%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b1

Ακόμη και αν κάποιος δεν επιθυμεί να εντρυφήσει στην πολιτική οικονομία, δεν μπορεί να αποφύγει την έστω επιδερμική ενασχόληση με την γνωριμία των οικονομικών όρων. Και αυτό δεν αφορά μονάχα το έντονα τεχνο-οικονομικό σήμερα, αλλά έρχεται από παλιά, από τότε που ο Μάρξ στόχευε περισσότερο στην οικονομία και στο κεφάλαιο. Και προοδευτικά όλο και περισσότερο η οικονομική λογική διεισδύει στη ζωή των ανθρώπων, περισσότερες σελίδες με οικονομικά θέματα στις εφημερίδες, ρεπορτάζ στη τηλεόραση με συχνό φόντο τα τελευταία χρόνια τις μηχανές που κόβουν χρήμα.

Οξύμωρο; Την χρονική περίοδο που όλο και περισσότερα κομμάτια του πληθυσμού φτωχοποιούνται, η τηλεόραση «ταΐζει» εκτυπωτικές μηχανές χρήματος. Από τους διαμορφωτές και χειραγωγούς της «κοινής γνώμης» τίποτα δεν αφήνεται στη τύχη, όλα σκηνοθετημένα με κάθε λεπτομέρεια. Βασικό μέρος της οικονομικής θεματολογίας καταλαμβάνει και στη παρούσα χρονική περίοδο η φορολογία. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού οι έκτακτες εισφορές των τελευταίων δύο χρόνων, τόσο στο μέγεθος τους όσο και στην ένταση τους αποτελούν μοναδικό παράδειγμα στην σύγχρονη ιστορία. Μόνο με τις έκτακτες εισφορές σε φεουδάρχες, αυτοκράτορες και αποικιοκράτες θα μπορούσε να συγκριθεί. Η φορολογία, εν τη γενέσει της, αποτελεί μια κρατική επιβολή.

Δεν νοείται κράτος χωρίς φορολογία και ασφαλώς φορολογία χωρίς κράτος. Στα καθ’ ημάς, όμως, υπάρχει το οξύμωρο, να θεωρείται η Αριστερά ότι είναι ενάντια στους φόρους παρ’ ότι είναι κρατίστικη και ο νέο-φιλελευθερισμός να πιστώνεται ότι είναι υπέρ των φόρων παρ’ ότι λογίζεται ως αντι-κρατικός. Εδώ φυσικά διαμορφώνονται και οι σύγχρονες αντιφάσεις της εποχής μας, αφού οικονομικά θεωρητικά κείμενα ανατρέπονται στη πράξη λόγω του status που επικρατεί. Έτσι, στις ΗΠΑ όλο το οικονομικό και τραπεζικό κατεστημένο, το 2007, πίεζε το κράτος να «κόψει» χρήμα για να μην χρεωκοπήσουν οι τράπεζες και τα κατάφερε. Έτσι οι «αντι»-κρατιστές φιλελεύθεροι καπιταλιστές μετά χαράς υποδέχθηκαν το κρατικό παρεμβατισμό, γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια τα κείμενα των θεωρητικών τους. Δεν θέλουν το κράτος όταν μπλέκεται στα πόδια τους, το θέλουν όταν πρέπει να τους «εξυγιάνει», αυτό είναι το σύγχρονο απόφθεγμα τους. Δύο μέτρα και δυο σταθμά. Στην ΕΕ, δύο χρόνια αργότερα, το περίφημο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο ανατρέπεται άλλοτε σταδιακά και άλλοτε απότομα εφαρμόζοντας τις G8/G20 αποφάσεις τους. Μπορεί εδώ να μην «έκοψε» χρήμα, αλλά ως δομική επιλογή είχε και έχει να διασώσει το τραπεζικό σύστημα μεταφέροντας τη «λύση» δημοσιονομικά στους πολίτες.

