«Συναίνεση» για γρήγορη δεύτερη αξιολόγηση

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Τις πολιτικές προϋποθέσεις ευνοεί και ο «ιός Deutsche Bank» – Προϋπολογισμός κυβερνητικής υπεραισιοδοξίας, ακροβατικοί συμβιβασμοί στα εργασιακά, σκοτάδι για το χρέος

Αν παρακολουθούσε κανείς την ομιλία του πρωθυπουργού κατά την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή μπορεί και να αναρωτιόταν μήπως έχει μεσολαβήσει κάποιο άλμα στο χρόνο, χαμένο σε ένα κενό μνήμης. Ο Α. Τσίπρας είπε ότι η οικονομία ήδη τρέχει με θετικούς ρυθμούς και το 2017 θα τρέξει με ρυθμούς κοντά στο 3%, υποστήριξε ότι η ανεργία έχει μειωθεί 4 ποσοστιαίες μονάδες (!) από τότε που ανέλαβε τη διακυβέρνηση, προεξόφλησε ότι μέχρι το τέλος του έτους θα υπάρχει συνολική συμφωνία για την απομείωση του χρέους και ότι εντός του 2017 η Ελλάδα θα βγει αξιόπιστα στις αγορές χρήματος, όπως μια εβδομάδα πριν είχε υποδείξει ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ.

Το να λέγονται αυτά στο πλαίσιο μιας θερμής συζήτησης στη Βουλή δεν είναι παράδοξο, τα καθ’ υπερβολή σχήματα και οι «στρογγυλοποιήσεις» είναι επικοινωνιακώς αναμενόμενα. Ωστόσο, κατά τις πληροφορίες, αυτή την υπέρμετρη αισιοδοξία θα αποτυπώνει και το προσχέδιο προϋπολογισμού που κατατίθεται τη Δευτέρα στη Βουλή: ανάπτυξη 2,7% του ΑΕΠ, πρωτογενές πλεόνασμα 2% έναντι μνημονιακού στόχου 1,75%, μείωση του χρέους στο 175% του ΑΕΠ.

Βεβαίως, αυτή η υπεραισιοδοξία είναι συμπεφωνημένη με τους δανειστές, μιας και η Κομισιόν έχει δεσμευτεί σε ανάλογη πρόβλεψη για την ανάπτυξη, σε συνθήκες στις οποίες όλοι οι διεθνείς «αστυνόμοι» της στατιστικής (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, αλλά και η ΕΚΤ) μειώνουν τις προβλέψεις τους για την παγκόσμια ανάπτυξη. Αυτή την αισιοδοξία δεν τη συμμερίζεται κανείς: ούτε τα 8 γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα που προέβλεψαν αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ το 2017 κατά 0,7%, ούτε η καταστροφικά απαισιόδοξη Citi που περιορίζει την ανάπτυξη στο 0,5%, στην πραγματικότητα ούτε και το ΔΝΤ, το οποίο αν και προσυπογράφει τυπικά τον συμφωνημένο στο κουαρτέτο στόχο για 2,7%, στην πραγματικότητα τον αποδομεί πλήρως μέσα από την έκθεση του άρθρου 4, μια σύνοψη της οποίας μας έδωσε η Ντ. Βελκουλέσκου πριν μας αποχαιρετίσει για λίγο (μέχρι 18/10, οπότε επιστρέφει το κουαρτέτο για τη δεύτερη αξιολόγηση).

Οι πολιτικές ευαισθησίες των δανειστών

Ωστόσο, οι δανειστές προχωρούν buy the book: Το EuroWorkingGroup αξιολόγησε θετικά την ολοκλήρωση των 12 από τα 15 προαπαιτούμενα της πρώτης αξιολόγησης, πήρε τη δέσμευση ότι η κυβέρνηση σε μια εβδομάδα θα κλείσει και τα άλλα τρία, οπότε το Eurogroup της 10/10 θα αποφασίσει, εκτός ακραίου απροόπτου, την εκταμίευση της υποδόσης των 2,8 δισ. Η πρώτη αξιολόγηση θα έχει κλείσει και τυπικά, αλλά με καθυστέρηση ενός ολόκληρου έτους από την αρχική πρόβλεψη του τρίτου Μνημονίου. Προφανώς, τα κριτήρια των δανειστών και ιδιαίτερα του Eurogroup είναι πολιτικά πιο ευαισθητοποιημένα από ποτέ, για ποικίλους λόγους, όχι κυρίως ελληνικούς: γιατί υπάρχουν οι εκλογικές εκκρεμότητες της Μέρκελ και του Ολάντ, γιατί και ο Ρέντσι έχει μπροστά του το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις (σ.σ. ανακοινώθηκε έπειτα από πολύμηνη καθυστέρηση, για να έχει χρόνο ο Ρέντσι για πολιτικό «μασάζ» με τα συνδικάτα που καλούν σε καταψήφιση) και, πάνω απ’ όλα υπάρχει το μείζον πρόβλημα Deutsche Bank που αναδεικνύεται κυρίως σε πολιτικό: όχι τόσο για την εκλογική δοκιμασία που έχει μπροστά της η Μέρκελ, όσο για τον κυρίαρχο ρόλο που, περίπου αναπόφευκτα, θα αναγκαστεί να αναγνωρίσει στην ΕΚΤ και στον Ντράγκι. Εξ ου και ο «λαγός» του Σόιμπλε, ο πρόεδρος του Eurogroup Γ. Ντάισελμπλουμ έσπευσε να δηλώσει ότι η γερμανική υπερτράπεζα «πρέπει να βρει τη λύση μόνη της».

