8

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Στη συστηματική καλλιέργεια προσδοκιών για την ανάπτυξη της οικονομίας επιδίδονται εν χορώ τα σημαντικότερα στελέχη της κυβέρνησης. Ο αντιπρόεδρος Γ. Δραγασάκης κατά τη συνάντηση του με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, Βασ. Κορκίδη, δήλωσε πώς για πρώτη φορά συντρέχουν οι προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης, ενώ ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας χαρακτήρισε τους επόμενους πέντε μήνες κρίσιμους γιατί θα σηματοδοτήσουν τη στροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Πρόκειται για ευχολόγια που έρχονται να χρυσώσουν το χάπι της υπερφορολόγησης και των νέων μειώσεων στις επικουρικές συντάξεις που για 150.000 συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα θα φτάσουν ακόμη και το 40%. «Ξεχάστε τα 30 δις. φόρων που έχετε να πληρώσετε το δεύτερο εξάμηνο του 2016, έρχεται η ανάπτυξη…», λέει η κυβέρνηση. Λες και η αύξηση του ΑΕΠ πρόκειται να επαναφέρει μισθούς, συντάξεις και ανεργία στα επίπεδα του 2008.

Ύφεση δίνει η ΕΛΣΤΑΤ

Αξίζει όμως να δούμε που βρισκόμαστε τώρα. Με βάση πρόσφατες ανακοινώσεις της ελληνικής στατιστικής αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ο ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης το δεύτερο τρίμηνο του 2016 διαμορφώθηκε στο -0,39% (από -0,93% το πρώτο τρίμηνο του 2016). Καλύτερα λοιπόν για την κυβέρνηση αντί να υπόσχεται ανέξοδα για το μέλλον, θα ήταν να απολογηθεί για το παρόν, δηλαδή τη συνέχιση της ύφεσης, που είναι αποτέλεσμα της δικής της πολιτικής. Οι βασικότερες αιτίες της καταγεγραμμένης ύφεσης ήταν η συρρίκνωση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η θετική μεταβολή των επενδύσεων προήλθε κατά κύριο λόγο από την αύξηση των αποθεμάτων (που δεν υποδηλώνει αύξηση του παραγωγικού δυναμικού) κι όχι του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου.

Αν λοιπόν «συνέτρεχαν για πρώτη φορά προϋποθέσεις πραγματικής ανάκαμψης» όπως δήλωσε απόλυτα βέβαιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αυτές θα όφειλαν πχ να αντιστρέψουν στο άμεσο μέλλον την καθοδική πορεία των δύο παραπάνω μεγεθών: εξαγωγών και ιδιωτικής κατανάλωσης. Ωστόσο, αν κάτι προμηνύονται οι δρομολογημένες εξελίξεις είναι το αντίθετο: περαιτέρω πτώση των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Άνοδο των εξαγωγών θα είχαμε αν προβλεπόταν άνοδος του ρυθμού μεγέθυνσης στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας, όπου κατά πλειοψηφία κατευθύνονται οι ελληνικές εξαγωγές και μπορούμε να υποθέσουμε, παραμένοντας όλα τα άλλα κριτήρια σταθερά και παραβλέποντας πλήθος άλλων ουσιαστικών όρων, ότι μια γενική άνοδος του ΑΕΠ θα συμπαρέσυρε  τη ζήτηση και τις εισαγωγές κι έτσι θα ευνοούνταν οι έλληνες εξαγωγείς. Οι σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας σχηματίζουν 3 ομόκεντρους κύκλους. Στο κέντρο είναι η ευρωζώνη που απορρόφησε το πρώτο τετράμηνο του 2016 το 41,7% των εξαγωγών (από 38% το 2015), μετά είναι ο ΟΟΣΑ που απορρόφησε το 57,7% (από 56,3%) και τέλος η ΕΕ των (πάλαι ποτέ) 28 που απορρόφησε το 58,6% (από 53,7%) των ελληνικών εξαγωγών.

Οι προοπτικές και για τα τρία αυτά οικονομικά κέντρα είναι απογοητευτικές. Στην ευρωζώνη ο ρυθμός μεγέθυνσης προβλεπόταν να αυξηθεί από 1,6% το 2015 σε 1,7% το 2016 και 1,9% το 2017. Στην ΕΕ των 28 ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ το 2015 και 2016 θα παραμείνει σταθερός στο 1,9% και το 2017 θα αυξηθεί (σχήμα λόγου το τελευταίο) στο 2%. Εξ ίσου αναιμική προβλέπεται η ανάκαμψη και στις 34 χώρες μέλη του ΟΟΣΑ με τις προβλέψεις (που πάντα αναθεωρούνται επί το δυσμενέστερο) να δίνουν 1,8% για το 2016 και 2,1% για το 2017. Μάλιστα, παρουσιάζοντας ο ΟΟΣΑ τα στοιχεία για την παγκόσμια ανάπτυξη την 1η Ιουνίου τόνισε ότι η διεθνής οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια «παγίδα χαμηλής ανάπτυξης» (από την οποία προφανώς εξαιρείται η ελληνική υπερδύναμη, με βάση ις δηλώσεις των ΣΥΡΙΖΑίων…) ενώ παρότρυνε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες. Πίσω από την έκκλησή του στο δημόσιο τομέα εύκολα ανιχνεύεται η απογοήτευση από την αλληλοτροφοδοτούμενη αποχή του ιδιωτικού τομέα από επενδύσεις και των καταναλωτών από ζήτηση…

Έξω …δεν πάμε καλά

Επομένως μια γενική άνοδος της ζήτησης στους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας που θα ωθούσε και τις ελληνικές εξαγωγές σε υψηλότερα επίπεδα, όπως συμβαίνει με μια παλίρροια που ανεβάζει κάθε μεγέθους σκάφος που πλέει, δεν αναμένεται!

