c

του Ξενοφώντα Ερμείδη

Ο Δημήτρης Τσαφέντας ήταν μιγάς. Δεν τον δέχτηκε ποτέ ούτε το κίνημα των Μαύρων του Μαντέλα (επειδή, ακριβώς, ήταν μιγάς) και ίσως γι αυτό να ξεχάστηκε από τους πάντες.

Ο ίδιος ο Μαντέλα ειρωνεύτηκε και υποτίμησε την πράξη του “μπάσταρδου” Τσαφέντα, θεωρώντας μόνο τη δική του στάση ζωής (αναμένοντας να πέσει από μόνος του ο εχθρός) ως υπόδειγμα αντίστασης στο Απαρτχάιντ.

Γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1918 από τον Κρητικό Μιχάλη Τσαφαντάκη και την ντόπια Αμίλια Βίλιανς. Γεννιέται έξω από το Λορέτζο Μάρκες την πρωτεύουσα της Μοζαμβίκης. Ο πατέρας του δουλεύει σαν επιστάτης σε κτήματα και η μάνα του είναι, όπως όλοι οι μαύροι, εργάτρια σε αυτά. Τα κτήματα τα είχε κάποιος Έλληνας Στρουθίδης. Με το που γεννιέται, η μάνα τον παρατάει , υπάρχει και μια πληροφορία πως πέθανε στην γέννα μα δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά. Ο πατέρας Μιχάλης δεν είναι ακόμη παντρεμένος βλέπει το μωρό (δεν είναι μαύρο) και αποφασίζει να το αναγνωρίσει. Το στέλνει και μεγαλώνει με τη γιαγιά του, Κατερίνα, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί παίρνει ελληνική παιδεία, γίνεται με λίγα λόγια ελληνόπουλο, τραγουδά τον Ερωτόκριτο και λατρεύει την γιαγιά του.

Στην εφηβεία δουλεύει ως εργάτης και βρίσκεται οργανωμένος στο κομμουνιστικό κόμμα και αυτό γιατί το Κ.Κ. είναι το μόνο που δέχεται τους μιγάδες, τους κολοράτους όπως τους αποκαλούσαν. Όλοι οι άλλοι π.χ. το νοτιοαφρικανικό κογκρέσο που κυβερνά σήμερα (Μαντέλα) δεν αναγνώριζαν τους κολοράτους. Στην ενηλικίωση ξεκινά -ως ναυτεργάτης- τα ταξίδια του, που θα κρατήσουν 20 ολόκληρα χρόνια.

Ταξίδια που έγιναν μύθος από τα γράμματα που έστελνε στους γονείς του από όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Μια διαδρομή πολυτάραχη με σταθμούς την Τουρκία, όπου δούλεψε και ως καθηγητής ξένων γλωσσών στην Άγκυρα, αφού μιλούσε άπταιστα περισσότερες από οκτώ γλώσσες, αλλά και την Ελλάδα, όπου έζησε δύο χρόνια, αλλά την κουβάλησε στην ψυχή του μια ζωή.

Στην Αφρική γυρίζει στις αρχές του 1960, μετά από τον θάνατο του πατέρα του και ύστερα από πρόσκληση και βοήθεια του γαμπρού του. Το απαρτχάιντ όμως δεν τον δέχεται, γιατί είναι κολοράτος: ούτε άσπρος ούτε μαύρος. Κομμουνιστής αλλά και χριστιανός, γνωρίζει στο Κέηπ Τάουν μια οικογένεια μαύρων. Όχι μόνο μένει μαζί τους, αλλά ζητά να αλλάξει το χρώμα, που αναγράφεται στο διαβατήριό του και να γίνει μαύρος, για να παντρευτεί την κόρη τους. Του απαγορεύουν την όποια αλλαγή χρώματος στο διαβατήριο και απογοητεύεται. Την ίδια περίοδο πιάνει δουλειά στην βουλή.

Βάζει μπροστά ένα σχέδιο. Κάθε βράδυ συχνάζει σε ένα ελληνικό καφέ μα και σε ένα ελληνικό πλοίο που είναι δεμένο στο λιμάνι του Κέηπ Τάουν το “Ελένη”. Εκεί γνωρίζεται με τους ναυτικούς Κασιώτες στην πλειοψηφία, και τους μιλά για το σχέδιο του. Θα καθαρίσει τον πρωθυπουργό της χώρας.

Του πουλάνε ένα περίστροφο. Μα όταν το δείχνει στο καφενείο γελάνε και του λένε πως είναι ψεύτικο. Έτσι προχωρά στο σχέδιο με τα μαχαίρια. Στις 14:30 την 6/9/1966 κατάφερε 4 μαχαιριές στον πρωθυπουργό της χώρας Φερβούντ. (Dr. Hendrik Verwoerd), εμπνευστή του Απαρτχάιντ, και τυράννου των Μαύρων της Αφρικής.

Δίκη δεν έγινε ποτέ. Ο δικαστής έκρινε πως δεν μπορεί να δικάσει ένα ζώο.

Μεταφέρθηκε όμως στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της Πραιτόρια. Εκεί, σε ένα κελί, που χωρά ίσα ίσα ένα κρεβάτι, βασανίζεται πολλές φορές την μέρα, ενώ ακούει αλλά και βλέπει να κρεμούν θανατοποινίτες.

Έμεινε 28 χρόνια σε φυλακή και ψυχιατρείο της Πραιτόρια και πέθανε το 1999. Τάφηκε δίχως ταφόπλακα με το όνομα του, (έτσι τιμωρούν, ακόμα και σήμερα, τη μνήμη των “ατιμασμένων”). Μόνο μια πέτρα με τον αριθμό J59, ο αριθμός του ως κρατούμενος, θα θυμίζει ότι εκεί από κάτω βρίσκεται η πιο αμφισβητούμενη ελληνική προσωπικότητα της Αφρικής.

Ίσως ήταν τρελός, ίσως ήταν παλικάρι. Ίσως και τα δύο. Σε άλλες εποχές θα ονομαζόταν Αρμόδιος ή Αριστογείτονας, σε άλλες Σχοινάς, σε άλλες Παναγούλης. Στη δική μας, την εποχή των επιπόλαιων Λωτοφάγων, έμεινε ως J59 και σκεπάστηκε με τη λήθη των Ελλήνων και των Αφρικανών.Όπως και να έχει οι τρελοί ή τα παλληκάρια σαν τον Τσαφέντα είναι ο εφιάλτης του οποιοδήποτε αυταρχικού καθεστώτος, ακόμα και στις μέρες μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η οποιοιδήποτε πολιτική, οικονομική, θρησκευτική εξουσία τους σκεπάζει συστηματικά με τη χλεύη και τη λήθη.

ston toixo