Soft αξιολόγηση η δεύτερη;

Στις υποσημειώσεις αυτού του νέου μεγάλου δράματος της Ευρωζώνης καταγράφουν οι δανειστές την ελληνική περίπτωση. Προς το παρόν ανέχονται την καθυστέρηση που έχει επιδείξει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ στην κατάθεση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος 2017-2020, όπου η κυβέρνηση προσπαθεί να εξαντλήσει τα περιθώρια για να αποφύγει δέσμευση σε πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% και μετά το 2018, και ενδεχομένως να είναι διαλλακτικοί για να διευκολύνουν μια ταχεία ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, με επίκεντρο τα εργασιακά. Αν η βάση διαπραγμάτευσης αποτελέσει το πόρισμα της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, ουσιαστικά δεν υπάρχουν δυσκολίες συμβιβασμού, τουλάχιστον με τους Ευρωπαίους δανειστές, αφού είναι κομμένο και ραμμένο στις προβλέψεις του «ευρωπαϊκού κεκτημένου», δηλαδή του «Συμφώνου για το Ευρώ+», που συνδέει τις «ελεύθερες» συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον κατώτατο μισθό με τις «Αρχές Ανταγωνιστικότητας» οι οποίες θα «αστυνομεύουν» την εξέλιξη του μισθολογικού κόστους με βάση την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αυτό το σχήμα λειτουργεί ως «μακροοικονομικός κόφτης», δίπλα στους δημοσιονομικούς που έχουν ήδη θεσπιστεί. Το ΔΝΤ δεν θα καλυφθεί απ’ αυτό το πλαίσιο, αφού έχει διατυπώσει ήδη δημόσια τη θέση του υπέρ νέας «διοικητικής» μείωσης του κατώτατου μισθού και επανεξέτασης του συνταξιοδοτικού, αλλά έτσι κι αλλιώς η θέση του στο τρίτο Μνημόνιο δεν είναι καθόλου δεδομένη.

Πιο ακανθώδης, τουλάχιστον στο πεδίο των άμεσων επιπτώσεων, μπορεί να αποδειχθεί η καθολική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, ή Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΑΕ), που ήδη διαφημίζει η κυβέρνηση και πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως από το 2017. Το κουαρτέτο είχε επιβάλει εξ αρχής στο Μνημόνιο την περικοπή κατά 0,5% του ΑΕΠ του προϋπολογισμού κοινωνικής πρόνοιας, δηλαδή κατά 900 εκατ., υπολογίζοντας ότι το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης θα υποκαταστήσει όλα τα άλλα επιδόματα πρόνοιας (οικογενειακά, απορίας, αναπηρικά κ.λπ.). Αν εφαρμοστεί η ακριβής μνημονιακή πρόβλεψη, θα επέλθει σφαγή στα προνοιακά επιδόματα εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών. Η κυβέρνηση επιχειρεί να το αποφύγει, υποστηρίζοντας ότι έχει εξασφαλίσει τα 760 εκατ. που απαιτούνται για το ΚΑΕ από πρόσθετα έσοδα και περικοπές δαπανών, και θα τα εγγράψει στο προσχέδιο προϋπολογισμού, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν οι δανειστές θα παραιτηθούν έτσι εύκολα από μια μνημονιακή πρόβλεψη περικοπής 0,5% του ΑΕΠ.

Το γερμανικό «βέτο» για το χρέος

Σε κάθε περίπτωση, κάθε πλευρά για τους λόγους της, τόσο οι δανειστές όσο και η κυβέρνηση θέλουν μια γρήγορη δεύτερη αξιολόγηση, το αργότερο μέχρι μέσα Νοεμβρίου. Οι δανειστές για τους λόγους που προαναφέραμε (κυρίως λόγω ιού Deutsche Bank), η κυβέρνηση γιατί περιμένει να πάρει «κάτι» για το χρέος. Αυτό το «κάτι» είναι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που ετοιμάζει ο ESM, και για τα οποία ο επικεφαλής του Κλάους Ρέγκλινγκ μάλλον δεν διαφώτισε ιδιαίτερα τους ακροατές του στο τελευταίο EuroWorkingGroup. Και είναι άγνωστο αν θα προστεθεί κάτι κατά τις συναντήσεις στην Ουάσιγκτον, στην ετήσια σύνοδο ΔΝΤ- Παγκόσμιας Τράπεζας (7-9/10).

Ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας είναι πάντα η γερμανική κυβέρνηση, η οποία διά του Σόιμπλε επανέλαβε προ ημερών ότι «το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι τα επιτόκια και η αποπληρωμή του χρέους». Καθώς, λοιπόν, παραμένει το γερμανικό βέτο προς τον ESM να γνωστοποιήσει, έστω, το βραχυπρόθεσμο σχέδιο ελάφρυνσης, είναι άγνωστο πώς θα ξεμπλέξει το υπόλοιπο κουβάρι: τι θα γίνει με την έκθεση βιωσιμότητας του χρέους από το ΔΝΤ, τι θα γίνει και με την αντίστοιχη έκθεση της ΕΚΤ, από την οποία εξαρτάται και η ελληνική συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η μόνη περίπτωση να μη συρθούν αυτές οι εκκρεμότητες και στο 2017 είναι να φέρει μια αναγκαστική λύση η… πανταχόθεν πολιορκούμενη Deutsche Bank.

Δρόμος της Αριστεράς