Περί κοινωνικής συνείδησης και αξιοπρέπειας

του Τάσου Βαρούνη

(Ή αλλιώς πράγματα για τα οποία μπορούμε να νιώθουμε καλά)

Ας πούμε ότι αφήνουμε παραπέρα την ανθρωπολογική συνθήκη –ή δυνατότητα- που εκφράζει το «όσο ζεις ελπίζεις» και το «η ελπίδα πεθαίνει τελευταία». Κι ας αναρωτηθούμε –λίγο πιο πεζά- για το εάν η ιστορία των τελευταίων χρόνων μάς προσφέρει «υλικά», «φορτία» και «δυνάμεις» που επιτρέπουν μια πιο αισιόδοξη ματιά. Με λίγα λόγια, που μπορούμε να στηριχτούμε; Ή, για να παραμείνουμε στο θέμα μας, ποιες είναι οι πτυχές και οι ποιότητες μιας κοινωνικής συνείδησης που πιθανά να καθοδηγήσουν, να επηρεάσουν, να «συμμαχήσουν» με το αίτημα μιας διεξόδου απ’ αυτήν τη δύσκολη κατάσταση;

Παρένθεση: Κοινωνική συνείδηση. Ποτέ καθαρή και δίχως αντιφάσεις. Διακριτή από τα «μυαλά» του καθενός αλλά διαρκώς παρούσα σε αυτά. Σε ώσμωση, διεμβολίζοντας και υπερβαίνοντας ιδεολογικούς χώρους. Με βαθιές ρίζες σε ιστορικές διαμορφώσεις αλλά και με άγκυρες ή βέλη σε όλο το φάσμα των κοινωνικών διακυμάνσεων, καταστάσεων, συγκρούσεων. Εν υπνώσει ή με ταρατατζούμ, σε απλές καθημερινές εμφανίσεις ή με το πάθος των μεγάλων στιγμών. 

Τελικά ζήσαμε, καταφέραμε, δοκιμάσαμε τίποτα «χρήσιμο» τα τελευταία χρόνια ή η μετάλλαξη ενός κόμματος μάς «άφησε στον άσσο», κατά το γνωστό άσμα; Τι μπορεί να κρατηθεί –για να αναπτυχθεί περαιτέρω- όσο αφορά την κοινωνική μας συνείδηση ως αγωνιζόμενος λαός; Πολύ ενδεικτικά μερικές σκέψεις.

Πρώτο. Η αίσθηση ότι κάπου φταίξαμε κι εμείς, ότι κάτι κάναμε λάθος εδώ και αρκετά χρόνια, ότι δεν είμαστε απλά τα καημένα θύματα. Μια αυτοκριτική διάθεση –καμιά σχέση με την άνωθεν επιβαλλόμενη ενοχή του «μαζί τα φάγαμε»- που μπορεί να ξεκινά για παράδειγμα από το «εμείς τους ψηφίζουμε», έπειτα να κατακρίνει το καταστροφικό καταναλωτικό πρότυπο των περασμένων δεκαετιών και να καταλήγει στο «εμείς μπαζώσαμε τα ρέματα».

Δεύτερο και σε συνέχεια του παραπάνω, χιλιάδες άνθρωποι έδειξαν μια πιο υπεύθυνη στάση απέναντι στα πράγματα, ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα κοινά, μια καταρχήν ανάπτυξη ενός εθελοντικού πνεύματος. Στην πραγματικότητα αυτό ήταν που κράτησε όρθια την κοινωνία. Το «παίρνουνε τη ζωή στα χέρια μας» του κινήματος των Πλατειών δεν ήταν,λοιπόν,ένα συνηθισμένο σύνθημα σε κομματική ή συνδικαλιστική πλατφόρμα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σύγχρονη απαίτηση για ακηδεμόνευτους αγώνες.

Τρίτο. Η αλληλεγγύη που εκφράστηκε προς τους κάθε φορά πιο αδύναμους. Από τη σακούλα με τα τρόφιμα στον γείτονα, τα ρούχα που διακριτικά μάζευε στο σχολείο η συμπαιγνία καθηγητών-γονιών για το φτωχό συμμαθητή, από τα φάρμακα που συλλέγονταν σε συναυλίες και εκδηλώσεις ή τα έγραφε στο τεφτέρι ο φαρμακοποιός, μέχρι τις οργανωμένες δομές αλληλεγγύης στην υγεία, τα κοινωνικά φροντιστήρια και ωδεία. Πολλοί λένε ότι αν η αντίστοιχη κατάσταση ανέχειας επικρατούσε σε άλλες χώρες, οι δρόμοι θα είχαν γεμίσει άστεγους. Εδώ, τον συγγενή και τον φίλο δύσκολα τον εγκαταλείπεις. Και βέβαια, το μεγαλειώδες κύμα αλληλεγγύης απέναντι στους πρόσφυγες. Ίσως να είναι η παράδοση του λαού μας που νιώθει τι θα πει «κατατρεγμένος», που αναγνωρίζει στον Άλλο όχι μόνο το παρελθόν του αλλά και τη δική του μοίρα.

