Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να βάλει για ξεπούλημα την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ έφερε στο μυαλό μας σκέψεις και εικόνες από τον περίφημο «πόλεμο του νερού» στην Βολιβία. Δεκάξι και πλέον χρόνια μετά τον ξεσηκωμό που άρχισε στην Κοτσαμπάμπα εκείνον τον Φλεβάρη τού 2000 (έναν μόλις μήνα μετά την πλήρη παράδοση του υδάτινου πλούτου της χώρας στα μονοπώλια), η νίκη τού βολιβιανού λαού σ’ εκείνον τον πόλεμο παραμένει ορόσημο για τους λαϊκούς αγώνες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Βολιβία είναι μία από τις πιο φτωχές χώρες στην αμερικάνικη ήπειρο ενώ έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ιθαγενών και μιγάδων κατοίκων και κατέχει το ρεκόρ Γκίνες ως η χώρα με τα περισσότερα πραξικοπήματα, με μέσο όρο ένα πραξικόπημα τον χρόνο (!): 193 από την ανεξαρτησία της το 1825. Παρά την πληθυσμιακή κυριαρχία τους, οι ιθαγενείς ήσαν τελείως αποκλεισμένοι από τις κρατικές δομές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό που συνέβαινε με την γλώσσα μέχρι πρόσφατα: το κράτος είχε ορίσει ως επίσημη γλώσσα τα ισπανικά, μη αναγνωρίζοντας τα δεκάδες ντόπια ιδιώματα και γλώσσες των ιθαγενών, τους οποίους θεωρούσε αναλφάβητους εφ’ όσον δεν ήξεραν ισπανικά. Φυσικά, οι ανώτερες κοινωνικά τάξεις και οι ισπανογενείς επήλυδες νέμονταν την εξουσία και τον πλούτο τής χώρας ενώ τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν είχαν πρόσβαση σε βασικά αγαθά, όπως το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα.

Στην «Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού» και σε τρία διαδοχικά κεφάλαια (*) μιλήσαμε διεξοδικά για το πώς ο καπιταλισμός οργάνωσε και υλοποίησε στην δεκαετία του ’80 την επίθεσή του στην Βολιβία. Εκείνη η επίθεση ήταν πολύ φυσική, αφού η χώρα έχει πλούσια κοιτάσματα χρυσού, άλλων μετάλλων, υδρογονανθράκων κλπ. Παρ’ ότι η «επέμβαση» των διεθνών καπιταλιστικών οργανισμών (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κλπ) έγινε με «χειρουργικό τρόπο» για να σωθεί η «ασθενής» οικονομία, η χώρα εξακολούθησε να βουλιάζει στα χρέη. Έτσι, στα τέλη του περασμένου αιώνα η Παγκόσμια Τράπεζα έβαλε τέλος στον «ασύδοτο δανεισμό» και απαίτησε από την βολιβιανή κυβέρνηση να προχωρήσει σε ένα ευρύτατο φάσμα ιδιωτικοποιήσεων, απειλώντας ότι θα σταματούσε η εισροή χρήματος σε αντίθετη περίπτωση. Μεταξύ άλλων, έπρεπε να δοθεί σε ιδιώτες προς αξιοποίηση και ο υδάτινος πλούτος.

Πρόεδρος της χώρας εκείνη την περίοδο ήταν ο πρώην δικτάτορας -και στενός φίλος τού Πινοτσέτ- Ούγκο Μπάνσερ, ο οποίος είχε πλέον εκλεγεί με «δημοκρατικές διαδικασίες». Πειθήνιο όργανο των διεθνών καπιταλιστικών οργανισμών και εκπαιδευμένος στην καταστολή των μαζών, ο Μπάνσερ υπάκουσε. Έτσι, τον Ιανουάριο του 2000 η διαχείριση των υδάτινων πόρων παραχωρήθηκε σε μια κοινοπραξία πολυεθνικών εταιριών (με πρώτη και καλύτερη την γνωστή μας πολιτειακή Bechtel), την Aguas de Tunari (**). Η σύμβαση υπογράφτηκε για σαράντα χρόνια και εγγυόταν στην κοινοπραξία τουλάχιστον 15% ετήσια απόδοση της επένδυσης.

Εκείνη η σύμβαση περιείχε και έναν πρωτοφανή και προκλητικώτατο όρο. Η κυβέρνηση γνώριζε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ιθαγενών δεν είχαν συνδέσεις με δίκτυα ύδρευσης ή άρδευσης και ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους με νερό από στέρνες, πηγάδια και ποτάμια. Έτσι, ψήφισε και τον διαβόητο «νόμο 2029», σύμφωνα με τον οποίο η ιδιοκτησία κάθε μέσου συλλογής νερού θα ανήκε πλέον στην Agua de Tunari. Σύμφωνα με τον νόμο, όσοι είχαν πηγάδια ή στέρνες έπρεπε να τα δηλώσουν ώστε το κράτος να τα σφραγίσει. Κι επειδή ο Μπάνσερ καταλάβαινε ότι η κοινωνία θα ξεσηκωνόταν, προχώρησε και σε κάτι πιο πρωτοποριακό: έδωσε άδεια στην κοινοπραξία να φτιάξει… αστυνομία νερού! Μεταξύ των σκοπών αυτής της αστυνομίας ήταν να γυρίζει στα χωριά και να ελέγχει αν υπήρχαν αδήλωτα πηγάδια ή ακόμη και απλά βαρέλια και κουβάδες που μάζευαν νερό της βροχής. Αν εύρισκε τέτοια πράγματα, είχε δικαίωμα να τα καταστρέψει. Για να το πούμε πιο παραστατικά: μπορούσες να σκύψεις και να πιεις νερό από μια πηγή ή ένα ποτάμι αλλά δεν μπορούσες να γεμίσεις το παγούρι σου.

Πρώτη δουλειά τής κοινοπραξίας ήταν να αυξήσει την τιμή τού νερού κατά 30%, ώστε να μαζέψει λεφτά για να φτιάξει έργα ύδρευσης. Όταν άκούστηκαν οι πρώτες φωνές για ληστεία, οι υπεύθυνοι απάντησαν ότι αυτά τα έργα θα άνοιγαν καινούργιες θέσεις εργασίας. Κι όταν οι δημοσιογράφοι τόλμησαν να ρωτήσουν τον διευθυντή τής Aguas de Tunari τι θα γίνει αν κάποιος δεν μπορεί να πληρώσει, εκείνος απάντησε: «φυσικά, θα τους κόβεται το νερό». Και για να αποδείξει ότι δεν είχε ιδέα για το τι θα ακολουθούσε, ανακοίνωσε και νέα αύξηση. Κι ύστερα από λίγες μέρες, άλλη μία. Μέσα σε λιγώτερο από έναν μήνα, η τιμή του νερού είχε τετραπλασιαστεί!

Κάπου εκεί, μέσα στον Φλεβάρη, άρχισαν οι εξεγέρσεις. Πρώτοι βγήκαν στους δρόμους οι φοιτητές, οι οποίοι οργάνωσαν συντονιστικό αγώνα (την Coordinadora) στο πανεπιστήμιο της Κοτσαμπάμπα, στο οποίο εντάχθηκαν αμέσως εκπρόσωποι των εργατών και των αγροτών. Φυσικά, η εξουσία δεν είδε με καθόλου καλό μάτι αυτόν τον ξεσηκωμό. Κι όταν μια επιτροπή τής Coordinadora ζήτησε να μιλήσει με τον δήμαρχο, μόλις τα μέλη της έφτασαν στην συνάντηση, συνελήφθησαν.

Σύντομα, η φωτιά επεκτάθηκε σε όλη την χώρα. Επί δυο μήνες σ’ ολόκληρη την Βολιβία έδιναν κι έπαιρναν οι συγκρούσεις. Επικρατούσε χάος. Από την μια η επίσημη καταστολή, με συλλήψεις και καταδίκες κι από την άλλη η φτωχολογιά με πέτρες και μολότοφ, να μη θέλει να το βάλει κάτω. Κι όσο περνούσαν οι μέρες, η κατάσταση γινόταν όλο και πιο έκρρυθμη αντί να ξεθυμαίνει. Τον Απρίλιο στήθηκαν και τα πρώτα οδοφράγματα στην Κοτσαμπάμπα, κάτι που οδήγησε τον Μπάνσερ στην επιβολή στρατιωτικού νόμου στην πόλη.

