Τι πραγματικά συνέβη στην οικία του Ιωάννη Μεταξά τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940; Ο πιτσιρίκος ανοίγει τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις και αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που γιορτάζει την είσοδό της στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – οι υπόλοιπες χώρες γιορτάζουν το τέλος του πολέμου. Βέβαια, αυτό έχει μια λογική εξήγηση: μιας και λέμε σε όλους «ΝΑΙ», γιορτάζουμε τη μια φορά που είπαμε «ΟΧΙ».

Από το ’40 και μετά, κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να μας ρωτήσει – θεωρούν την καταφατική μας απάντηση δεδομένη και κάνουν όλοι ό,τι γουστάρουν.

Η Ελλάδα θυμίζει πόρνη που περιγράφει με περηφάνια στις φίλες της τη μια και μοναδική φορά που αρνήθηκε να εκδοθεί επί χρήμασι.

Για τη σύγχρονη Ελλάδα, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα: θυμίζει πόρνη που πανηγυρίζει τη χυλόπιτα που έριξε η γιαγιά της.

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, στις 3 παρά δέκα, ο Εμανουέλε Γκράτσι, πρεσβευτής της Ιταλίας στην Ελλάδα, πήγε και χτύπησε το κουδούνι της οικίας του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά στην Κηφισιά.

Συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια -αν ξέμενες από κάτι- να βαράς τα κουδούνια των γειτόνων μέσα στην άγρια νύχτα για να σου δώσουν λίγη ζάχαρη ή κάνα κινίνο. Τότε οι άνθρωποι ήταν απλοί και καταδεκτικοί.

Ο Μεταξάς είδε τον Γκράτσι από το ματάκι της πόρτας, κατάλαβε πως δεν ήθελε ζάχαρη και έκανε πως δεν ήταν μέσα – πατούσε μάλιστα με πατάκια στο παρκέ για να μην τον ακούσει ο Ιταλός. Θα βαρεθεί, σου λέει, και θα φύγει.

Ο Γκράτσι, όμως, εκεί, μπάστακας! Κόντεψε να σπάσει την πόρτα με τις γροθιές του και σήκωσε όλη την Κηφισιά στο πόδι – μέχρι τον Βάρσο ακούστηκαν οι γαϊδουροφωνάρες του.

Τι να κάνει κι ο Μεταξάς, στο τέλος του άνοιξε. «Τι χαμπάρια, μάστορα;» του κάνει του Γκράτσι, του οποίου, εν τω μεταξύ, του είχε γυαλίσει το μάτι από την αναμονή, αλλά τον είχε πιάσει και κατούρημα επειδή είχε υπερτροφία του προστάτη – παραλίγο να του φύγουν εν μέσω της σαλόνος.

Αφού έριξε ένα γερό κατούρημα, την τίναξε και τράβηξε το καζανάκι, πάει στον Μεταξά και του λέει πως έχει εντολή να του παραδώσει ένα τελεσίγραφο.

Ο Μεταξάς δεν καταλάβαινε ιταλικά και έκανε την πάπια: «Νον καπίσκο νιέντε σινιόρε Γκράτσι, να σας τρατάρω ένα περγαμόντο;».

Τον πλάκωσε και στα «φόρτσα Γιούβε» μπας και τον καλοπιάσει, αλλά ο Ιταλός ήταν γάτα και το γύρισε στα γαλλικά, που εκείνα τα χρόνια ήταν η γλώσσα της διπλωματίας – μην κοιτάτε σήμερα, αν δεν μιλούσες γαλλικά το ’40, ούτε πόλεμο δεν μπορούσες να κάνεις.

Παίρνει το τελεσίγραφο ο Μεταξάς, το διαβάζει και έγινε η καρδιά του περιβόλι: η ιταλική κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της από τον ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. – δηλαδή, σε τρεις ώρες.