Τέταρτο. Η συλλογικότητα κέρδισε πόντους. «Μόνος μου δεν μπορώ». Είτε από ανάγκη, είτε από πεποίθηση φτιάχτηκαν πολλά «εμείς». Αυτή είναι μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με πριν. Από νέους που αποφάσισαν από κοινού να καλλιεργήσουν κάποια κτήματα, από συνεταιριστικές επιχειρήσεις, από ιστοσελίδες και περιοδικά άτυπων ομάδων μέχρι τις παρέες που κατέβαιναν μαζί σε εκδηλώσεις και πορείες. Ακόμα και σε χώρους εργασίας ή σε μικρομάγαζα όπου η απόσταση εργοδότη-υπαλλήλου ή προϊστάμενου-υφιστάμενου γινόταν δυσδιάκριτη μέσα στη γενική διάλυση, κυριάρχησε συχνά ένα πνεύμα συλλογικότητας και αλληλοϋποστήριξης.

Πέμπτο. Εκφράστηκε η απαίτηση για εθνική αξιοπρέπεια. Αυτή ξεπερνούσε την ατομική διάσταση και το πορτοφόλι της κι αυτό είναι σημαντικό στοιχείο μιας νέας κοινωνικής συνείδησης. Δεν είναι μόνο τα «λεφτά», είναι και η ταπείνωση –κάτι πιο βαθύ από το οικονομικό ξεζούμισμα- μιας ολόκληρης χώρας, ενός έθνους, μιας ιστορίας. Κρίμα αν για κάποιους αυτό μυρίζει εθνικισμό ή οδηγεί αναγκαστικά σε αυτόν. Το να υπερασπίζεσαι μια ιδιότητα ή ένα σύνολο που σε υπερβαίνει θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται καταρχάς και στις μέρες μας με πιο καλοδεχούμενο τρόπο. Η αγάπη για την πατρίδα ενάντια σε κάθε λογής επιβουλές και δυνάστες είναι μια υγιής αντίδραση. Χωρίς όλα αυτά, δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί το 67% του ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα. Πράξη κυρίως ανάτασης και φρονήματος και όχι ακριβώς προϊόν υπολογισμών.

Έκτο. Ευκολία τέλος. Δεν υπάρχει επιστροφή σε κάποιο καλό παρελθόν. Δεν υπάρχει μέλλον που θα προκύψει ως δια μαγείας ή ως αποτέλεσμα «απλά» κάποιων πολιτικών αποφάσεων. Τόσο εξαιτίας της στυγνής πραγματικότητας, όσο και των προταγμάτων/προβληματισμών που γεννήθηκαν μέσα στα μαζικά κινήματα, η κοινωνική συνείδηση αναμετρήθηκε με το κομβικό ζήτημα του «τι στο καλό είναι μια χώρα». Μπορεί να υπάρξει διέξοδος χωρίς να σταθούμε στοιχειωδώς στα πόδια μας; Μπορεί να γίνει αυτό χωρίς παραγωγική βάση; Μπορούμε να ανακαλύψουμε, να εφεύρουμε και να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις; Αναπτύχθηκε δηλαδή μια πλουσιότερη σκέψη και συνείδηση που τοποθετούσε τα ζητήματα στις πραγματικές τους διαστάσεις πέρα από συνθηματολογίες και τσιτάτα.

Έβδομο. Πολιτικό σύστημα αλλά και εξουσία εν γένει. Η αίσθηση ότι οι κυβερνώντες είναι σάπιοι είναι διάχυτη παντού, αν και σε πολλές αποχρώσεις και προοπτικές. Για τον μέσο Έλληνα –ας πούμε- η Βουλή δεν είναι ο τόπος της δημοκρατίας αλλά εκεί όπου πέφτουν οι υπογραφές για την καταστροφή της χώρας. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στους «θεσμούς» γενικώς κι αορίστως. Όλα κρίνονται. Αν πάμε πίσω στον Δεκέμβρη του ’08 –κομβική στιγμή- δεν ήταν μόνο η οργισμένη πιτσιρικαρία, αλλά και η ανοχή της κοινωνίας απέναντι στις ευαισθησίες της, ακόμα και τη βία της. Σαν ο ελληνικός λαός να μην δεσμεύεται αυστηρά από το νόμιμο και παράνομο αλλά κυρίως από το δίκαιο και το άδικο. Προφανώς μεγάλη συζήτηση.

