1968: Όταν η Γουώλ Στρητ ανακάλυπτε τo hedge fund

Καθώς πλησιάζει η ώρα της αξιολόγησης για την επόμενη δόση τής «θεσμικής» βοήθειας του τρίτου -και αριστερώτερου- μνημονίου, μπαίνουμε και στην τελική ευθεία για την λύση τού προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Έτσι, όλο και συχνότερα ακούμε να γίνεται λόγος για κάποια μεγάλα distress fund, τα οποία ενδιαφέρονται να αγοράσουν «μπιρ παρά» αυτά τα δάνεια, ευελπιστώντας ότι θα αποκομίσουν κέρδη ή, όπως λέει ο λαός, θα βγάλουν από την μύγα σπλήνα.

Στα distress funds είχαμε αναφερθεί εκτενώς πριν τρία χρόνια, στο κείμενο με τίτλο «Distress funds: οι «ευκαιρίες» τής κρίσης«. Εκείνο που δεν είχαμε πει τότε, ήταν ότι το distress fund δεν είναι παρά μια μορφή hedge fund, άλλος ένας όρος που μπήκε στην ζωή μας τα τελευταία χρόνια. Κι επειδή μάλλον είναι πολλοί εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν τέτοιους όρους και δεν γνωρίζουν την σημασία τους, ας δούμε σήμερα αναλυτικά τι πράγμα είναι το hedge fund.

Όπως υπεννοεί ο ίδιος ο όρος (hedge = φράχτης, fund = κεφάλαιο), hedge fund λέγεται ένα κεφάλαιο το οποίο επενδύεται με αντισταθμισμένο (εξασφαλισμένο) κίνδυνο. Τουλάχιστον, έτσι θα έπρεπε να είναι. Το hedge fund, δηλαδή, θα έπρεπε να επενδύει τα κεφάλαιά του με τέτοιον τρόπο ώστε ο αυξημένος κίνδυνος μιας θέσης να αντισταθμίζεται με την σιγουριά μιας άλλης. Για παράδειγμα, αντισταθμίζουμε το ρίσκο τής επιθετικής τοποθέτησης σε κάποια μετοχή τής οποίας προσδοκούμε άνοδο τιμής, με μια αμυντική αγορά ενός παράγωγου πτωτικού συμβολαίου. Όμως, στην πράξη τα πράγματα είναι τόσο διαφορετικά ώστε ο όρος hedge fund να θεωρείται πλέον παραπλανητικός.

Για να καταλάβουμε πώς δουλεύει το σύστημα, ας πάμε λίγο πίσω στον χρόνο. Τον Μάρτιο του 1949 ο αυστραλός συγγραφέας, οικονομολόγος και δημοσιογράφος Άλφρεντ Ουίνσλοου Τζόουνς γράφει ένα οικονομικού περιεχομένου άρθρο για το περιοδικό Fortune με τίτλο «Τάσεις στις προβλέψεις«. Ενώ ετοιμάζει το άρθρο του, του έρχεται η ιδέα να εφαρμόσει στην πράξη αυτά που είχε ανακαλύψει σχετικά με τις προβλέψεις. Έτσι, ιδρύει την A.W.Jones & Co και ξεκινάει. Βέβαια, δεν έχει κεφάλαια αλλά αυτό στον καπιταλισμό είναι μια λεπτομέρεια επουσιώδους σημασίας.

Με βάση τις προβλέψεις του, ο Τζόουνς καταρτίζει δυο λίστες: μία με τις μετοχές των οποίων η τιμή αναμένεται να πέσει και μία με εκείνες που αναμένεται να ανεβεί. Πλησιάζει τους κατόχους μετοχών της πρώτης λίστας και τους ζητάει να του «νοικιάσουν» τις μετοχές τους για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, με την λήξη του οποίου θα τους τις επιστρέψει μαζί με έναν τόκο (ως «ενοίκιο»). Μόλις παίρνει αυτές τις μετοχές στα χέρια του, τις πουλάει και με το αντίτιμο αγοράζει μετοχές τής δεύτερης λίστας. Η ιδέα είναι απλή: όταν λήξει το χρονικό διάστημα του ενοικίου, θα πουλήσει τις δεύτερες μετοχές με κέρδος και με αυτά τα λεφτά θα αγοράσει τις πρώτες σε χαμηλότερη τιμή από εκείνη που τις είχε πουλήσει, ώστε να τις επιστρέψει στους κατόχους τους. Με αυτό τον τρόπο θα μαζέψει κέρδη και από τις μετοχές που θα χάσουν αξία και από τις μετοχές που θα κερδίσουν.