Όπως κάθε δουλοπρεπής Έλληνας, ο Μεταξάς ήταν έτοιμος να πει του Γκράτσι «Περάστε – σαν στο σπίτι σας», αλλά τότε θυμήθηκε πως ήταν μια χρυσή ευκαιρία να ξεπλύνει την ντροπή της οικογένειάς του.

O Μεταξάς είχε δυο κόρες, τη Λουκία και τη Νανά. Η Νανά ήταν υπόδειγμα θυγατέρας δικτάτορα -γαλλικά, πιάνο, παρέλαση και σπίτι-, αλλά η Λουκία ήταν εξώλης και προώλης. Νυμφομανής. Με το βρακί στην τσέπη κυκλοφορούσε. Όλη η Αθήνα υποστήριζε πως την είχε πάρει.

Ο Μεταξάς είχε μάθει τις πομπές της κόρης του και ήταν σε απόγνωση. Στο σπίτι δεν τη φώναζαν πια «Λουκία» αλλά «Λουλού» – προφανώς, επειδή ήταν σουρλουλού. Χαϊδευτικά την έλεγαν «Λουλούκα».

Τα ήθελε και του Μεταξά ο κώλος του πάντως, γιατί δεν μπορείς, κύριε, να είσαι δικτάτορας και «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» και να φωνάζεις τις κόρες σου «Λουλού» και «Νανά» – έτσι λέγονται τα κορίτσια στα μπορντέλα. Πάλι καλά που δεν είχε και τρίτη θυγατέρα – «Λολίτα» θα τη βάφτιζε.

Βέβαια, από την άλλη, ευτυχώς που είχε κόρες – φαντάζεστε να είχε κάνα γιο και να του ‘βγαινε ντιγκιντάνγκας; Θα κατέρρεε η δικτατορία σαν χάρτινος πύργος.

Το μεγάλο πρόβλημα του Μεταξά ήταν πως ήταν κοντός και δεν άρεσε στις γυναίκες, γιατί ανέκαθεν τα θηλυκά προτιμούσαν τους νταγλαράδες. Γι’ αυτό ο καλός Θεούλης του έδωσε κόρες – για να τον τιμωρήσει.

Τούτων δοθέντων, ο Μεταξάς σκέφτηκε πως αν έκανε επιστράτευση και έστελνε όλο τον αντρικό πληθυσμό στα σύνορα, η Λουλού δεν θα έβρισκε πια αρσενικό για να βγάλει τα μάτια της και θα συμμορφωνόταν.

Για μια στιγμή του πέρασε από το μυαλό να της κάνει παρθενορραφή και να την κλείσει σε μοναστήρι, αλλά υπήρχε περίπτωση να το γυρίσει η Λουλού στα λεσβιακά, να τρελάνει στο μπαλαμούτι τις καλόγριες και τότε δεν θα τον ξέπλενε ούτε ο Δούναβης.

Γυρνάει λοιπόν στον Γκράτσι και του λέει με άψογο γαλλικό αξάν: «Alors, c’ est la guerre» (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο).

Τα χάνει ο Γκράτσι -που δεν περίμενε αρνητική απάντηση- και, γοητευμένος από την αρρενωπότητα του Μεταξά, τον ρωτάει με πάθος: «Voulez-vous coucher avec moi ce soir?» (Το πας το τελεσίγραφο;). «ΟΧΙ!» του λέει ο Μεταξάς αποφασιστικά.

Αυτό το «ΟΧΙ» γιορτάζουμε εμείς σήμερα και είναι απόλυτα λογικό – υπήρχε περίπτωση να γιορτάζαμε το «Alors, c’ est la guerre»; Δεν θα κατέβαινε κανείς στην παρέλαση για να μην τον πούνε φλώρο.

Πριν καλά καλά ξημερώσει η 28η Οκτωβρίου, το τι έγινε δεν περιγράφεται. Όλοι οι Έλληνες να πάνε να πολεμήσουν! Στρατόκαυλοι!