Ιστορικά το δυτικό ευρωπαϊκό μοντέλο μπορούσε να παρουσιάζει «κοινωνικό πρόσωπο», αφού στηρίχτηκε στην αποικιοκρατία δεκαετιών, την παγκόσμια οικονομική κυριαρχία και την στρατιωτική άμυνα για την Δύση την είχαν αναλάβει οι ΗΠΑ. Το αντίπαλο στρατιωτικά δέος στην Σοβιετική Ένωση δεν ήταν η καπιταλιστική Ευρώπη αλλά οι ΗΠΑ. Ενώ οι χώρες που ελέγχονταν αποικιοκρατικά (μερικές δεκάδες δηλαδή) έπαιζαν κατά κάποιο τρόπο το ρόλο της Κίνας σήμερα, όχι τόσο βιομηχανικά όσο ως προς την παροχή πρώτων υλών. Είναι λογικό, λοιπόν, ως Ευρώπη, όταν από τη μια πλευρά αφαιμάσσεις τρίτες χώρες και από την άλλη στρατιωτικά το μεγαλύτερο βάρος το σηκώνουν οι ΗΠΑ, να έχεις χρήμα και χώρο για «κοινωνική πολιτική». Δηλαδή τα προνόμια που απολάμβανε κάποιος πολίτης της Γαλλίας ή Βρετανίας ήταν προϊόν μιας άλλης καταπιεστικής σχέσης που διαμορφωνόταν κάπου αλλού, στην Αφρική για παράδειγμα. Ασφαλώς η σημασία και η δράση των κοινωνικών επαναστάσεων στον ευρωπαϊκό χώρο αποτέλεσε σημαντική βελτιωτική κίνηση –και δυστυχώς όχι ολικά απελευθερωτική– για τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων, αλλά δεν μπορούμε να μην σταθούμε και σε αυτή την παράμετρο, η οποία άλλαξε περιεχόμενο, εμπλουτίστηκε και αναβαθμίστηκε, κυριαρχώντας μέσω της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης» διεθνώς, τα χαρακτηριστικά τής οποίας ούτε κατανέμονται ούτε νέμονται εξουσιαστικά ομοιόμορφα. Δηλαδή οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε ανώτατο οικονομικό-εξουσιαστικό επίπεδο δεν είναι ομόφωνες πάντα, κρύβεται «πόλεμος» και «χαρακώματα», μεταξύ αντίπαλων συμφερόντων και λογικών. Που, όμως, παρά τις επί μέρους διαφοροποιήσεις τής κάθε ελίτ, οι στοχεύσεις κινούνται στο ίδιο επίπεδο και κατεύθυνση. Ο καλός μύλος όλα τα αλέθει…

Και η Αριστερά πως σταθμίζει τα νέα δεδομένα και τις νέες συνθήκες; Εδώ πραγματικά άβυσσος επικρατεί στις επιθυμίες των ανθρώπων. Δεν χρειάζεται, πιστεύουμε να υπενθυμίσουμε, ότι ως αναρχικοί, –είναι αυτονόητο– ότι δεν επιθυμούμε καμία κρατική και κατ’ επέκταση φορολογική επιβολή, διότι το μεν κράτος αποτελεί μια εξουσιαστική δομή, η δε φορολογία είναι βασική συνιστώσα για την εφαρμογή τής οικονομικής-δημοσιονομικής επιβίωσης του κράτους. Όπως είπαμε και παραπάνω, ούτε κράτος χωρίς φορολογία υπάρχει, ούτε Αριστερά χωρίς κράτος και φορολογία υπάρχει. Απλά η Αριστερά ομιλεί για ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα. Ας δούμε, με βάση τις δικές της προσεγγίσεις, έαν είναι εφικτό στις υπάρχουσες διαμορφωμένες παγκοσμιοποιημένες συνθήκες να υπάρξει δίκαιο φορολογικό σύστημα. Θεωρητικά, τα κρατικά έσοδα μέσω των υποχρεωτικών φόρων των πολιτών και των νομικών προσώπων αποτελούν την σημαντικότερη πηγή δημοσίων εσόδων. Ο αντικειμενικός σκοπός της φορολογίας είναι αφ’ ενός η χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών (δημοσιονομική πολιτική), αφ’ ετέρου η ανακατανομή του πλούτου για την άμβλυνση των ανισοτήτων! Στις 15/02/13 σε συζήτηση που διοργάνωσε το κέντρο προβληματισμού «Μιχάλης Παπαγιαννάκης», ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Σταθάκης τόνισε ότι το φορολογικό σύστημα πρέπει να είναι απλό και αναδιανεμητικό, με ενιαία μεταχείριση των πηγών, κατάργηση των «παραθύρων» και της φορολογικής ασυλίας των πλουσίων, δειγματοληπτικούς αλλά αυστηρούς ελέγχους, ενώ ο υπεύθυνος προγράμματος ΔΗΜ.ΑΡ. κ. Χατζησωκράτης δήλωσε ότι ο πρόσφατος φορολογικός νόμος δεν εκφράζει τη ΔΗΜ.ΑΡ., παρ’ ότι τον ψήφισε(!) γιατί διαχωρίζει τις πηγές εσόδων και μειώνει την αναλογικότητα.

