Χρονογραφημα του Κ.Βάρναλη στο “Ρίζο της Δευτέρας” στις 28/10/1947 για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η βουβή επέτειος.

Γιορτή και λαός.

H 28 του Οχτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον ελληνικό λαό – και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το “αλβανικό έπος”. Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή – να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού.

Το τι νόημα δίνουνε στον όρο “αλβανικό έπος” οι φυγάδες του “έπους” φαίνεται από το νόημα που δίνουνε σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες όπως π.χ “απελευθέρωση”, “ανεξαρτησία”,”δημοκρατία”, “αμερικάνικη βοήθεια”, “πνευματική ελευθερία” κλπ. Το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.

Αλλά το νόημα, που έδινε η 4η Αυγούστου στο “αλβανικό έπος”, μας το εξήγησε τότες με τρόπον επίσημον ο τότε διευθυντής της Ασφαλείας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος, εγκαταλειμμένος από τους “αρχηγούς” του χτύπαε στο μέτωπο και μπροστά και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι αρχηγοί του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού – γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών), αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).

Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του “όχι”, μονάχα για τον τύπο, κοίταε από την πρώτη στιγμή πώς θα έσωζε όχι την “πατρίδα”, παρά το καθεστώς του. Πώς θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του χέρια στα ξένα χέρια,χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού, ούτε τα κέρδη του απ΄αυτόν.

Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήτανε πράξη ανωτέρας βίας παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβιανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στην σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το “αλβανικό έπος”, παρά η “συνθηκολόγηση” και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς κι έσωζε την ελευθερία του, οι σημερινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα “εθνικού πένθους”.

Λοιπόν. Τότες κ’ εμείς οι αριστεροί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι πήραμε στα σοβαρά (όπως κι ο λαός) τον πόλεμο κατά των “βαρβάρων επιδρομέων”. Και γράφαμε πύρινα άρθρα εναντίον τους- εναντίον του “φασισμού”. Μα το είπαμε: ο δικός μας ο φασισμός, τέκνο και ομοίωμα του ιταλικού και του γερμανικού, δεν του καλάρεσε να βρίζουμε το “σύστημα”. Κι ένα βράδυ (χειμώνας ήτανε) μας μαζέψανε στη Γενική Ασφάλεια τους ξεροκέφαλους αριστερούς που χαλούσαμε τη “δουλειά”. Ήτανε (όσο θυμάμαι) ο Καρβούνης, ο Κορδάτος, ο Κορνάρος, ο Πανσέληνος, ο Μέξης, ο Σπ. Θεοδωρόπουλος. Και ξαφνικά για λίγες ώρες μονάχα μας φέρανε ωραίον, κομψόν και γόητα, με ύφος “υπεράνω όλων” μας, τον κ. Καραγάτση. Μα ως το βράδυ τον αφήσανε.

Το άλλο βράδυ μας ξαναπήγανε στη Διεύθυνση της Γεν. Ασφαλείας, όπου μας παρουσιάσανε στον κ. Παξινό. Εκεί πήραμε το “πρώτο βάπτισμά” μας στο νόημα του “αλβανικού έπους”. Ο κ. Διευθυντής, κοφτά και μελετημένα μας είπε να μην κάνουμε τον έξυπνο στα άρθρα μας βρίζοντας το φασισμό (έτσι βρίζαμε έμμεσα και την 4η Αυγούστου. Και σ’ αυτή την άποψη δεν είχε άδικο ο κ. Διευθυντής) και πως δεν φταίει καθόλου ο φασισμός για τον πόλεμο.

Με άλλα λόγια, εννοούσε πως έφταιγε ο ιταλικός λαός που μας μισούσε ή που είχε καταχτητικές βλέψεις, λες κ’ οι λαοί αισθάνονται ή ενεργούνε μοναχοί τους κ’ είναι υπεύθυνοι αυτοί για ό,τι αγαπούνε ή μισούνε και για ό,τι κάνουνε -όπως τα ομαδικά εγκλήματα εναντίον των αμάχων.

Κι αφού μας ενουθέτησε και μας έκανε προσεχτικούς για το μέλλον μάς άφησε “λέυτερους”, δηλ. μας “εδέσμευσε” τη σκέψη και τη γλώσσα. Έπρεπε δηλ. κ’ εμείς να βοηθήσουμε τον ξένο φασισμό να κατεβεί και να θρονιαστεί άνετα στην Ελλάδα δίπλα στο ντόπιο.

Κάτι ανάλογο μου είπε μια μέρα κι ο διευθυντής της εφημερίδας, που εργαζόμουνα τότες. Έγραφα μια ιστορία (επί διόμισυ μήνες) της διαφθοράς και απανθρωπίας των πολιτικών ηθών της Ρώμης από το Σύλλα και πέρα. Η περίσταση και η πεποίθησή μου με κάνανε να χρωματίζω κάπως ζωηρότερα τα πρόσωπα και τα πράγματα και να τα χαρακτηρίζω με τον ίδιο τρόπο – κυρίως την αρπαχτικότητα και τη φιλοχρηματία των ισχυρών της “αιώνιας πόλεως”: Σύλλα, Κράσσου, Οκταβίου, Κικέρωνα, Σενέκα κλπ.

Ο διευθυντής μου λοιπόν με κάλεσε και μου λέγει :

-Είπαμε να βρίζεις τους Ρωμαίους, αλλ’ όχι και τους πλουτοκράτες! Δυστυχώς οι περισσότεροι αναγνώστες μας (της Κηφησιάς) είναι πλουτοκράτες.

