info10

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ζοφερή είναι η πραγματικότητα που αναδύεται από το εξαμηνιαίο δελτίο οικονομικού κλίματος μικρομεσαίων επιχειρήσεων, το οποίο μόλις δόθηκε στη δημοσιότητα κι αναφέρεται στο δεύτερο εξάμηνο του έτους. Η εξαμηνιαία έκδοση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (εδώ ολόκληρη η έκθεση) κάνει καθαρά λόγο για παγίδα ρευστότητας στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία «κατά την οποία οποιαδήποτε παρέμβαση στο σκέλος της νομισματικής πολιτικής (επιτόκια, τιμές, ποσοτική χαλάρωση) δεν είναι ικανή να δημιουργήσει συνθήκες ανάκαμψης»! Πρόκειται για πολύ σοβαρή διαπίστωση, που προκύπτει από μια εκτεταμένη έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο σε συνεργασία με την εταιρεία Marc ΑΕ σε πανελλαδικό δείγμα 1.000 πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων (με προσωπικό από 0 έως 49 άτομα). Τα συμπεράσματα της επομένως πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη.

Το δεύτερο σημαντικότερο συμπέρασμα που διατυπώνεται στην έρευνα είναι ότι «δεν είναι δυνατό να γίνει ακόμη λόγος για ανάκαμψη της οικονομίας αλλά μάλλον για στασιμότητα». Στον αντίποδα του κλίματος ευφορίας που επιχειρεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να ξανακερδίσει τη χαμένη εμπιστοσύνη της κοινωνίας, η έκθεση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων συμπεραίνει πώς «το νέο πακέτο υφεσιακών μέτρων που βρίσκεται σε πλήρη εφαρμογή έχει εντείνει τις αρρυθμίες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες συνεχίζουν να διαβρώνουν το επιχειρηματικό κλίμα. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν ιδιότυπο αρνητικό πολλαπλασιαστή για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Ειδικότερα, για κάθε 1 επιχείρηση που εμφανίζει σημάδια βελτίωσης και υγείας, άλλες 10 επιχειρήσεις ασθενούν σοβαρά, με απροσδιόριστο χρόνο επούλωσης των πληγών που άφησε η εξαετία της ύφεσης και η ατελέσφορη λιτότητα». Σε άλλο σημείο της έρευνας τονίζεται ότι «τα επώδυνα και εμπροσθοβαρή μέτρα που συνοδεύουν το Τρίτο Πρόγραμμα Προσαρμογής οδηγούν σε ένα νέο κύκλο ανατροφοδοτούμενης στασιμότητας και έλλειψης προοπτικών, καθώς λειτουργούν ως τροχοπέδη στην εγγενή τάση της επιχειρηματικότητας για αναζήτηση νέων επενδυτικών ευκαιριών και κερδοφόρων αγορών. Οι μακροοικονομικές επιδόσεις παραμένουν αναιμικές. Δυστυχώς, δε διαφαίνεται στον ορίζοντα μια τέτοια πύκνωση παραγωγικών δυνάμεων ικανών να ανατρέψουν αυτόνομα το φαύλο κύκλο στασιμότητας. Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά ότι η οικονομία βρίσκεται σε μια φάση του οικονομικού κύκλου όπου η μειωμένη ρευστότητα, το επενδυτικό κενό και η χαμηλή χρηματοδοτική ικανότητα, συνυπάρχουν με μια εξωγενώς προκληθείσα αρνητική μακροοικονομική συγκυρία».

