Περιμένοντας τη… CETA!

Της Μαρίας Καδόγλου*

Οι Σκουριές πριν και μετά την επικείμενη εμπορική συμφωνία Ε.Ε.-Καναδά

Ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Σταθάκης είπε ένα μεγάλο «ναι» στη CETA, την εμπορική συμφωνία Ε.Ε.-Καναδά, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα σε καναδικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα να μηνύσουν τη χώρα μας για οποιαδήποτε απόφαση ή πολιτική που θίγει τα συμφέροντά τους. Ο Καναδάς είναι η χώρα όπου έχει την έδρα του το 75% των μεταλλευτικών εταιρειών παγκοσμίως – και η στήριξη αυτών των εταιριών είναι ένας από τους βασικούς λόγους που επιδιώκει να υπογράφει εμπορικές συμφωνίες όπως η CETA. Η εμπειρία, ειδικά από τη Λατινική Αμερική, δείχνει ότι οι καναδικές μεταλλευτικές εταιρίες έχουν χρησιμοποιήσει με επιθετικό τρόπο τις ρήτρες προστασίας επενδυτών, που εμπεριέχονται σε αυτές τις συμφωνίες, για να ακυρώσουν περιορισμούς στην εξόρυξη ή να απαιτήσουν από τις χώρες αποζημιώσεις ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ. To σύστημα προβλέπει τη δυνατότητα των ξένων εταιρειών να παρακάμπτουν τα εθνικά δικαστήρια και να φέρνουν τα αιτήματά τους ενώπιον ιδιωτικών «δικαστηρίων» που δεν λογοδοτούν πουθενά.

Για την Ευρώπη, η πρώτη γνωστή περίπτωση προσφυγής εξορυκτικής εταιρίας σε διαιτησία είναι της καναδικής Gabriel Resources, που ζητά αποζημίωση επειδή παρά τις προσπάθειες 15 και πλέον ετών δεν κατάφερε να πάρει έγκριση για το μεταλλείο χρυσού της Ρόσια Μοντάνα. Η επόμενη θα μπορούσε να είναι η Eldorado στην Ελλάδα.

Μέχρι τις 10 Οκτωβρίου, το υπουργείο Περιβάλλοντος θα πρέπει να αποφανθεί αν η μεταλλουργική μέθοδος flash smelting, που υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιήσει η Eldorado στη Χαλκιδική, είναι εφαρμόσιμη ή όχι. Αν αποδειχθεί ότι δεν είναι, αυτό συνιστά παραβίαση του βασικότερου όρου της ΚΥΑ Έγκρισης Περιβαλλοντικών όρων, αλλά και της σύμβασης μεταβίβασης των μεταλλείων και του κυρωτικού της νόμου. Αν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποφασίσει να τηρήσει το νόμο, θα πρέπει να ακυρώσει όλες τις αδειοδοτήσεις που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα στην εταιρία και ενδεχομένως και την ίδια τη σύμβαση.

Για τις μεταλλευτικές εταιρίες η ακύρωση αδειών είναι μια τυπική περίσταση προσφυγής στο μηχανισμό διαιτησίας των ιδιωτικών δικαστηρίων. Ο μηχανισμός αυτός δεν είναι σήμερα διαθέσιμος στην Eldorado, γιατί η Ελλάδα δεν έχει διμερή εμπορική συμφωνία ούτε με τον Καναδά ούτε με κράτος-μέλος της Ε.Ε. όπου εδρεύουν οι θυγατρικές της. Μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή η CETA, η σχέση της Eldorado με το ελληνικό κράτος καθορίζεται αποκλειστικά από την ελληνική νομοθεσία και τη σύμβαση μεταβίβασης. Η εταιρία έχει σαφέστατα το δικαίωμα να προσφύγει κατά του Ελληνικού Δημοσίου στα ελληνικά δικαστήρια, αλλά θα πρέπει να αποδείξει ότι η ίδια ήταν εντάξει σε όλα και αδίκως της αφαιρέθηκαν οι άδειες. Δύσκολο!

Νέα βιομηχανία προσφυγών

Όλα θα αλλάξουν με τη CETA. Οι προσφυγές των εταιριών εκδικάζονται όχι από πραγματικά δικαστήρια αλλά από επιτροπές τριών συνήθως διαιτητών, που και οι ίδιοι δεν είναι δικαστές αλλά εταιρικοί δικηγόροι. Οι διαιτητές πληρώνονται αδρά για κάθε υπόθεση ξεχωριστά και έχουν την τάση να ερμηνεύουν τη νομοθεσία προς όφελος των εταιριών. Τα κράτη δεν μπορούν να προσφύγουν κατά των εταιριών, μπορούν μόνο να αμυνθούν και δεν έχουν δικαίωμα έφεσης της απόφασης.

Οι «νέας γενιάς» εμπορικές συμφωνίες έχουν εξελιχθεί σε εργαλεία κερδοσκοπίας για αδίστακτες εταιρίες και τους δικηγόρους τους, που έχουν στήσει ολόκληρη βιομηχανία αγωγών εναντίον κρατών. Συχνά η απειλή της προσφυγής είναι εξίσου αποτελεσματική με την ίδια την προσφυγή. Ο φόβος των υπέρογκων αποζημιώσεων απομακρύνει οποιαδήποτε σκέψη για νέα νομοθεσία ή άλλη ενέργεια που θα προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, αλλά θα ενοχλήσει κάποια πολυεθνική. Οπλισμένη με ένα τέτοιο πανίσχυρο εργαλείο, μια εταιρία σαν την Eldorado έχει θεωρητικά απεριόριστες δυνατότητες εκβιασμών προκειμένου να αποτραπούν «δυσάρεστες» εξελίξεις. Και σίγουρα μπορεί να διασφαλίσει ότι η απόρριψη του flash smelting, όσο καίριο ζήτημα κι αν είναι αυτό για το σύνολο της «επένδυσης», δεν θα έχει τελικά καμία επίπτωση στη δραστηριότητά της.

Η Eldorado, λοιπόν, «παίζει καθυστερήσεις» περιμένοντας τη CETA για να εδραιώσει οριστικά την παρουσία της στην Ελλάδα. Και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την περιμένει ως το τέλειο πρόσχημα για να μην πράξει αυτά που ο νόμος την υποχρεώνει να πράξει.

Ο αγώνας για ζωή συνεχίζεται, με CETA ή χωρίς. Ο αμφιλεγόμενος δικαστικού τύπου μηχανισμός επίλυσης διαφορών επενδυτή-κράτους δεν θα ισχύσει παρά μόνο όταν τεθεί η συμφωνία σε πλήρη εφαρμογή, αφού (και αν) ψηφιστεί και από τα 28 εθνικά κοινοβούλια. Μέχρι τότε, το πρωτοφανές πανευρωπαϊκό κίνημα ενάντια σε αυτές τις τερατώδεις συμφωνίες θα συνεχίσει να φουντώνει. Και αν το στηρίξουμε ενεργά όλοι μας, μπορεί και να νικήσει.

* Η Μαρία Καδόγλου είναι μέλος του Παρατηρητήριου Μεταλλευτικών Ερευνών

Δρόμος της Αριστεράς