wildlige

Πιο γρήγορα, πιο καταστροφικά: Οι άνθρωποι εντείνουν τις πιέσεις τους πάνω στο περιβάλλον τους, απειλώντας όλο και περισσότερο την ποικιλομορφία της ζωής πάνω στη Γη. Αυτό είναι επί της ουσίας το συμπέρασμα της έρευνας δώδεκα επιστημόνων από οκτώ καναδικά, αυστραλιανά, αμερικανικά και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, καθώς και της ΜΚΟ Wildlife Conservation Society (WCS), που δημοσιεύτηκε την Τρίτη 23 Αυγούστου στην Επιθεώρηση Nature Communications…

Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι η επίδραση του ανθρώπου έχει αυξηθεί κατά 9% σε δεκαέξι χρόνια. Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από την ενσωμάτωση συγχρόνως δορυφορικών εικόνων – η αποψίλωση των δασών, για παράδειγμα – και των δεδομένων που συλλέγονται επί τόπου καθώς και του δείκτη του ανθρώπινου αποτυπώματος που χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς και ο οποίος αυξήθηκε από 5,67 το 1993 σε 6,16 το 2019. Αυτός ο τυποποιημένος δείκτης περιλαμβάνει οκτώ μεταβλητές: τεχνητό χώμα, χωράφια, βοσκοτόπια, δημογραφία, νυχτερινό φωτισμό, σιδηροδρόμους, αυτοκινητοδρόμους και οδούς.

Τα μεταβληθέντα τρία τέταρτα του πλανήτη

Αυτή η μελέτη περιέχει άσχημες εκπλήξεις. Έτσι, σε ορισμένα μέρη του κόσμου, οι περιβαλλοντικές πιέσεις έχουν επιβραδυνθεί τουλάχιστον 20%. Τα 3% των μεγαλύτερων οικοσυστημάτων – 823 «οικολογικές περιοχές» – θεωρείται ότι ανήκει σε αυτή την περίπτωση.

Αλλά αυτή η περιορισμένη βελτίωση απέχει πολύ από το συμψηφισμό του 70% όπου, αντιθέτως, ο ρυθμός του ανθρώπινου αποτυπώματος έχει επιβαρυνθεί πάνω από 20%. Η δημοσίευση αυτή αποκλείει το 27% της έκτασης του κόσμου όπου δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το ανθρώπινο αποτύπωμα, σύμφωνα με τους επιστήμονες.

Συνολικά, εκτός από την Ανταρκτική, οι ερευνητές θεωρούν ότι το 9% των οικοτόπων – ή 23 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα – που ήταν απαλλαγμένα από ανθρώπινες πιέσεις το 1993, τώρα δεν είναι πια. Οι τελευταίες παρθένες περιοχές βρίσκονται στις τούνδρες και τις ερήμους της Σαχάρας, του Γκόμπι και της Αυστραλίας, ή στα πιο απομακρυσμένα τμήματα των δασών του Αμαζονίου και της λεκάνης του Κονγκό.

Οι πιο σοβαρά πληγείσες περιοχές εμφανίζονται σε «τρομερά μεγάλη» και ευρεία διασπορά: τα εύκρατα δάση της δυτικής Ευρώπης, στις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, τα τροπικά δάση της Ινδίας, της Βραζιλίας, και της νότιο-ανατολικής Ασίας.

«Οι χάρτες μας δείχνουν ότι τα τρία τέταρτα του πλανήτη έχουν πλέον μεταβληθεί σημαντικά, και το 97% των πλουσιότερων περιοχών από στην άποψη της βιοποικιλότητας πλήττονται σοβαρά», λέει ο James Watson, ένας εκ των συγγραφέων της μελέτης, του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ.

Η πίεση αυξάνει λιγότερο γρήγορα από ό, τι η παγκόσμια οικονομία

Σε αντίθεση με ό, τι θα μπορούσε κανείς να φοβάται, οι αυξανόμενες καμπύλες των ζημιών στη βιοποικιλότητα – δηλαδή, οι άμεσες και έμμεσες απειλές για είδη ζώων και φυτών καθώς εξαφανίζονται οι οικότοποί τους – δεν είναι ανάλογες με την οικονομική ανάπτυξη.