Για μια χούφτα επιχειρήσεις

Σε ό,τι αφορά τη γενική οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων η έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ και της Marc αποτιμώντας το πρώτο εξάμηνο του 2016 συμπεραίνει τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της συντριπτικής πλειοψηφίας των μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων και ενός μικρού σταθερού ποσοστού (που κυμαίνεται διαχρονικά στο 5-7%) που φαίνεται να μην επηρεάζεται από την κρίση. «Η οριακή βελτίωση των δεικτών αφορά αυτό το πολύ μικρό στεγανοποιημένο ποσοστό επιχειρήσεων», τονίζουν οι συντάκτες της έκθεσης που περιγράφουν με ποσοτικούς όρους πόσοι ωφελούνται από την κρίση… Αναφέρουν μάλιστα ότι ο λόγος θετικών – αρνητικών αποτιμήσεων παραμένει στο 1:10. Παραπέρα, ο δείκτης ρευστότητας κινείται σε πολύ υψηλά αρνητικά επίπεδα της τάξης του 75,8% «τέτοια που να μην προοιωνίζεται μεσοπρόθεσμα την επενδυτική άνοιξη στην οποία προσβλέπει η επιχειρηματική κοινότητα». Αρνητικός συνεχίζει να είναι και ο κύκλος εργασιών με «τη μεγαλύτερη μείωση να φαίνεται πως την καταγράφουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και οι αυτοαπασχολούμενοι, ένδειξη συγκέντρωσης μεριδίων και τάσης ολιγοπώλησης της αγοράς». Αρνητικές ωστόσο εμφανίζονται και οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για το μέλλον, καθώς το 59,5% των επιχειρήσεων αναμένει επιδείνωση και μόλις το 8,5% βελτίωση.

Μαύρη είναι η εικόνα που μεταφέρει η έκθεση και σε ό,τι αφορά την ίδια την επιχειρηματική δραστηριότητα. Αναφέρεται για παράδειγμα πως «για πολλές επιχειρήσεις το ζητούμενο δεν είναι η ανάπτυξη τους αλλά η όσο το δυνατό πιο ανώδυνη διάλυση και εκκαθάριση». Αντίθετα δηλαδή με τα μεγάλα λόγια της κυβέρνησης αυτό που ζητούν οι επιχειρήσεις είναι την οικονομική ευθανασία κι όχι ένα εξευτελιστικό επιχειρηματικό τέλος, με κατασχέσεις και χρέη. Αναφέρεται για παράδειγμα ότι 4 στους 10 «μικρούς επιχειρηματίες» του ΟΑΕΕ έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές στα ασφαλιστικά ταμεία. Επίσης, υψηλές παραμένουν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ΔΕΚΟ, με περισσότερες από 1 στις 5 επιχειρήσεις να μην αποπληρώνει εγκαίρως. Με βάση επίσημα στοιχεία πάνω από 500.000 ελεύθεροι επαγγελματίες και επιχειρήσεις όλων των κλάδων (επιστήμονες, βιοτέχνες, έμποροι, υπηρεσίες κ.λπ.) έχουν χρέη προς τις εταιρείες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Επιπλέον 1 στις 3 επιχειρήσεις οφείλει δάνεια στις τράπεζες. Συνολικά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένων επαγγελματιών, ατομικών και αγροτικών επιχειρήσεων οφείλουν 61,5 δις. ευρώ, επί συνόλου 200,1 δις. ευρώ δανείων.