-Μα εγώ βρίζω, του απάντησα γελώντας, τους τότε Ρωμαίους πλουτοκράτορες, όχι τους τώρα Έλληνες πλουτοκράτες. Εκείνοι ήταν τέρατα. Οι δικοί μας είναι εντάξει : πατριώτες και καλοί χριστιανοί…

Μ’ άλλα λόγια οι δυο διευθυντές της Ασφαλείας και της αστικής εφημερίδας, θέλανε ο πρώτος να μη βρίζουμε τους εξωτερικούς εχθρούς κι ο δεύτερος τους εσωτερικούς. Ας χάνεται η πατρίδα, αλλ’ όχι το σύστημα. Θέλετε τώρα άλλην εξήγηση του τι σημαίνει γι’ αυτούς ο όρος “αλβανικόν έπος”;

Όταν λοιπόν οι εχθροί του λαού ξηγιούνται με τόση ειλικρίνεια, τότε γιατί ο λαός να μην έχει το δικαίωμα να τους τα λέει κι αυτός από την καλή; Θα πείτε δεν τον αφήνουν. Θα τον αφήσουν! Κι αν τώρα ο λαός τιμά ανεπίσημα αυτήν την επέτειο, θα έρθει η μέρα σύντομα, που θα την γιορτάζει επίσημα κι όπως της αξίζει.


———————————————————————————————

Το παραπάνω χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη δημοσιεύτηκε στο “Ρίζο της Δευτέρας”, το δευτεριάτικο φύλλο του Ριζοσπάστη στις 27 Οκτωβρίου 1947. Θυμίζουμε ότι οι αρχές απαγόρευσαν την έκδοση Ριζοσπάστη στις 18 Οκτώβρη του 1947 , το δευτεριάτικο όμως φύλλο συνέχισε την έκδοσή του ως “εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού- Πολιτική, Οικονομική, Φιλολογική και Σατιρική”, με διευθυντή και υπεύθυνο έκδοσης τον Μανώλη Γλέζο, μέχρι τις 22 Δεκέμβρη του 1947.
Η συνέχιση της έκδοσης του Ριζοσπάστη έστω και μ’ αυτόν το τρόπο, αλλά και η ίδια η προσωπικότητα και ο ηρωισμός του Γλέζου, είχε ενοχλήσει τις εθνικόφρονες φυλλάδες της εποχής, που προσπαθούσαν να συκοφαντήσουν το ΚΚΕ και να υποβαθμίσουν ακόμα και την αποκαθήλωση της σβάστικας από την ακρόπολη από τους Μ. Γλέζο και Λ. Σάντα. Ο ίδιος ο Γλέζος με “επιστολή” του στον Ρίζο, περιγράφει την λυσσαλέα επίθεση της “Εστίας” της εφημερίδας των αδερφών Κύρου:Απάντηση σε σχόλιο της “Εστίας”

Αγαπητέ “Ρίζο της Δευτέρας”

Η κυράτσα του φασισμού σε ένα τελευταίο της σημείωμα για τις σχέσεις μου με τον “Ριζοσπάστη”, διεστραβλώνοντας γκαιμπελικώτατα τα γεγονότα, νομίζει ότι βρήκε το “σημείο” για να χύσει το αντικομμουνιστικό της δηλητήριο.

Δυστυχώς όμως για τους αδ. Κύρου και τα δύο γράμματα του σ. Ν Ζαχαριάδη από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας είναι τόσο πεντακάθαρα για την πολιτική του ΚΚΕ και βρήκαν τέτοια απήχηση στο λαό, ώστε το “δηλητήριο” που έρριξαν μέσα στις ψυχές των νέων- και στα παιδιά τους και σε μένα- να μετουσιωθεί σε ένα άφθαστο αντιφασιστικό και εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Γελιέται λοιπόν αν νομίζει πως “πιάνει” το κόλπο της για “συνεργασία”.

Όσο για το αν ήταν “αφρούρητος τότε” ή όχι η Ακρόπολη, νομίζω ότι κάνουν λάθος. Μάλλον δεν υπήρχαν καν Γερμανοί στην Αθήνα, κι αν υπήρχαν αυτό θα ήταν ασφαλώς…παραίσθηση. Αλλά γιατί να υπενθυμίζω στην “Εστία” εκείνες τις ευτυχισμένες ημέρες;

Τέλος ας γνωρίζουν οι Κύρου πως η δίχρονη αγνή και έντιμη δουλειά μου σαν δημοσιογράφου στην υπηρεσία του λαού, ούτε θέλει ούτε έχει ανάγκη από τα ανέντιμα, κίτρινα και φασιστικά τους πιστοποιητικά που τόσο ανεξέλεγκτα τα πλασάρουν. Ας κάνουν αυτή την δουλειά για τον εαυτό τους. Τους χρειάζονται εξ άλλου για τους νέους αφέντες.

Μ. Γλέζος

Υ.Γ Ξέχασα και κάτι. Μια από τις έντιμες δημοσιογραφικές τους δουλειές ήταν να περιμένουν το κλείσιμο του “Ριζοσπάστη” για να κάνουν την επίθεσή τους. Το σημείωμα τους γράφτηκε στις 21 τρ.
O ίδιος.

Πηγή: Allu Fan Marx

αναδημοσίευση : η λέσχη της ανυπότακτης θεωρίας