Η ιστορία (του χρέους) επαναλαμβάνεται ως φάρσα

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Ίδιοι πρωταγωνιστές σε ίδιους ρόλους στο σόου της Ουάσιγκτον – Πιο κοντά από ποτέ σε πλήρη έξοδο το ΔΝΤ – «Γρίφος» η στάση της ΕΚΤ

Το μαρξικό απόφθεγμα, ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα, απειλεί να γίνει θλιβερή πραγματικότητα στην περίπτωση του ελληνικού χρέους. Χωρίς αμφιβολία σε τραγωδία εξελίχθηκε η πρώτη φορά που η αντίθεση του ΔΝΤ και της γερμανικής ηγεσίας στο θέμα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους κατέληξε στο διαβόητο PSI. Θεωρητικά, το μεγαλύτερο κούρεμα κρατικού χρέους στην πρόσφατη ιστορία,  έφερε σε άθλια κατάσταση ασφαλιστικά ταμεία, δημόσιους φορείς και εγχώριες τράπεζες, απογειώνοντας ταυτόχρονα το χρέος σε ακόμη πιο αβίωτα επίπεδα. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται τώρα, με το ΔΝΤ να απειλεί να αποχωρήσει πλήρως από το τρίτο Μνημόνιο αν δεν υλοποιηθεί η απόφαση του Eurogroup του περασμένου Μαΐου για νέα αναδιάρθρωση του χρέους. Η «αναδιάρθρωση» αυτή, όμως, έχει όλα τα χαρακτηριστικά της φάρσας: ο χρόνος υλοποίησής της είναι συναρτημένος με τις εκλογικές ανάγκες της γερμανικής κυβέρνησης, το εύρος της έχει περιοριστεί σε μια τεχνική μετάθεση των υποχρεώσεων εξόφλησης τόκων και κεφαλαίου κυρίως την περίοδο 2022- 2028, ενώ για τον χρόνο απλής ανακοίνωσης των μέτρων είναι σε εξέλιξη μια συνεχής διελκυστίνδα μεταξύ ΔΝΤ, Κομισιόν και γερμανικής ηγεσίας.

Η διελκυστίνδα της Ουάσιγκτον

Όσα διαδραματίζονται στην Ουάσιγκτον από την περασμένη Πέμπτη, με την ευκαιρία της ετήσιας συνόδου του ΔΝΤ, έχουν όλα τα στοιχεία της φάρσας: το ΔΝΤ, δια της έκθεσής του που έχει προηγηθεί, αλλά και με τις δημόσιες δηλώσεις της Λαγκάρντ επαναλαμβάνει ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, ο Σόιμπλε απάντησε ότι το πρόβλημα δεν είναι το χρέος («παραπλανά τους Έλληνες η συζήτηση αυτή»), αλλά η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, ο Μοσκοβισί προσπαθεί να ισορροπήσει διαβεβαιώνοντας ότι αν κλείσουν η πρώτη και η δεύτερη αξιολόγηση «μπορεί να ξεκινήσει μια συζήτηση πριν το τέλος του έτους». Πράγματα που έχουν ακουστεί χιλιάδες φορές και που όσο επαναλαμβάνονται τόσο χάνουν σε αξιοπιστία. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο μέχρι την Κυριακή, οπότε και ολοκληρώνεται η σύνοδος του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον, ή μέχρι τη Δευτέρα, οπότε συνεδριάζει το Eurogroup στις Βρυξέλλες για το οριστικό κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης και την αποδέσμευσης της υποδόσης των 2,8 δις, να προκύψει μια αποσαφήνιση της εικόνας, ακόμη κι αν προκύψουν κάποιες «ειδήσεις» από την ίδια τη Μέρκελ, από τον Ντράγκι της ΕΚΤ ή από τον Ρέγκλινγκ του ESM, που έχει και την ευθύνη της πρότασης για την νέα «αναδιάρθρωση» του χρέους.

Τα μηνύματα του ΔΝΤ

Από την πλευρά του ΔΝΤ, πάντως, τα πράγματα είναι χειρότερα από κάθε άλλη φορά, γιατί αφήνει ελάχιστα περιθώρια συμβιβασμών με τους Ευρωπαίους δανειστές. Οι λόγοι είναι οι εξής:

Πρώτον, η έκθεσή του για τις αναπτυξιακές επιδόσεις των χωρών το 2017, πριμοδότησε μεν την αισιοδοξία του κυβερνητικού προσχεδίου προϋπολογισμού για αύξηση 2,7% του ΑΕΠ (2,8%, κατά το ΔΝΤ), αλλά αντιστάθμισε αυτή την αισιοδοξία με δραστικό κούρεμα των προβλέψεων για το πρωτογενές πλεόνασμα: το ΔΝΤ μιλά για πλεονάσματα 0,7% και 1,6% το 2017 και το 2018, έναντι μνημονιακής δέσμευσης – και κυβερνητικής πρόβλεψης- για 1,75% και 3,5% αντίστοιχα. Η λογική του ΔΝΤ είναι κυνική, απλή και συνεπής με όσα έχει υποστηρίξει εξ αρχής: για να έχετε ανάπτυξη απαιτούνται πλήρης τήρηση του μνημονίου και ρεαλιστικότερα πλεονάσματα. Αλλιώς, υπάρχει ο δημοσιονομικός κόφτης, δηλαδή πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

