Ο Γιώργος Μπόμπολας εν μέσω των πρώην υπουργών Αντώνη Λιβάνη και Πέτρου Μολυβιάτη (12/9/2009)

Πριν συνεχίσουμε, ας κάνουμε ένα διάλειμμα για να ρίξουμε μια ματιά σε όσα ενδιαφέροντα έγιναν στο παρασκήνιο πριν, κατά και μετά την ψήφιση του νόμου για τον βασικό μέτοχο.

Είπαμε χτες ότι πριν καν αρχίσει να συζητιέται το νομοσχέδιο στην βουλή, ο Μπόμπολας άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο προκειμένου να του πουλήσει ολόκληρο τον εκδοτικό του όμιλο, τον Πήγασο, ώστε να μην έχει πρόβλημα με τις υπόλοιπες επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Αυτό το γεγονός έκανε τον υπουργό επικρατείας Θόδωρο Ρουσόπουλο να σχολιάσει ότι ο νόμος για τον βασικό μέτοχο θα είναι ο πρώτος νόμος που εφαρμόζεται πριν ψηφιστεί.

Το σχόλιο του Ρουσόπουλου ερέθισε τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Έτσι, κατά την συζήτηση στην Βουλή επί της αρχής του νομοσχεδίου, είπε ότι η κυβέρνηση φάνηκε «να εκφράζει την ευαρέσκειά της επειδή ο ονομαστικός στόχος αυτού του νομοσχεδίου, μια συγκεκριμένη εφημερίδα, ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας κάνει κινήσεις οι οποίες θα του επιτρέψουν να απεμπλακεί από έναν κλάδο της οικονομίας». Και πρόσθεσε χαρακτηριστικά: «Δεν αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση ότι έτσι υποβαθμίζει την θεσμική διάσταση της πρωτοβουλίας της και έτσι η πρωτοβουλία της χάνει τον θεσμικό της χαρακτήρα και γίνεται μια μικροκομματική κίνηση» (*). Ούτε λίγο ούτε πολύ, δηλαδή, ο Βενιζέλος κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προωθεί τον νόμο για τον βασικό μέτοχο επειδή έχει βάλει στο μάτι τον φουκαριάρη τον Μπόμπολα.

Τα λόγια τού Βενιζέλου ήρθαν να δέσουν με τα όσα είχαν πει τις προηγούμενες μέρες ο Τηλέμαχος Χυτήρης και ο Απόστολος Κακλαμάνης («ο μεν Μπόμπολας αναγκάζεται να αποχωρήσει από τον χώρο των μέσων ενημέρωσης ενώ στριμώχνεται ο εθνικός προμηθευτής Κόκκαλης»)(**). Μέ τέτοιες αβάντες, λοιπόν, δεν είναι παράξενο που το «Έθνος» έκανε λόγο για «επιχείρηση εξόντωσης της οικογένειας Μπόμπολα» και, μάλιστα, σε πρωτοσέλιδο.

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι κατά την τριήμερη συζήτηση στην βουλή πολλοί βουλευτές πρώτης γραμμής της Νέας Δημοκρατίας απέφυγαν να πάρουν τον λόγο ενώ οι περισσότεροι απ’ αυτούς φρόντισαν να λάμψουν διά της απουσίας τους, εμφανιζόμενοι μόνο την ώρα της ψηφοφορίας. Απουσίασε ως κι ο ξάδερφος του πρωθυπουργού, ο σημερινός «φτωχός συνταξιούχος» Μιχάλης Λιάπης. Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι δεν κατατέθηκε πρόταση ονομαστικής ψηφοφορίας, οπότε η ψήφιση του νομοσχεδίου έγινε διά βοής κατά πλειοψηφία, με την υπερψήφιση αρκετών επί μέρους άρθρων του και από τον Συνασπισμό και από το ΚΚΕ. Έτσι, δεν «εκτέθηκαν» ονομαστικά ούτε οι υπέρμαχοι του νόμου (γλιτώνοντας τον κίνδυνο του εξοστρακισμού τους από τα κανάλια) ούτε οι τιμητές του (γλιτώνοντας το κράξιμο της κοινής γνώμης).

