Αριστερό Τζιχάντ

Του Βασίλη Ξυδιά

Η διπλή αστοχία ενός απολίτικου και ανιστορικού προοδευτισμού

Στα ελληνικά αμαρτάνω σημαίνει αστοχώ. Διπλά αμάρτησαν οι αναθαρρημένοι αριστεροί – Συριζαίοι και όχι μόνον – που έμπλεοι αντισκοταδιστικού ενθουσιασμού, έσπευσαν να συνδράμουν, ο καθένας με τον τρόπο του, τη σταυροφορία του Φίλη εναντίον του εκκλησιαστικού κατεστημένου.

Προσπερνώ – γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μου – το ότι αυτός ο αντιθεοκρατικός αγώνας ήρθε να επικαθίσει πάνω σε μια ενδοεκκλησιαστική διαμάχη (θεολογικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα), την οποία τεχνηέντως ο Φίλης φρόντισε να την οικειοποιηθεί μετατρέποντάς τη σε ιδεολογική σύγκρουση αριστεράς και εκκλησίας.

Και πάμε στην πρώτη αμαρτία: απολιτική.

Είναι ηλίου φαεινότερον πως αυτή η εκτός τόπου και χρόνου ιδεολογική μάχη εναντίον του χριστιανορθόδοξου «σκοταδισμού» – ιδιαίτερα σ’ αυτή τη δύσκολη ώρα της ήττας – δεν συμβάλλει στη συγκρότηση κανενός πραγματικού προοδευτικού στρατοπέδου μέσα στους κόλπους του λαού. Αντιθέτως επιτείνει τη λαϊκή αποδιοργάνωση και σπέρνει τη σύγχυση, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το έκανε πριν από 2-3 χρόνια η σύσταση του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου» εναντίον του μπαμπούλα της Χ.Α.

Είναι η απόλυτη αδυναμία της σύγχρονης ελληνικής αριστεράς να ξεχωρίσει την κύρια (δεσπόζουσα) αντίθεση από τη βασική (θεμελιώδη)· να διακρίνει μεταξύ ριζοσπαστικής πολιτικής και ριζοσπαστικής ιδεολογίας. Πράγμα που επιτρέπει σε πολλούς να παριστάνουν τους ιδεολογικά απροσκύνητους, την ίδια ώρα που κάνουν μετάνοιες στα πόδια του Σόιμπλε και φιλούν το χέρι της Μέρκελ.

Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στην ελληνική του διάσταση. Κι εδώ είναι που εντοπίζεται η δεύτερη αμαρτία: η απώλεια της ιστορικής αίσθησης.

Είναι εκεί που ο παλαιοημερολογήτικος προοδευτισμός δεν συνειδητοποιεί πως στα χρόνια μας η οργουελιανή μεταδημοκρατία χτίζεται με προοδευτικά υλικά.

Θα πρέπει βέβαια να λάβει κανείς υπ’ όψη του πως ο σύγχρονος ατομισμός, ιδίως μετά τον Μάη του ’68, έχει περάσει από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή. Δεν θεμελιώνεται πλέον στο συμφέρον, αλλά στην επιθυμία. Και επειδή η επιθυμία είναι αριστοκρατική υπόθεση, το νέο δυτικό όραμα γίνεται όλο και περισσότερο το όραμα μιας τυχερής πλανητικής μειοψηφίας που, είτε μέσω του καταναλωτισμού, είτε με άλλους τρόπους, διεκδικεί τη δυνατότητα της ανεμπόδιστης πραγμάτωσης κάθε ατομικής φαντασίωσης, πέρα από κάθε έννοια φύσεως, παραδόσεων και άλλων συλλογικών δεσμεύσεων, πραγματικών ή φανταστικών.

Και εδώ ακριβώς έρχονται οι προοδευτικές διεκδικήσεις να σπάσουν τα παραδοσιακά ταμπού και να κατακρημνίσουν τους θεσμούς που τα εκπροσωπούν, όχι για να απελευθερώσουν τους λαούς από τους δυνάστες τους, αλλά τα άτομα από τις κοινωνίες τους. Πράγμα που εξηγεί την εκ πρώτης όψεως παράδοξη συμπόρευση του νεοφιλελευθερισμού στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο με τον κλασικό κοινωνικό φιλελευθερισμό στο θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο (δικαιώματα, αυτοπροσδιορισμός κτλ).

Έτσι λοιπόν την ώρα που οι αθώοι προοδευτικοί φαντασιώνονται ότι ολοκληρώνουν την καθυστερημένη αστικοδημοκρατική επανάσταση, στην πραγματικότητα συμπλέκουν τα δεσμά της επερχόμενης νεοφεουδαρχικής τυραννίας.

Δρόμος της Αριστεράς