by To Skouliki Tom

Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες λόγω υποχρεώσεων, την Κυριακή που μας πέρασε, κατάφερα επιτέλους να βρεθώ σε μια από τις προβολές του ντοκιμαντέρ της Angelique Kourounis σε παραγωγή της OmniaTV με τίτλο «Χρυσή Αυγή: Προσωπική Υπόθεση». Φαντάζομαι θα το ξέρετε όλοι.

Η ελληνική γλώσσα προσφέρει αναρίθμητες λέξεις που θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν τη δουλειά της κας Κουρουνή και των συνεργατών της αλλά θα διαλέξω μόνο μία: καθηλωτικό. Από τα ντοκιμαντέρ που δεν θέλεις να τελειώσουν.

Το ντοκιμαντέρ θίγει αρκετά θέματα που αφορούν στο νεοναζιστικό μόρφωμα αλλά η κα Κουρουνή καταπιάνεται κυρίως με ένα: το μυαλό των ψηφοφόρων και υποστηρικτών της Χρυσής Αυγής.

Και μπαίνει κυριολεκτικά μέσα σε αυτό. Στα σπίτια τους, στα γραφεία τους, στις συγκεντρώσεις τους. Παριστάνοντας τη δημοσιογράφο ξένου μέσου, τους αφήνει να αποκαλύψουν – και το κάνουν με μεγάλη προθυμία μάλιστα – τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται.

Αυτός ο τρόπος σκέψης των χρυσαυγιτών, όπως αποκαλύπτεται στο ντοκιμαντέρ, δημιούργησε και σε μένα κάποιες σκέψεις.

Με έκανε να ξανασκεφτώ την ανοχή της κοινωνίας, η οποία επέτρεψε σε λίγους γραφικούς εγκληματίες να βρεθούν από το 0,29% το 2009 στο 6,97% και με 18 βουλευτικές έδρες το 2012.

Για ποιους λόγους δηλαδή η κοινωνία, στη συντριπτική πλειοψηφία της, έδειξε και εξακολουθεί να δείχνει τόσο μεγάλη ανοχή στο φασίστα της διπλανής πόρτας. Και κατέληξα στα εξής:

Έχει πάψει να μας ενδιαφέρει – ή δεν μας ενδιέφερε ποτέ – η κοινωνική ταυτότητα του άλλου.

Έχουμε σταματήσει να αξιολογούμε τους ανθρώπους κοινωνικά και τους αξιολογούμε μόνο προσωπικά.

Δεν μας νοιάζει αν ο άλλος είναι χρυσαυγίτης, αρκεί να είναι καλό παιδί και να έχει μια τίμια δουλειά.

Αρκεί να κουρεύει το γκαζόν και να είναι καλός οικογενειάρχης, μέχρι να αποκαλυφθεί ότι έχει 15 πτώματα στο υπόγειό του και να πέσουμε όλοι από τα σύννεφα.

Δεν πειράζει αν ο Άδωνις είναι φασίστας και αντικομμουνιστής, αρκεί που έχει κολλήσει ένσημα και ζούσε τόσο χρόνια από το βιβλιοπωλείο, όσο φασιστικά κι αν ήταν τα βιβλία που πουλούσε.

Παρατηρείται παντού μια παντελής έλλειψη κοινωνικής μόρφωσης και αντίληψης της κοινωνικής ευθύνης που φέρουμε ως άτομα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακολουθούμε πιστά το προτεσταντικό δόγμα: κοίτα τη δουλειά σου (mind your own business).

Κοίτα να είσαι εσύ σωστός και άσε τι κάνουν οι άλλοι.

Μια καθαρά καπιταλιστική αξία.

Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι γουστάρει και να πιστεύει σε ό,τι γουστάρει. Εξάλλου, δημοκρατία δεν έχουμε;

Έτσι ερμηνεύει ο περισσότερος κόσμος την πραγματικότητα γύρω του.

Σε αυτό προστίθεται και η γιγάντωση σε σημείο μανίας της πολιτικής κορεκτίλας, που διαστρεβλώνει κάθε υγιή διοχέτευση συναισθημάτων και ψυχικής έκφρασης και αλλοιώνει το αίσθημα διαμαρτυρίας.

Χαλιναγωγεί τις συγκρουσιακές τάσεις με τον πιο άρρωστο τρόπο.

Και φυσικά το χαλινάρι το κρατά η Εξουσία – βλέπε «καταδικάζω τη βία από όπου κι αν προέρχεται».

Το είδαμε πρόσφατα και με τον φασίστα συνωμοσιολόγο Παραολυμπιονίκη από τη Χίο που έπρεπε να μείνει στο απυρόβλητο, μόνο και μόνο επειδή είναι ΑμΕΑ.

Η ίδια ρητορική παρατηρείται και αντίστροφα στο γνωστό «Εμένα δεν με ενοχλούν οι γκέι / μετανάστες / άθεοι κτλ, αρκεί να μην προκαλούν. Εξάλλου έχω πολλούς φίλους γκέι / μετανάστες / άθεους κτλ».

Το νόημα λοιπόν δεν είναι να σκοτώσουμε το δυνάστη – όπως ευαγγελίζεται η Χρυσή Αυγή – για να γίνουμε εμείς δυνάστες στη θέση του.

Το ζήτημα είναι να μην υπάρχει ανάγκη για δυνάστη.

Και να υπάρχει αδιαφορία για τα προσωπικά του άλλου, να μην υπερβαίνει το ενδιαφέρον μας για τα προσωπικά του το ενδιαφέρον που πρέπει να δείχνουμε για τα κοινωνικά του.

Χρειάζεται να είμαστε πιο επιφυλακτικοί αλλά και πιο ανοιχτοί.

Πιο σύνθετη κρίση για όσα συμβαίνουν δίπλα μας και πιο περίπλοκοι συλλογισμοί.

Να μην καταπίνουμε αμάσητα τα πάντα, να μην τυφλωνόμαστε από τις ιδεοληψίες μας, να μην ακολουθούμε πρόθυμα τους ομοϊδεάτες μας, να μην κατακεραυνώνουμε με μανία όποιον δεν συμφωνεί μαζί μας.

Να μην κρεμόμαστε από σάπιες βεβαιότητες και να μην τοποθετούμε συνεχώς τον εαυτό μας στο επίκεντρο της αλήθειας, όσο μεγάλη ανάγκη κι αν το έχουμε για να κρατηθούμε από κάπου, όσο ρευστή κι αν γίνεται η κοινωνία μας.

Να αντισταθούμε στη, σχεδόν έμφυτη, τάση μας να πάρουμε διαρκώς τη θέση του εξουσιαστή.

Αυτά τα λίγα και συγγνώμη για τις γενικολογίες.

the three mooges