαν να διαχωρίστηκε -μερικώς ή συγκυριακά, ελπίζουμε,- αυτή η ανάγκη από την απαίτηση για ριζοσπαστικές αλλαγές. Κυρίως η κατρακύλα του ΣΥΡΙΖΑ, λίγο και η συνθηματολογία («φύκια για μεταξωτές κορδέλες») που δεν μπορεί πια να πείσει κανέναν, οδήγησαν σε πιο πραγματιστικές εκδοχές του «πώς θα τα καταφέρουμε». Ασχέτως του πόση δόση αλήθειας εμπεριείχε το πολιτικάντικο «σκίσιμο του μνημονίου» αυτό δεν επιτεύχθηκε, κι αυτό δεν είναι καθόλου λεπτομέρεια. Όσο βέβαια αυτός ο ρεαλισμός θα βρίσκει τοίχο και αδιέξοδα από την ίδια την πραγματικότητα, τόσο θα γεννιούνται διαρκώς νέες επιλογές και στάσεις.

Τέταρτον. Παρά το ότι έχουμε ξεπεράσει το στάδιο του σοκ από τη ματαίωση της ελπίδας – ΣΥΡΙΖΑ, τα ίδια τα πράγματα δεν επιτρέπουν τη σκέψη να μπει σε στοιχειώδη… κουτάκια. Πράγμα όχι πάντα κακό, αν το άλλο άκρο είναι η σύγχυση. Εμφανίζεται έτσι μια πιο «φυγόκεντρη» συνείδηση. Δεν είναι εύκολο να εστιάσεις κάπου, όλα μοιάζουν βουνό, ναυάγιο και δεν φαίνεται και κάτι στον ορίζοντα για να κρατηθείς. Τόσο τα νέα σύννεφα όπως π.χ. οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και ο πόλεμος στην περιοχή μας, όσο και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε «κάποιους», καθιστούν δύσκολη τη συγκέντρωση σε έναν στόχο, ένα μέτωπο, ένα μονοπάτι. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως αρνητικό. Σε μια πιο αισιόδοξη εκδοχή, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι δεν αναμένονται πια θαύματα και σωτηρίες του τύπου «μια καλύτερη κυβέρνηση που θα μας βγάλει από το πρόβλημα».

Πέμπτο. Η αριστερά παύει να καταγράφεται στη συνείδηση του κόσμου ως μια δύναμη αλλαγής. Η μνημονιακή, καθεστωτική και συστημική «πρώτη και δεύτερη φορά αριστερά» _ κάθε επίθετο έχει τη σημασία του _ ξεφτίλισε τα πάντα. Ακόμα και μια ιστορική παρακαταθήκη _ εν πολλοίς «τρώμε από τα έτοιμα» _ ότι η αριστερά είναι πήξε-δείξε αλλά τουλάχιστον «δεν είναι σαν τους άλλους, έχει αξίες, βασίζεται σε ιδέες, θέλει έναν καλύτερο κόσμο» κ.ο.κ. μάς τέλειωσε. Από σύμβολο _πιθανά και γραφικό σε ένα συλλογικό φαντασιακό _ μέχρι πραγματικός φορέας αλλαγής και διεξόδου μετατρέπεται τώρα σε δύναμη καταστροφής της χώρας, όχι απλά υποτακτική αλλά και αδίστακτη, ίδια και χειρότερη από τους «προηγούμενους». Οι αγώνες που θα ξεσπάσουν θα στρέφονται ενάντιά της, πράγμα απολύτως λογικό, αναμενόμενο αλλά και δίκαιο. Οφείλουμε λοιπόν να αναγνωρίσουμε αυτό το νέο ιδεολογικό φόντο. Το γεγονός ότι στο πολιτικό φάσμα δεν υπάρχει πια ένα ριζοσπαστικό κομμάτι στ’ αριστερά του αλλά μια απολύτως συστημική δύναμη. Ακόμα κι αν _ καλύτερα εξ’ αιτίας του ότι _ ο κεντροαριστερός άξονας της πολιτικής ζωής της χώρας επιβάλει πολλά: «αριστεροδέξιες» κινήσεις και μπόλικη «προοδευτική» ρητορική. Έτσι, αν κάποιας μορφής αριστερά εισβάλλει ξανά και με μαζικό τρόπο στο πολιτικό πεδίο, αυτό θα σχετίζεται με τη συμβολή της στη διέξοδο της χώρας και ελάχιστα με το «όνομά» της.

Αν οι παραπάνω διαπιστώσεις ισχύουν σε κάποιο βαθμό, τότε η όποια πολιτική πρόταση οφείλει να τις λαμβάνει σοβαρά υπόψη της. Τουλάχιστον για όσους θεωρούν ότι τα πράγματα θα κριθούν από τη συμπεριφορά, τη στάση, τις ενέργειες των «πολλών» και όχι από κάποιες έδρες, αντιπαραθέσεις, αντιπολιτεύσεις και λογύδρια στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι.

Δρόμος της Αριστεράς