Μειώσεις μισθών

Αποκαλυπτικά επίσης είναι και τα στοιχεία που αφορούν την αγορά εργασίας. Η έρευνα επισημαίνει ότι η θετική εικόνα της αργής αποκλιμάκωσης της ανεργίας επισκιάζεται από δύο άλλες εξελίξεις. Η πρώτη είναι η διεύρυνση του υψηλού ποσοστού ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Για κάθε μία νέα θέση πλήρους απασχόλησης, δημιουργούνται δύο αντίστοιχες θέσεις ευέλικτης απασχόλησης, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του συστήματος Εργάνη. Η δεύτερη σοβαρή εξέλιξη στην αγορά εργασίας σχετίζεται με την υποκατάσταση θέσεων πλήρους απασχόλησης από αντίστοιχες θέσεις μερικής. «Η αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας έχει οδηγήσει σε παγίωση των καθεστώτων ευέλικτης απασχόλησης», αναφέρει η έκθεση. Και συνεχίζει: «η αγορά εργασίας κυριαρχείται από ευέλικτες μορφές εργασίας, καθώς για το πρώτο εξάμηνο του 2016 το 52% των νέων προσλήψεων αφορούσε θέσεις μερικής ή και εκ περιτροπής απασχόλησης». Οι εντυπώσεις της οριακής μείωσης της ανεργίας εξανεμίζονται ωστόσο πλήρως αν λάβουμε υπ’ όψη ένα ακόμη στοιχείο: Τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην έγκαιρη καταβολή μισθών. «4 στις 10 επιχειρήσεις δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα έγκαιρης καταβολής μισθοδοσίας, ενώ το 28% των επιχειρήσεων δήλωσαν ότι έχουν μειώσει τις αποδοχές των υπαλλήλων στο προηγούμενο εξάμηνο»! Κάτι που σημαίνει ότι ένα σοβαρό ποσοστό, σχεδόν 1 στους 3, απ’ όσους εργάζονται αναγκάζεται να ζήσει από χρόνο σε χρόνο με λιγότερα χρήματα, σε ένα οικονομικό περιβάλλον μάλιστα όπου όλα αυξάνονται: από τους φόρους μέχρι τις τιμές των προϊόντων, αναφέρει η έκθεση που είναι πολύ διαφωτιστική.

Τέλος, είναι απαραίτητο να ειπωθεί κάτι ευρύτερο. Με την εμπειρία της ανάγνωσης εκατοντάδων παρόμοιων δελτίων και εκθέσεων, για περισσότερα από είκοσι χρόνια, δεν μπορώ να μην κρύψω τη θετική εντύπωση που προκαλεί ο σοβαρός χειρισμός των οικονομικών μεγεθών εκ μέρους των συντακτών της έκθεσης του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Ο κανόνας είναι εντελώς αντίθετος. Τράπεζες, με πιο χαρακτηριστική την Τράπεζα της Ελλάδας (που θα έπρεπε να παρέχει μαθήματα δεοντολογίας), ακόμη και ιδρύματα που αφιερώνουν σοβαρούς πόρους με σκοπό να αποτυπώσουν με πιστότητα την οικονομική κατάσταση, όπως το ΙΟΒΕ, ενώ δημοσιεύουν αξιόπιστες έρευνες και υψηλών απαιτήσεων επεξεργασίες δεδομένων, στην ερμηνεία που δίνουν υποκύπτουν στις Σειρήνες του …χειρισμού. Πάντα! Με αποτέλεσμα άλλα να λένε τα μεγέθη (πχ επιδείνωση την τελευταία πενταετία) κι άλλα να γράφουν οι συντάκτες της έκθεσης ως ερμηνεία αυτών των μεγεθών (πχ επιβράβευση των μεταρρυθμίσεων), σε μια εναγώνια και άγαρμπη προσπάθεια να δικαιολογήσουν την ακολουθούμενη πολιτική, κατά κραυγαλέα υπέρβαση του ρόλου τους και εκμετάλλευση της θέσης τους. Το αποτέλεσμα είναι ένας τραγέλαφος με απανωτά διαγράμματα που το ένα συναγωνίζεται το άλλο στην κλίση της καθοδικής τροχιάς από τη μια και δίπλα – δίπλα συνοδευτικά κείμενα που ξεπερνούν εαυτόν σε αισιοδοξία, χωρίς ωστόσο ποτέ να κάνουν τον κόπο να ελέγξουν τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις της προηγούμενης έκδοσης. Στον αντίποδα αυτών των παρωχημένων τακτικών χειραγώγησης των στατιστικών στοιχείων και, σε τελική ανάγνωση, του αναγνώστη, το εξαμηνιαίο δελτίο του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ ξεχωρίζει για την ακρίβεια και το σεβασμό που επιδεικνύει στα ευρήματα της έρευνας και, σε τελική ανάλυση, στον ίδιο τον αναγνώστη.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 9 Σεπτεμβρίου 2016