Ζητείται, λοιπόν, ως σταθερό και πάγιο αίτημα από την πλειοψηφία της Αριστεράς (και τώρα και από τους ακροδεξιούς) να πληρώνουν το μεγάλο όγκο των φόρων τα μεγάλα εισοδήματα και εν συνεχεία οι φόροι αυτοί να χρησιμοποιούνται κατά βάση για τη διαμόρφωση κοινωνικών πολιτικών. Να υπάρξει, δηλαδή, εντός του καπιταλισμού μια φορολογική δικαιοσύνη με αύξηση για παράδειγμα του αφορολόγητου κ.ο.κ. Ας δούμε πρακτικά εάν αυτό σήμερα μπορεί να γίνει: Με 1,5 εκατ. ανέργους, άρα χωρίς εισόδημα, με «μαύρη εργασία» στα ύψη, άρα χωρίς εισφορές, με 35% μείωση των κατώτατων μισθών, άρα μικρότερα δηλωθέντα εισοδήματα, είναι ανέφικτο με οποιαδήποτε μοντέλα οικονομετρίας να επιτύχεις βιώσιμα φορολογικά έσοδα. Όταν, για παράδειγμα, επέβαλε το κράτος 12.000 ευρώ αφορολόγητο, στη συνέχεια 5.000 ευρώ και τέλος το κατήργησε, δεν έγινε επειδή κάποτε το κράτος ενδιαφερόταν για τους πολίτες του και τώρα είναι ανάλγητο. Απλούστατα επέτρεπαν τα ύψη από τα συνολικά δηλωθέντα εισοδήματα, την λήψη τέτοιων φορολογικών εσόδων εισοδήματος που ικανοποιούσε τις αναγκαίες συνθήκες. Δεν είναι λόγοι πολιτικής, είναι λόγοι ντετερμινιστικής οικονομικής. Μειώθηκαν οι μισθοί, αυξήθηκε η ανεργία, συνεπάγεται μείωση/κατάργηση αφορολογήτου. Στο ερώτημα και την απαίτηση του ΣΥΡΙΖΑ να φορολογηθούν οι υψηλά αμοιβόμενοι αναλογικά, κάτι το οποίο ακούγεται λογικό, αλλά ανεδαφικό, με βάση τα νούμερα ανεργίας και μισθών. Οι πολλοί στο καπιταλισμό –νεοφιλελεύθερο ή σοσιαλδημοκρατικό– δεν είναι οι πλούσιοι αλλά οι φτωχοί. Οπότε εάν λες ότι θα φορολογήσω μόνο τον πλούσιο λες απλά παραμύθια, όχι από αφέλεια αλλά συνειδητά. Ας θεωρήσουμε ότι εμείς είμαστε οι κακεντρεχείς και συκοφαντούμε την εν δυνάμει κυβερνώσα Αριστερά, που σημαίνει ότι δεν θα φορολογήσει τα χαμηλά εισοδήματα (τη συντριπτική πλειοψηφία δηλαδή), θα πατάξει την φοροδιαφυγή και θα επιβάλει υψηλή φορολόγηση στα υψηλά μόνο εισοδήματα. Θα πρέπει, λοιπόν, να επιβάλει μια φορολόγηση για παράδειγμα τύπου Γαλλίας και Ολάντ με 75% φορολόγηση σε εισοδήματα άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ (με τις αντίστοιχες σταθμίσεις). Ο καθηγητής Σταθάκης ανέφερε στην εκδήλωση για τη φορολογία επί λέξει τα εξής: «σχεδόν κανένας δεν δηλώνει πάνω από 70.000 ευρώ εισόδημα και ότι μόνο και μόνο αν φορολογούσαμε 200.000 πλούσιους με 20.000 ευρώ θα βρισκόντουσαν τα 4 δις ευρώ». Το απλοϊκό ερώτημα που μας γεννάται αυτόματα είναι: αφού σχεδόν κανένας δεν δηλώνει πάνω από 70.000 ευρώ/έτος πως και με ποιά ποσόστωση θα πάρεις 20.000 ευρώ από τον καθένα; Και άντε και το κάνεις, από πόσους θα πάρεις αυτά τα ποσά από 5-10-15 ή «κανέναν»; Για να δούμε, όμως, την κατάληξη είχε η αντίστοιχη περιβόητη γαλλική σοσιαλιστική ιδέα. Το γαλλικό κοινοβούλιο ψήφισε τον περασμένο Οκτώβριο την πρόταση για την επιβολή του φόρου που αποτελούσε προεκλογική εξαγγελία, αλλά το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γαλλίας απέρριψε το συγκεκριμένο μέτρο διότι ο φόρος «δεν αναγνωρίζει την ισότητα στον επιμερισμό των φορολογικών υποχρεώσεων». Και αναρωτιόμαστε: δεν ήξερε ο Ολάντ ότι για το συγκεκριμένο φόρο θα αποφανθεί το Συνταγματικό Δικαστήριο; Ή δεν φοβόταν τη σύνθεση του Δικαστηρίου που ορίζεται κατά 1/3 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατά το 1/3 από τον Πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης και κατά το 1/3 από τον Πρόεδρο της Γερουσίας και η συντριπτική του πλειοψηφία σήμερα ανήκει στη Δεξιά; Αμφιβάλλει κανείς ότι μεθαύριο κάποιο ανώτατο δικαστήριο της ελληνικής επικράτειας θα ακυρώσει αντίστοιχες αποφάσεις; Ούτε και οι ίδιοι Τσίπρες, Ολάντ κ.λπ. δεν αμφιβάλλουν και γι’ αυτό προαναγγέλλουν και μετά καταδικάζουν την επάρατο δεξιά και το κεφάλαιο που δεν τους αφήνουν να κυβερνήσουν. Στη πολιτική ο καθένας έχει το δικό του ξεχωριστό θεατρικό ρόλο, όσο πιο καλός ηθοποιός είσαι τόσο πιο μακριά θα πας (κλασσικό παράδειγμα ο Ανδρέας Παπανδρέου). Άλλωστε και οι δυο χώρες Ελλάδα και Γαλλία έχουν κάτι κοινό και οι δυο, το 1981, απέκτησαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, οι οποίες μετά το πρώτο διάστημα ευφορίας εφάρμοσαν και οι δυο μονεταριστικά προγράμματα σταθεροποίησης και λιτότητας. Μην έχει, λοιπόν, την ψευδαίσθηση κάποιος, ότι ο κάθε Τσίπρας θα δημιουργήσει δίκαιο φορολογικό ή θα επιστρέψει τα χαράτσια στο λαό, όπως και δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό, πέρα από λεκτικούς ακροβατισμούς («Δεν έχω, δεν πληρώνομαι και άρα δεν πληρώνω») για την αποτροπή αυτών των μέτρων.