Στο πλευρό τού Μπάνσερ, όπως ήταν αναμενόμενο, πήραν θέση και τα ΜΜΕ. Σύμφωνα με τις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις, ο πρόεδρος ήταν υποχρεωμένος να πάρει τέτοια αυστηρά μέτρα επειδή η Κοτσαμπάμπα είχε περάσει υπό τον έλεγχο των εμπόρων ναρκωτικών. Εσκεμμένα, δηλαδή, η πουλημένη δημοσιογραφία παρουσίαζε τους φτωχούς καλλιεργητές κόκας (τους κοκαλέρος) ως… εμπόρους ναρκωτικών! Μόνο που τούτη την φορά η εξουσία δεν είχε κάνει σωστούς λογαριασμούς. Την επόμενη μέρα στήθηκαν οδοφράγματα και σε άλλες πόλεις. Ένα σύνθημα ακουγόταν σ’ ολόκληρη την Βολιβία, από την μια άκρη ως την άλλη: el agua es nuestra, carajo! Το νερό είναι δικό μας, γαμώτο!

Η αστυνομία δεν άργησε να χτυπήσει στο ψαχνό. Πρώτο θύμα της ο 17χρονος Βίκτωρ Ούγκο Ντάζα, του οποίου το έγκλημα ήταν ότι μετά την δουλειά, αντί να πάει σπίτι του, πήγε στην διαδήλωση. Τα νοσοκομεία τής Κοτσαμπάμπας γέμισαν με δεκάδες τραυματίες. Κι όμως, το πείσμα και η θέληση των εξεγερμένων δεν έλεγαν να υποχωρήσουν. El agua es nuestra! Carajo! Ο δήμαρχος της πόλης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει το δίκιο των εξεγερμένων και το παράδειγμά του ακολούθησαν και πολλοί βουλευτές αλλά και μέλη τής κυβέρνησης

Όσο κι αν δεν το ήθελε, ο Μπάνσερ αναγκάστηκε να σκύψει το κεφάλι. Στα τέλη Απριλίου, αφού όλα έδειχναν πως ο λαός δεν επρόκειτο να κάνει πίσω με τίποτε, η κυβέρνηση κατάργησε τον νόμο 2029 και ξανακρατικοποίησε το νερό. Μετά από τρεις μήνες εξέγερσης, ο βολιβιανός λαός νίκησε στον δίκαιο αγώνα του. Και μπορεί ο φυσικός και οι ηθικοί αυτουργοί τού φόνου τού 17χρονου Ντάζα να μη τιμωρήθηκαν ποτέ αλλά η νίκη τού λαού στον «πόλεμο του νερού» αποδείχτηκε πολύ σημαντική. Έδειξε στους φτωχούς και στους κατατρεγμένους ότι με ενότητα και αγώνα μπορούν να καταφέρουν πράγματα που δύσκολα φαντάζεται κανείς. Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς που έξι μόλις χρόνια μετά απ’ αυτόν τον πόλεμο, έμελλε να αναδειχτεί πρόεδρος της χώρας ένας από τους κοκαλέρος που είχαν βγει τότε στους δρόμους: ο Έβο Μοράλες.

Επίλογος. Από την εκλογή του και επί πολλά χρόνια, ο Μοράλες πάλαιψε σε διεθνές επίπεδο για να αναγνωριστεί το νερό ως δημόσιο αγαθό. Στις 28 Ιουλίου 2010, με την απόφαση 64/292, ο ΟΗΕ αναγόρευσε την πρόσβαση σε πόσιμο νερό ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Σ’ εκείνη την ψηφοφορία, 122 χώρες έδωσαν θετική ψήφο ενώ 41 άλλες απείχαν. Ανάμεσα στις τελευταίες ήσαν οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Μεγάλη Βρεττανία και η Αυστραλία. Δηλαδή… carajo!

[Δείτε την ταινία τής Iciar Bollain «Tambien la lluvia» (Ακόμα και η βροχή), με θέμα τον πόλεμο του νερού. Η ταινία γυρίστηκε το 2009 στην Κοτσαμπάμπα, με την αμέριστη βοήθεια των κατοίκων.]

———————————————–
(*) 20. Όταν ο Κέυνς συνάντησε τον Φρήντμαν, 21. Βολιβία 1985 και η σύγχρονη ελληνική φάρσα, 22. Η βολιβιανή παρακαταθήκη

(**) Agua de Tunari = Νερά του Τουνάρι. Το Τουνάρι είναι ένα χωριό κοντά στη Κοτσαμπάμπα απ’ όπου έρχεται το νερό που υδροδοτεί την πόλη.

cogito ergo sum