Ας δούμε όμως τι προβλέπεται και με την ιδιωτική κατανάλωση που εξελίσσεται σε αχίλλεια πτέρνα. Κι εδώ δεν απαιτούνται μαγικές ικανότητες. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της αυξημένης άμεσης και έμμεσης φορολογίας, καθώς και των ασφαλιστικών κρατήσεων, μειώνει σταθερά την καταναλωτική ζήτηση. Με άλλα λόγια η «αριστερή» λιτότητα που επέβαλε το Μνημόνιο Τσίπρα τον Αύγουστο του 2015 αποκλείει εξ ορισμού το ενδεχόμενο να λειτουργήσει η ιδιωτική κατανάλωση ως ατμομηχανή της μεγέθυνσης. Θα συμβεί το αντίθετο: οι φόροι που ψηφίστηκαν και θα υιοθετηθούν με χρονοκαθυστέρηση υπόσχονται διαιώνιση των αιτιών της ύφεσης.

Το χειρότερο τουλάχιστον για τα μακροοικονομικά μεγέθη είναι πώς πλέον έχουν απενεργοποιηθεί κι οι μηχανισμοί που υποκατέστησαν επάξια την προηγούμενη 20ετία ακόμη κι αυτή την υποτυπώδη πολιτική αναδιανομής. Δηλαδή ο πιστωτικός κεϋνσιανισμός.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας για τα έργα και τις ημέρες των τραπεζών ισοδυναμούν με ηλεκτροσόκ, καθώς, από την μια, η χρηματοδότηση του εγχώριου ιδιωτικού τομέα μειώνεται σταθερά! Τον Ιούλιο του 2016 το υπόλοιπο της χρηματοδότησης ανήλθε σε 200,55 δισ. ευρώ μειωμένο κατά 1,6% σε ετήσια βάση. Ανάλογη μείωση (ύψους 2%) παρατηρήθηκε και τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Από την άλλη κι αυτή η χρηματοδότηση που απελευθερώνεται, δίνεται με όρους τοκογλυφικούς, αποθαρρύνοντας την πρόσβαση στα γκισέ των τραπεζών. Συγκεκριμένα, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων δανείων από 4,41% τον Μάιο του 2016 αυξήθηκε σε 4,59% τον Ιούλιο του 2016 (με τα καταναλωτικά να φθάνουν το 14,47%), την ίδια ώρα που το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο όλων των νέων καταθέσεων ανήλθε σε 0,42% τον Ιούλιο (μειωμένο οριακά από τον Μάιο που ήταν στο 0,43%).

Τροχοπέδη οι τράπεζες

Η διαφορά του επιτοκίου είναι ένα πρώτης τάξεως μέτρο για την αδηφαγία των τραπεζών. Ναι, των τραπεζών που κεφαλαιοποιήθηκαν ξανά και ξανά και ξανά, από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ και τώρα, προς ηχηρή διάψευση των υπερφίαλων υποσχέσεων για αθρόα χρηματοδότηση της οικονομίας εάν κι εφόσον χρηματοδοτούνταν από τον δημόσιο κορβανά, τώρα, μετατρέπονται σε θηλιά στο λαιμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών που σιγά – σιγά σφίγγει απειλώντας με πνιγμό ακόμη κι όσους γλίτωσαν τα χρόνια της κρίσης. Οι ζημιές τους μάλιστα παραμένουν σε τόσο υψηλά επίπεδα (σε 8,97 δισ. ζημιές το 2015, από 3,46 δισ. ευρώ ζημιές αναφέρεται η έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδας 2015-2016, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να φτάνουν το 2015 τα 7,28 δισ. ευρώ!) ώστε είναι σίγουρο πώς όσο θα υπάρχουν οι τράπεζες με τη σημερινή τους μορφή θα λειτουργούν σαν βδέλλες στο σώμα της οικονομίας.

Συμπερασματικά, η πολιτική του Μνημονίου που εφαρμόζουν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει επιφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα σε νευραλγικά κέντρα της οικονομίας όπως η ιδιωτική κατανάλωση (που συνθλίβεται από τη λιτότητα και τη φορολογία) και το χρηματοπιστωτικό σύστημα (από τη στιγμή που επιλέγηκε να παραμείνει στους αποτυχημένους ιδιώτες), χωρίς να εξετάζουμε τις δημόσιες δαπάνες που έχουν πεταχτεί στο πυρ το εξώτερον ως αιτία του κακού. Τούτων δοθέντων, ακόμη κι αν έρθει η μεγέθυνση το 2017, πράγμα καθόλου δύσκολο μετά την πρωτοφανή ύφεση διάρκειας 8 ετών, δεν θα έρθει από …καλούς λόγους. Θα έρθει επειδή απλώς δεν πάει παρακάτω κι επίσης λόγω των χαμηλών μισθών και ημερομισθίων που θα προσελκύσουν διεθνείς επενδύσεις. Για ποιο λόγο τότε να χαρούν οι εργαζόμενοι κι οι άνεργοι;

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon.gr στις 2 Σεπτεμβρίου 2016