Η προαναγγελθείσα κρίση της Deutsche Bank

Οικονομικά ερανίσματα

Του Γιώργου Τοζίδη

Η κρίση των γερμανικών τραπεζών, που υπέβοσκε από το 2008, φαίνεται ότι πλέον έχει μπει στο τελευταίο στάδιο. Την περασμένη εβδομάδα, η μετοχή της Deutsche Bank βρέθηκε στο χαμηλότερο σημείο της λόγω του κινδύνου να επιβληθεί στη γερμανική τράπεζα πρόστιμο συνολικού ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης. Την Τρίτη, η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, η Commerzbank, ανακοίνωσε σχέδιο στρατηγικής αναδιάρθρωσης που περιλαμβάνει την περικοπή 10.000 θέσεων εργασίας και τη μείωση των μερισμάτων. Την Τετάρτη, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μ. Draghi, υπερασπίστηκε τις πολιτικές χαμηλών επιτοκίων και ποσοτικής χαλάρωσης στο γερμανικό κοινοβούλιο, παρά τις κραυγές των Γερμανών βουλευτών ότι αυτές οι πολιτικές υπονομεύουν τη γερμανική οικονομία και, κυρίως, τον γερμανικό χρηματοπιστωτικό τομέα.

Τα προβλήματα των γερμανικών τραπεζών δεν διαφέρουν από αυτά των μεγάλων τραπεζών του πλανήτη. Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα (μέχρι το 2008) χαρακτηρίστηκε από την ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση των τραπεζών από τις βασικές τραπεζικές λειτουργίες (λιανική τραπεζική) και την επικέντρωσή τους στην «εμπορία» εξωτικών και σύνθετων «επενδυτικών» προϊόντων, που, πολύ εύστοχα, χαρακτηρίστηκαν «όπλα μαζικής καταστροφής». Οι νέες δραστηριότητες αύξαναν τα κέρδη των τραπεζών, οι μέτοχοι ήταν ευχαριστημένοι, τα υψηλόβαθμα στελέχη των τραπεζών ακόμη περισσότερο (τα ετήσια bonus ήταν πλέον οκταψήφια) μέχρι το σπάσιμο της φούσκας που απέδειξε ότι «ο βασιλιάς ήταν γυμνός». Σε αντίθεση με την Commerzbank, που, το 2008, ενισχύθηκε με κρατικά κεφάλαια ύψους 18,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, με αποτέλεσμα, ακόμη και σήμερα, το γερμανικό κράτος να κατέχει το 15% του μετοχικού κεφαλαίου, η Deutsche Bank ξεπέρασε την κρίση, χωρίς να ενισχυθεί με κρατικά κεφάλαια. Δεν απέφυγε, όμως, τις συνέπειες, αφού η μετοχή της κατέρρευσε από τα 50 ευρώ το 2010 σε μόλις 10 ευρώ την προηγούμενη Τρίτη, με αποτέλεσμα η χρηματιστηριακή αξία της να ανέρχεται σε 15,74 δισεκατομμύρια, ενώ ο συστημικός κίνδυνος εκτιμάται ότι προσεγγίζει τα 87,359 δισεκατομμύρια ευρώ. Η πτώση της Deutsche Bank οφείλεται και στην επιβολή προστίμων δισεκατομμυρίων ευρώ για τη χειραγώγηση των διατραπεζικών επιτοκίων Euribor και Libor, των τιμών συναλλάγματος και χρυσού και την κακοδιαχείριση των στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης.

Η λύση στα προβλήματα των γερμανικών τραπεζών δεν είναι εύκολη. Παρά τη δημοσιονομική ευρωστία του γερμανικού κράτους, που εκμεταλλεύεται προς όφελός του την κρίση της ευρωζώνης, η θεσμοθέτηση, με γερμανικές πιέσεις, της διαδικασίας διάσωσης των τραπεζών προβλέπει την προσφυγή στους μετόχους και σε περίπτωση αποτυχίας, το «κούρεμα» των ομολόγων και των καταθέσεων. Η θεσμοθέτηση αυτής της διαδικασίας είχε ως στόχο τις ιταλικές τράπεζες, αλλά σήμερα δημιουργεί ανυπέρβλητα (;) εμπόδια στη διάσωση της Deutsche Bank. Τη διάσωση δυσκολεύουν και οι γερμανικές εκλογές του επόμενου φθινοπώρου, καθώς η κ. Merkel δεν θα ήθελε να απολογείται, εκτός από το προσφυγικό, και για τη διάσωση μίας τράπεζας με χρήματα των φορολογουμένων.

Μετά την κρίση του 2008, υπήρξε μία ολόκληρη συζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο για την ανάγκη περιορισμού του μεγέθους των τραπεζών. Υπήρξαν προτάσεις για καλύτερη εποπτεία, για διαχωρισμό των εργασιών λιανικής τραπεζικής από τις επενδυτικές εργασίες ακόμη και για διάσπαση των μεγάλων τραπεζών. Όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε καμία από τις παραπάνω προτάσεις, αλλά ο βαθμός συγκέντρωσης του τραπεζικού κεφαλαίου ενισχύθηκε σε όλες τις χώρες, με την Ελλάδα να είναι πρωταθλήτρια σε αυτόν τον τομέα. Παράλληλα, η διόγκωση του δημόσιου χρέους δεν επιτρέπει τη διάσωση τραπεζών με δημόσιο χρήμα, ενώ με τις πολιτικές χαμηλών επιτοκίων και ποσοτικής χαλάρωσης έχουν εξαντληθεί και τα όπλα για την αντιμετώπιση παρόμοιων κρίσεων. Οπότε, εάν ξεσπάσει η νέα κρίση, το «2008» θα μοιάζει με «παιδική χαρά»…

Δρόμος της Αριστεράς