Όγδοο. Λένε ότι οι Έλληνες είμαστε λαός που γενικώς φιλοσοφεί. Μπορεί να είμαστε του «καφενείου» αλλά, αν αυτό μάς επιτρέπει να αναλογιζόμαστε τα μύρια όσα, τότε ας το κρατήσουμε. Άλλοι θεωρούν ότι το μόνο πράγμα που κάνουμε καλά, είναι το να γράφουμε ποιήματα. Κι αυτό ενδεικτικό μιας «ψυχοσύνθεσης». Πολλοί νέοι που μετανάστευσαν στο εξωτερικό λένε συχνά –ας δεχτούμε και μια κάποια υπερβολή λόγω νοσταλγίας- ότι οι κουβέντες εκεί είναι πιο βαρετές, πιο στενές, δεν ξεφεύγουν πολύ από τα καθημερινά. Τα τελευταία χρόνια συζητήσαμε πολύ, πάρα πολύ. Φτιάχτηκαν μικροί και μεγάλοι, άτυποι και οργανωμένοι «δημόσιοι χώροι», πράγμα κομβικό για την ανάπτυξη μιας κοινωνικής συνείδησης. Ασχέτως του τι πιστεύει ή τι κάνει ο καθένας μας, η δημόσια σφαίρα είναι στη χώρα μας αρκετά διευρυμένη. Είμαστε ακόμα λίγο «χωριό» και σίγουρο αρκετά «πολιτικοποιημένο».

Ένατο. Στις πιο λαμπρές στιγμές των τελευταίων χρόνων ξεμυτούσε διαρκώς η απαίτηση για μια ηθική στάση και η κοινωνική συνείδηση μπολιάστηκε με αυτή. Με την εξής έννοια: διαμορφώθηκαν κριτήρια και εργαλεία ελέγχου, όχι μόνο των πολιτικών αλλά και όλων ημών. Ποιος είσαι και τι κάνεις. Πώς ζεις τη ζωή σου. Τι σκοπούς έχεις. Είσαι έντιμος ή ψεύτης. Έχουν σχέση τα λόγια και οι πράξεις σου; Αυτή η αμεσότητα και ένας τέτοιος σκληρός τρόπος να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα χρωμάτισε το λαϊκό αισθητήριο. Συχνά βέβαια αυτό καταγγέλθηκε ως λαϊκισμός.

Δέκατο. Ο πολιτισμός ζει και βασιλεύει. Όχι ως κρατικοδίαιτος. Αλλά, με την έννοια μιας μεγάλης δημιουργικότητας των ανθρώπων. Θέατρα που ακόμα γεμίζουν, ομάδες που προσπαθούν κάτι να κάνουν, μουσικές και ταινίες που φτιάχνονται διαρκώς. Αλλά και πιο σιωπηλά. Νέοι άνθρωποι που ψάχνουν μια δουλειά με ενδιαφέρον, χωρίς να νιώθουν ότι παρασιτούν, χωρίς να θέλουν να βαράνε μύγες. Σε όλα αυτά κινητήρια δύναμη είναι η «ψυχή» και όχι το χρήμα. Και μια ανταποδοτικότητα που αποτιμάται πια στο «κοινωνικό σύνολο» και την «κοινωνική προσφορά». Όπως συχνά γράφουμε στις στήλες του «Δρόμου» -αυτό άλλωστε θέλουμε να υπηρετήσουμε- είναι η καταφατικότητα και όχι η γκρίνια, η μιζέρια, η παραίτηση απέναντι στη ζωή.

Δεν είναι προφανώς όλα αυτά η εικόνα της Ελλάδας. Γιατί τότε όλα θα ήταν πιο εύκολα. Είναι μονάχα κάποιες πλευρές που αν αναπτυχθούν και δυναμώσουν –σε πείσμα άλλων- μπορεί να νικήσουν τα τέρατα. Μικρά και μεγάλα. Εντός κι εκτός μας.

Δρόμος της Αριστεράς