Το τι ακολούθησε το είδαμε χτες. Όταν ψηφίστηκε η αναστολή του νόμου, ανέλαβε δουλειά η… ιδιωτική πρωτοβουλία! Ο γνωστός επιχειρηματίας Πρόδρομος Εμφιετζόγλου («Μηχανική») κατέθεσε προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), ζητώντας την συμμόρφωση της κυβέρνησης προς το σύνταγμα διά της εφαρμογής τού νόμου περί βασικού μετόχου. Ο Εμφιετζόγλου θεωρούσε πως ήταν από τους «ριγμένους» επειδή δεν είχε δικό του κανάλι.

Απορία εν παρενθέσει: Αν η «Ελλάκτωρ» έπαιρνε δυο-τρεις δουλειές λιγώτερες και η «Μηχανική» δυο-τρεις δουλειές περισσότερες, θα είχε ο Εμφιετζόγλου πρόβλημα με το σύνταγμα; Αφήνουμε την απορία να αιωρείται και κλείνουμε την παρένθεση.

Παράλληλα με την προσφυγή τού Εμφιετζόγλου, τον Δεκέμβριο του 2006 το Συμβούλιο της Επικρατείας καταθέτει στο ΔΕΚ προδικαστικό ερώτημα για την συμβατότητα των νόμων 3021/2002 (ΠαΣοΚ) και 3310/2005 (ΝΔ), οι οποίοι καταργήθηκαν μετά τις παρεμβάσεις ΜακΚρήρυ και Σάουμπ. Στις 16 Δεκεμβρίου 2008, το ΔΕΚ εκδίδει την απόφαση C-213/07, η οποία αναγνωρίζει την κανονικότητα του Ν.3310/2005 και δικαιώνει όσους υποστήριξαν την ψήφισή του: «Το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, έχει την έννοια ότι απαριθμεί κατά τρόπο εξαντλητικό τους στηριζόμενους σε αντικειμενικές σκέψεις απτόμενες της επαγγελματικής ιδιότητας λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό εργολήπτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης δημοσίων έργων. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν κωλύει ένα κράτος μέλος να προβλέψει άλλα μέτρα αποκλεισμού αποσκοπούντα στη διασφάλιση της τήρησης των αρχών της ίσης μεταχείρισης των υποβαλλόντων προσφορά και της διαφάνειας, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου αυτού μέτρου». Εννοείται ότι η εν λόγω απόφαση θάφτηκε από όλα τα ελληνικά ΜΜΕ.

Δυστυχώς, η παραπάνω απόφαση του ΔΕΚ άργησε πολύ. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση έχει ψηφίσει τον Ν.3414/2005 (ΦΕΚ Α’ 279/10-11-2005), ο οποίος τροποποιεί τον Ν.3310/2005, ορίζοντας ότι το προβλεπόμενο ασυμβίβαστο εξακολουθεί να ισχύει αλλά μόνο στην περίπτωση που ο βασικός μέτοχος έχει καταδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση για ενεργητική διαφθορά! Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, δηλαδή.

Δυο χρόνια μετά τον παραπάνω νόμο, η κυβέρνηση ψηφίζει και τον περίφημο «νόμο Ρουσόπουλου», τον Ν.3592/2007 (ΦΕΚ Α’ 161/19-7-2007), ο οποίος δίνει την χαριστική βολή σε κάθε έννοια διαφάνειας και ελέγχου της συγκέντρωσης ΜΜΕ. Τώρα πια, ο καθένας μπορεί να έχει στην ιδιοκτησία του όσες εφημερίδες θέλει. Ακόμη μπορεί να κατέχει το 100% ενός ραδιοτηλεοπτικού σταθμού και, παράλληλα, να έχει μετοχές και σε άλλους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, αρκεί να μην επηρεάζει ουσιωδώς την λήψη αποφάσεων σε αυτούς. Όσο για την συγκέντρωση, ορίζεται στο 35% της συνολικής διαφημιστικής αγοράς αν κάποιος έχει ένα μέσο ενημέρωσης (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα, περιοδικό), στο 32% αν έχει δύο, στο 28% αν έχει τρία και στο 25% αν έχει τέσσερα. Πρόκειται για ποσοστά από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Με δυο λόγια, εν όψει της ψηφιακής εποχής, ο νόμος Ρουσόπουλου άφηνε το τέρας τελείως αμολητό. Τελικά, οι νταβατζήδες όχι απλώς κέρδισαν τον πόλεμο αλλά το γλεντούσαν κιόλας.

Τέλος του διαλείμματος. Η συνέχεια αύριο.

—————————————–
(*) Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 98η, 20/1/2005, σελ. 4786.
(**) Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 97η, 19/1/2005, σελ. 4694.

cogito ergo sum