Χαρακτηριστική προθέσεων αποτέλεσε η πρόσφατη δήλωση του βουλευτή Κουράκη του ΣΥΡΙΖΑ στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», ο οποίος πρότεινε «να επιβληθεί ειδικός φόρος σε όσους πολίτες δηλώνουν κατά την υποβολή της φορολογικής τους δήλωσης ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και ο οποίος θα αποδίδεται στην Εκκλησία». Παρ’ ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις αποτέλεσαν λαβή για ακόμη ένα πιγκ-πονγκ ανακοινώσεων μεταξύ ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, ο Κουράκης ουσιαστικά προτείνει τη θέσπιση ενός εκκλησιαστικού φόρου, που παράλληλα με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας θα μισθοδοτεί τους ιερείς. Για εμάς το πρόβλημα είναι στη διευκρινιστική απάντηση που έδωσε ο βουλευτής και σημειώνει: «Ακόμη και από τον γραμματέα του κόμματος και από εμένα αναφέρθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εγγυάται τη μισθοδοσία του κλήρου, ανεξάρτητα από τη λύση που θα προκριθεί». Δύο είναι τα σημεία που μας κεντρίζουν: Πρώτον, εάν τα έσοδα από τον εκκλησιαστικό φόρο δεν είναι αρκετά τότε ο Σύριζα εγγυάται τη μισθοδοσία, όπου οι τρόποι είναι συγκεκριμένοι: είτε επιπλέον φορολόγηση πιστών και απίστων είτε δανεισμός. Δεύτερον, δίνει εγγυήσεις ότι μια συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα δεν θα απωλέσει τη μισθοδοσία της. Άθεοι ως προς τη θρησκεία αλλά πιστοί ως προς τη διατήρηση του εκκλησιαστικού επαγγέλματος…

Η Αριστερά είναι τόσο ενάντια στη φορολογία όσο είναι και υπέρ της αναρχίας o ΣΥΡΙΖΑ, που από τη μία εμφανίζεται ως ο προστάτης τής εν ελλάδι αντεξουσίας και από την άλλη ξιφουλκεί και τσουβαλιάζει τα «άκρα» σε συνεντεύξεις του Τσίπρα στα διεθνή μέσα, όπως πρόσφατα στο BBC. Είναι μια διαχρονικά σταθερή στάση της κυρίαρχης τάσης της Αριστεράς να νομιμοποιεί σε κάθε ευκαιρία το κράτος ακόμη και όταν ζυγίζεται απέναντι του. Με τη στάση της και τα επιχειρήματα της ουσιαστικά διαμορφώνει τις συνθήκες εκείνες ώστε να εδραιωθεί –είτε αυτή εμφανίζεται ως κατάκτηση είτε ως επιβολή– μια νέα συνθήκη. Πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, η ευρωπαϊκή ιστορία ήταν γεμάτη από εξεγέρσεις κυρίως χωρικών, εναντίον των ηγεμόνων που φορολογούσαν, όπως επίσης συχνές ήταν και οι αρνήσεις καταβολής φόρων των γραικών απέναντι στους Οθωμανούς, που πολλές φορές οδηγούσαν σε ένοπλες συρράξεις και εξεγέρσεις. Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ, ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας ξέσπασε όταν οι άγγλοι αποικιοκράτες επέβαλαν ακόμη μία φορολογία στο τσάι, ενώ στη Γερμανία η μεταρρύθμιση του Λούθηρου οργανώθηκε απέναντι στην υποχρεωτική εισφορά που επέβαλε η παπική Εκκλησία. Έτσι, το «καμία φορολογία χωρίς εκπροσώπηση», ρήση του φιλοσόφου Τζον Λοκ και σύνθημα της Αμερικανικής Επανάστασης του 1776, επηρεάζοντας και τις μετέπειτα επαναστάσεις (π.