Δεύτερον, το ΔΝΤ συναρτά τα «ρεαλιστικότερα» πλεονάσματα όχι μόνο με την ανάπτυξη, αλλά και με τη βιωσιμότητα του χρέους. Τα δυο αιτήματά του προς τους Ευρωπαίους δανειστές πάνε πακέτο: ο συμβιβασμός σε χαμηλότερα πλεονάσματα απαιτεί συγκεκριμένα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους τώρα. Όμως, το σχέδιο ελάφρυνσης που επεξεργάζεται ο ESM βρίσκεται στον αντίποδα της απαίτησης του ΔΝΤ. Ναι μεν ετοιμάζεται να εισηγηθεί μια μετάθεση των τοκοχρεολυσίων ύψους περίπου 50 δισ. της «βαριάς» περιόδου 2021- 2028 (κατά 10-20 χρόνια), αλλά η διευκόλυνση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από υποχρέωση παραγωγής πλεονασμάτων 3,5% για όλη αυτή την περίοδο. Διόλου τυχαία και το επικαιροποιημένο Μνημόνιο μιλά για πλεόνασμα 3,5% τουλάχιστον για μια δεκαετία. Επομένως, η αόριστη υπόσχεση των δανειστών για επανεξέταση των πλεονασμάτων μετά το 2018 ουδόλως λαμβάνεται υπόψη από τον ESM κι αυτό σπρώχνει το ΔΝΤ ένα ακόμη βήμα πλησιέστερα στην έξοδο.

Τρίτον, διχοστασία για τη στάση του ΔΝΤ υπάρχει και μέσα στον ηγετικό του πυρήνα, με τον Πολ Τόμσεν –όπως είχε φανεί και από το παρασκήνιο του Eurogroup της 25/5/2016- να τάσσεται υπέρ της οριστικής και πλήρους απεμπλοκής του από το τρίτο Μνημόνιο, ακόμη και από τη θέση του τεχνικού συμβούλου της τρόικας των Ευρωπαίων δανειστών. Η πιο «Ευρωπαία» και διαλλακτικότερη Λαγκάρντ – που άλλωστε είχε δώσει το πράσινο φως στον συμβιβασμό του Μαΐου- είναι ενδεχομένως πρόθυμη να αφήσει να κυλήσει ο χρόνος, δηλαδή να παραμείνει το ΔΝΤ στο μεσοβέζικο σημερινό καθεστώς του παρατηρητή- συμβούλου ακόμη και όλο το 2017, δηλαδή μέχρι να ολοκληρωθούν οι γερμανικές εκλογές. Ωστόσο, η σχέση αυτή δεν είναι πια βιώσιμη, ιδιαίτερα εφόσον διατηρείται η κραυγαλέα απόκλιση ανάμεσα στον τρόπο που μετρούν τα βασικά δημοσιονομικά και μακροοικονομικά δεδομένα το ΔΝΤ από τη μια πλευρά και η Eurostat από την άλλη. Δεν πρόκειται απλά για φάρσα, αλλά για αυτο-γελοιοποίηση των δυο πλευρών.

Ο λεπτός ρόλος της ΕΚΤ

Μ’ αυτά τα δεδομένα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ φαίνεται ότι είναι υποχρεωμένη να συρθεί για πολύ καιρό ακόμη στην πειθήνια εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου χωρίς το υποτιθέμενο «αντάλλαγμα», τα μέτρα για το χρέος. Κι αυτό παρασύρει όλο τον σχεδιασμό για παλινόρθωση του success story, ακόμη και με πιλοτική έξοδο στις αγορές το 2017, στα πρότυπα της κυβέρνησης Σαμαρά το 2014. Η Κομισιόν του Γιούνκερ, παρά τη σαφή εύνοιά της για το άνοιγμα της συζήτησης για το χρέος και τη δυσφορία της προς το Βερολίνο, αδυνατεί να επηρεάσει τη γερμανική ηγεσία. Ούτε ο Ρέγκλινγκ έχει τέτοια δυνατότητα, ούτε και πρόθεση. Η ρητορική πίεση της αμερικανικής κυβέρνησης (δηλώσεις Λιου για αναδιάρθρωση χρέους το συντομότερο δυνατό) δεν παράγει αποτελέσματα, πολύ περισσότερο οι αμερικανο-γερμανικές σχέσεις ηλεκτρίζονται από μείζονα ζητήματα, όπως αυτό της Deutsche Bank. Ο μόνος που έχει τη δυνατότητα να παίξει ρόλο «αποσυμπιεστή» είναι η ΕΚΤ, αν μετά τη δεύτερη αξιολόγηση και υπό την προϋπόθεση ότι θα αξιολογήσει ως βιώσιμο το χρέος (αλλά με ποιού τα κριτήρια; Με του ΔΝΤ ή της Κομισιόν 😉 αποφασίσει ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, έστω και για το λίγο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση ή για τη μικρή του παράταση, που ήδη υπαινίχθηκε ο Ντράγκι στην Ουάσιγκτον. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει μια σειρά αντίστροφων αντιδράσεων (π.χ. μια πιστοληπτική αναβάθμιση της Ελλάδας, μια επανεξέταση της στάσης του ΔΝΤ, μια δοκιμαστική έξοδο στις αγορές). Αλλά, για να αποφασίσει η ΕΚΤ να λειτουργήσει, τρόπον τινά, ως εγγυητής του αβίωτου ελληνικού χρέους, ο Ντράγκι πρέπει να έχει την έγκριση ή την ανοχή της γερμανικής πλευράς, οπότε ο φαύλος κύκλος κλείνει στο σημείο εκκίνησής του.

Μια ρηξικέλευθη κίνηση του Ντράγκι φαίνεται απίθανη μέχρι στιγμής, εκτός αν η υπόθεση της Deutsche Bank ή η πολιορκούμενη για νέο Μνημόνιο Πορτογαλία την καταστήσουν μονόδρομο.

Δρόμος της Αριστεράς