Ευτυχώς, γιατί κατά την περίοδο που έγινε η μελέτη, ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 23%, ενώ η οικονομική δραστηριότητα έχει αυξηθεί κατά 153%. Ο Oscar Venter, από το Πανεπιστήμιο Nothern British Columbia, βλέπει σ’ αυτό ένα «ενθαρρυντικό» στοιχείο, επειδή «αυτό σημαίνει ότι έχουμε γίνει πιο αποτελεσματικοί στον τρόπο που χρησιμοποιούμε τους φυσικούς πόρους».

Μέτρα συντήρησης

Ο ρυθμός των επιθέσεων στη φύση διαφέρει σημαντικά από το ένα μέρος του κόσμου στο άλλο. Οι πιο πλούσιες χώρες, όπου τα ποσοστά αστικοποίησης είναι υψηλότερα, είναι αυτές που έχουν επιβραδύνει πιο πολύ το ρυθμό, δηλαδή ανέστρεψαν την τάση. Βέβαια, γράφουν οι ερευνητές, οι περισσότερο αναπτυγμένες περιφέρειες είχαν καταστρέψει σημαντικά το περιβάλλον μέχρι το 1993. Επιπλέον, αυτές τείνουν να μεταφέρουν σε άλλες χώρες το έργο της παραγωγής για λογαριασμό τους των προϊόντων διατροφής, τροφοδοτώντας τις παραγωγές χώρες με πρώτες ύλες. Έτσι το 40% των εκτρεφόμενων βοοειδών στην περιοχή του Αμαζονίου εξάγονται προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρ’ όλα αυτά, βασιζόμενοι σε στοιχεία από το διεθνές εμπόριο προϊόντων ξυλείας, φαίνεται ότι αυτή η τάση δεν εξηγεί τα πάντα. Οι προσπάθειες για τη διαχείριση μια πιο βιώσιμης σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον, και τα μέτρα για την προστασία της φύσης και του ελέγχου της ανεξέλεγκτης διαφθοράς έχουν πραγματικό αποτέλεσμα.

Η αποκατάσταση της ισορροπίας είναι δυνατή. Σημαντικές βελτιώσεις ειδικά για τα ζώντα είδη έχουν υπάρξει τα τελευταία χρόνια όχι μόνο στα φυσικά πάρκα του Καναδά, αλλά και σε χώρους όπου έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας, όπως στα τροπικά δάση της χερσονήσου της Μαλαισίας και της Σρι Λάνκα, στα πευκοδάση της Μπελίζ …

Ωστόσο, οι πιο πλούσιες περιοχές σε βιοποικιλότητα είναι εκείνες όπου το ανθρώπινο αποτύπωμα επιδεινώνεται περισσότερο. Ο δείκτης προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία για τις χώρες με χαμηλό εισόδημα και μέσα. Τα δάση τους είναι τα πιο προφανή θύματα. Στα τροπικά δάση της Ινδίας, της Βραζιλίας, της Νοτιοανατολικής Ασίας και ακόμη και στην Ευρώπη, το σενάριο είναι πάντα το ίδιο: τα δέντρα δίνουν τη θέση τους σε καλλιέργειες και βοσκοτόπια.

Οι ερευνητές λένε ότι «εξεπλάγησαν» από την ακρίβεια της συσχέτισης μεταξύ της συνολικής ανθρώπινης πίεσης και της γεωργίας. Αυτό εξηγεί την ουσία της επίδρασής μας στη Γη, επειδή όλο και περισσότερο, κάθε κομμάτι, ακόμη και πολύ λίγο εύφορο, είναι εκμεταλλεύσιμο. Ιδού, λοιπόν, πώς οι άνθρωποι οικειοποιούνται τον πλανήτη τους: Τον τρώνε.

artinews