Συνέβη και τότε αυτό που συνέβη με τα κινητά πριν από μερικά χρόνια: με το που πήρε ο πρώτος Έλληνας κινητό, την άλλη μέρα είχαν όλοι. Πάσχουμε από μιμητισμό. Ξεκίνησε ένας Έλληνας να πάει στην Ήπειρο να πολεμήσει και τον ακολούθησαν όλοι οι άλλοι.

Οι γυναίκες με το ζόρι έμειναν πίσω. Από τα νεύρα τους που δεν τις άφηναν να πολεμήσουν, πλακώθηκαν κι άρχισαν να πλέκουν κάλτσες για τους φαντάρους μας. Ξέμεινε η χώρα από μαλλί. Μπορεί οι στρατιώτες μας να μην είχαν σώβρακο ν’ αλλάξουν, αλλά είχαν από διακόσια ζευγάρια κάλτσες ο καθένας.

Μέσα σε δεκάξι μέρες δεν υπήρχε Ιταλός ούτε για δείγμα στο ελληνικό έδαφος. Μα κι αυτοί οι Ιταλοί είχαν στείλει στο μέτωπο τη μεραρχία «Τζούλια» – πάλι καλά που δεν έστειλαν και τη μεραρχία «Ορνέλα».

Βέβαια, και οι Ιταλοί δεν είχαν και μεγάλη πρεμούρα να καταλάβουν την Ελλάδα, γιατί ήξεραν πως τότε δεν είχαμε ούτε εσπρέσο ούτε φρεντοτσίνο – μόνο ελληνικό πολλά βαρύ και όχι, και όποιος γουστάρει.

Τους πήραν οι φαντάροι μας στο κυνήγι μέσα στην Αλβανία, κι αυτοί όπου φύγει φύγει. Ήταν και νταβραντισμένοι οι δικοί μας από τη φασολάδα και πέρδονταν συνέχεια. Ενώ οι Ιταλοί με τα μακαρόνια, τι να κλάσουν;

Ακόμα και σήμερα βρομάει η Αλβανία από τα αέρια των φαντάρων μας – γι’ αυτό την εγκαταλείπουν οι Αλβανοί.

Το μεγάλο μας όπλο όμως ήταν η Σοφία Βέμπο, η τραγουδίστρια της νίκης. Πήγαινε η Βέμπο στο μέτωπο, την άκουγαν οι φαντάροι μας και ορμούσαν στους Ιταλούς. Την άκουγαν και οι Ιταλοί και σκιάζονταν.

Βέβαια, κάποια στιγμή «έκλεισε» η φωνή της Βέμπο και βρήκαν την ευκαιρία οι Γερμανοί να μας κάνουν με τα κρεμμυδάκια.

Δεν σκέφτηκε κανένας Έλληνας στρατηγός να αντικαταστήσει τη Βέμπο στην πρώτη γραμμή του μετώπου με τη Μαρία Κάλλας, κι έτσι το μεγάλο μας όπλο έμεινε στην Αθήνα.

Στους Έλληνες άρεσε τόσο πολύ το έπος του ‘40, που με το πού έφυγαν οι Γερμανοί άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Ευτυχώς όμως οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί μάς βοήθησαν να διώξουμε τους κομμουνιστές.

Φαντάζεστε πώς θα ήταν σήμερα η Ελλάδα αν στον εμφύλιο είχαν επικρατήσει οι κομμουνιστές; Κόλαση. Εμείς θα ήμασταν ατομικιστές, αγενείς, φθονεροί και ρουφιάνοι, ενώ η χώρα θα είχε γεμίσει τσιμέντο, θα είχε γίνει ένας απέραντος σκουπιδότοπος και δεν θα υπήρχε ελπίδα από πουθενά γιατί θα είχαμε ξεπουλήσει τα πάντα.

Τι; Έτσι ακριβώς είμαστε; ΑΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!

pitsirikos.net