Το κόλπο δούλεψε και η εταιρεία σημείωσε κέρδη 40.000 δολλαρίων, εκμεταλλευόμενη κεφάλαια ύψους μόλις 100.000 δολλαρίων. Δίχως να το ξέρει, ο Τζόουνς είχε συστήσει το πρώτο hedge fund της ιστορίας. Χωρίς να το ξέρει, επίσης, είχε εφεύρει την πρώτη στρατηγική τοποθέτησης κεφαλαίων τύπου long και short, για την οποία δεν χρειάζονται κεφάλαια αλλ’ απλώς εμπορική πίστη. Ο Τζόουνς συνέχισε να βγάζει λεφτά μ’ αυτόν τον τρόπο, μέχρι το 1989 που μας άφησε χρόνους. Σήμερα, τα hedge fund που διαχειρίζεται η A.W.Jones & Co ξεπερνούν το ένα τρισ. δολλαρίων.

Η δυνατότητα δίδυμης (και από άνοδο και από πτώση) δημιουργίας κερδών και, μάλιστα, χωρίς ίδια κεφάλαια δεν ήταν δυνατόν να περάσει απαρατήρητη από τα κοράκια τού διεθνούς κεφαλαίου. Υπολογίζεται ότι σήμερα υπάρχουν κάπου 10.000 hedge fund ανά την υφήλιο, τα οποία πραγματοποιούν συναλλαγές 3 τρισ. δολλαρίων σε καθημερινή βάση. Φυσικά, η έδρα όλων αυτών βρίσκεται σε φορολογικούς παραδείσους (τα δυο στα τρία εδρεύουν στις Νήσους Καϋμάν) και η αμοιβή των διαχειριστών τους (οι οποίοι στην πλειοψηφία τους στεγάζονται στην Γουώλ Στρητ της Νέας Υόρκης και στο Σίτυ του Λονδίνου) ακολουθεί συνήθως τον κανόνα 2 + 20 (2% επί των διαχειριζομένων κεφαλαίων συν 20% επί των ετησίων κερδών).

Επειδή από την φύση τους τα hedge fund βολεύονται και με πολύ χαμηλές ποσοστιαίες αποδόσεις, σωρεύουν κέρδη τόσο από τον όγκο των συναλλαγών όσο και από τον όγκο των τοποθετημένων κεφαλαίων. Για παράδειγμα: 10 εκατ. ευρώ που αλλάζουν θέση μέσα σε δυο μέρες με απόδοση 0,1%, αποδίδουν μεν «μόνο» 10.000 ευρώ αλλά αυτό σε ετήσια βάση σημαίνει απόδοση 18%. Ως εκ τούτου, τα αντισταθμιστικά κεφάλαια απευθύνονται σε επενδυτές που διαθέτουν μεγάλα ποσά προς επένδυση. Πρόκειται, δηλαδή, για παιχνίδια που απευθύνονται μόνο σε μεγάλους. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται οπωσδήποτε τα ανά τον κόσμο ασφαλιστικά ταμεία, ιδρύματα, κληροδοτήματα κλπ, πολύ περισσότερο δε που η -υποτιθέμενη- «αντιστάθμιση» του κινδύνου λειτουργεί ως δέλεαρ για τους διαχειριστές τους, οι οποίοι πολύ συχνά δεν έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις ώστε να αντιλαμβάνονται τους κινδύνους τέτοιων παιχνιδιών.

Θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στο να κερδίζεις κάνοντας σωστές προβλέψεις. Μήπως αυτό δεν κάνουν και οι παίκτες τού ποδοσφαιρικού στοιχήματος; Όμως, το 1992 ο διαβόητος ουγγροπολιτειακός επενδυτής Τζορτζ Σόρος άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο Σόρος έβαλε μια ενδιαφέρουσα νέα παράμετρο: αν θέλεις να κερδίσεις από μια κατάσταση αλλά δεν μπορείς να την προβλέψεις, δημιούργησέ την! Λεπτομέρειες θα πούμε αύριο.

cogito ergo sum