χ. Γαλλική 1789), νομιμοποιεί μεν την αντίδραση ενάντια στην φοροεπιδρομή από τον δυνάστη-επιδρομέα, επιτρέπει δε στην αστική δημοκρατία να φοροεισπράτει ιδεαλιστικά! Και ουσιαστικά να τροποποιεί το παραπάνω σύνθημα σε «καμία αντιπροσώπευση χωρίς φορολογία», δείχνοντας ότι μια δημοκρατική πολιτεία μπορεί να υπάρξει μόνον όταν οι πολίτες συνεισφέρουν φορολογικά, όπως άλλωστε και σε όλες τις εξουσιαστικές μορφές οργάνωσης. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 αντικαθιστά τη φορολογία του παλαιού καθεστώτος με νέο άμεσο και καθολικό τρόπο, συνεισφέροντας στην εμπέδωση της έννοιας της φορολογίας στον πληθυσμό, κατευνάζοντας τους από τις προηγούμενες εξεγερσιακές αντι-φορολογικές τους στάσεις. Αυτή η διαδικασία κράτησε πάνω από έναν αιώνα, αφού και στις αρχές του 20ου αι. υπάρχουν ακόμη εστίες «φορολογικής απεργίας» στη γαλλική επικράτεια. Σήμερα, διακόσια και πλέον χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, διαπιστώνουμε ότι καμμία φορολογία δεν είναι δίκαιη και ισοκατανεμημένη για μακρύ χρονικό διάστημα και συνεπώς το μεγάλο όφελος για τους κυρίαρχους είναι η εμπέδωση της φορολογικής συνείδησης στο σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Ασφαλώς και δεν παραγνωρίζουμε την τυχοδιωκτική και ατομικίστικη στάση επαγγελματιών που από τη μια φοροδιαφεύγουν και ταυτόχρονα ζητούν και περισσότερο κράτος. Μια νοοτροπία, όμως, που πηγάζει, εκπορεύεται και πριμοδοτείται από την κρατική εξουσία.

Και γι’ αυτό είμαστε βέβαιοι ότι εφ’ όσον και εάν έρθει στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ θα παίξει το ίδιο παιχνίδι που έπαιξαν πρωτύτερα άλλοι σοσιαλιστές. Όπως ότι οι βιομήχανοι μας εκβιάζουν ότι θα μεταφέρουν την επιχείρηση τους στην Βουλγαρία εάν φορολογηθούν, οι εφοπλιστές θα αλλάξουν σημαία και λοιπές σοσιαλδημοκρατικές προφάσεις για να παραμένει η ουσία των πραγμάτων ίδια. Και τις χαρακτηρίζουμε προφάσεις όχι γιατί αυτοί οι εκβιασμοί δεν υπάρχουν, το αντίθετο μάλιστα, αλλά παρ’ ότι είναι η στάση των κυρίαρχων είναι ακραία ισοπεδωτική, λόγω των πρόσφατων διαμορφωμένων οικονομικών-εξουσιαστικών συνθηκών, η υποψήφια κυβερνώσα αριστερά τάζει λαγούς με πετραχήλια στοχεύοντας στα ψηφουλάκια εξαπατώντας ακόμη μια φορά. Ας μην τρέφει κανείς αυταπάτες, δίκαιο φορολογικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει σε κανένα σύστημα ή μοντέλο διακυβέρνησης, πολύ δε περισσότερο όταν άλλη γλώσσα και διαπιστευτήρια δίδονται εκτός και άλλα εντός, από επίδοξους αστέρες της πολιτικής σκηνής. Εν κατακλείδι, η αναρχική-αντικρατική στάση συνεπάγεται την αντιφορολογική πρόθεση χωρίς, όμως, να ισχύει και το αντίθετο. Σε έναν ανεξούσιο κόσμο οι μόνοι «φόροι» που θα υπάρχουν είναι οι φόροι της αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας στη βάση της συλλογικότητας και της κοινότητας. Που δεν θα φορολογείσαι από κανένα κράτος για να σου παρέχει την δική του εκπαίδευση (χειραγώγηση), τη δική του περίθαλψη (συμβατική/δυτική ιατρική), τις δικές του επιταγές.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

anarchypress