Βήμα σημειωτόν

του Αποστόλη Αποστολόπουλου

Το ευρωιερατείο, η κρίση και οι εκφράσεις ενός… αδιόρατου κινήματος

Το χαρακτηριστικό όλης της περιόδου των μνημονίων είναι ότι ο κόσμος επιμένει στην επιθυμία αποκατάστασης του παρελθόντος, μια εποχή ευημερίας. Και αυτό δεν χαρακτηρίζει μόνο την Ελλάδα και τους Έλληνες. Στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις χώρες της Ε.Ε. επικρατεί η ίδια διάθεση, αποκατάστασης, επιστροφής του παρελθόντος και όχι ανατροπής εν ονόματι ενός άλλου εφικτού κόσμου, διαφορετικού, καλύτερου. Εβδομήντα και πλέον χρόνια συνεχούς βελτίωσης των υλικών συνθηκών και η συνεπαγόμενη ιδεολογική φαντασίωση περί «αειφόρου» ανάπτυξης, εδραίωσαν την πεποίθηση ότι ζούμε στον μοναδικό κόσμο που μπορεί να υπάρξει.

Η πτώση της ΕΣΣΔ το επιβεβαίωσε. Όλα όσα έχουν συμβεί την τελευταία οκταετία, τα μνημόνια στην Ελλάδα, η σοβούσα οικονομική κρίση στο δυτικό κόσμο, οι εμπόλεμες ή/και οικονομικές κρίσεις, διαχέουν τη δυσαρέσκεια, οξύνουν αντιδράσεις αλλά είναι σαν να ξυπνάμε μόλις από έναν ευχάριστο λήθαργο και αρνούμεθα να ανοίξουμε τα μάτια μήπως και βγούμε οριστικά από το ευχάριστο όνειρο. Σ’ αυτή τη μεσοβέζικη κατάσταση, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, η λεγόμενη Άκρα Δεξιά, χωρίς προσφυγή, όπως παλιά, σε θεωρία (του αίματος, της ανώτερης φυλής κ.λπ.), καταγγέλλει τις απτές καταστάσεις που ενοχλούν μετανάστες, πρόσφυγες, φόροι κ.λπ.) και κερδίζει έδαφος. Η Αριστερά βαλτώνει επειδή εκ φύσεως πρόσφερε όραμα που μετά την πτώση της ΕΣΣΔ δεν διαθέτει, δεν ανευρίσκει και εν πολλοίς έχει εγκαταλείψει.

Η κρίση εκδηλώθηκε στη Δύση, στις ΗΠΑ και η επέκτασή της θεωρήθηκε αυτονόητη λόγω της αλληλεξάρτησης των Οικονομιών, της παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι, ωστόσο, τόσο αυτονόητη όσο φαίνεται. Π.χ. οι σοβαρές δυσκολίες της ρωσικής οικονομίας δεν οφείλονται τόσο σε εγγενείς αιτίες αλλά σε εξωτερικούς παράγοντες, στις κυρώσεις που επιβάλλουν οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ δεν ήταν νοητό να επιτρέψουν στον αντίπαλο να αναπτύσσει απερίσπαστος την οικονομία του, τη στιγμή που οι ίδιες αντιμετώπιζαν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας είναι αντίβαρο, φέρνουν ισοζύγιο στις οικονομικές δυσχέρειες της αμερικανικής οικονομίας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την Ελλάδα. Ο παρασιτικός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας και της κυρίαρχης ελίτ είναι δεδομένος και γνωστός σε όλους. Αλλά αυτό απλώς διευκόλυνε την επιβολή των μνημονίων, προκαλώντας συναισθήματα ενοχής στον κόσμο (εμείς φταίμε για όλα) ώστε να μην αντιδράσει, σε πρώτο χρόνο, όπως και έγινε. Η πολιτική της λιτότητας, όμως, είναι η γενική γραμμή που το ευρωιερατείο θέλει να επιβάλει σε όλη την Ε.Ε., όπως στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κύπρο.

Η πολιτική του ευρωιαερατείου αγγίζει πλέον τα όριά της. Ο κόσμος, λέμε, δεν επαναστατεί αλλά αρκούσε, ως φαίνεται, μια ελάχιστη ρωγμή στην κυρίαρχη πολιτική ώστε να τρίξουν τα θεμέλια. Αυτό το ρόλο καταλύτη παίζει το Προσφυγικό. Πανικόβλητη η -υποτίθεται- κραταιά Γερμανία αναζητά εναγωνίως συμβιβασμό με το μεγαλομανή Ερντογάν πιστεύοντας ότι με μπαλώματα, όπως η πρόσφατη συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας, θα κερδίσει τουλάχιστον χρόνο. Αν, όμως, ώς τον Ιούνιο δεν δώσει ελεύθερη βίζα στους Τούρκους να κυκλοφορούν ελεύθερα στην Ε.Ε., ο χρόνος θα τελειώσει. Για να αποφύγουν τους πρόσφυγες θα ανοίξουν(;) δρόμο στα 70 εκατ. Τούρκων. Η λογική του σατράπη τυφλώνει και μωραίνει.

Σπρώχνουν τον κόσμο να σπάσει το σεβασμό που τρέφει ακόμα στους θεσμούς, να ξεπεράσει τις πορείες/λιτανείες, τις ανώδυνες απεργίες του 24ωρου, να στραφεί σε πιο «άγριες» μορφές αγώνα. Έχουν, προφανώς, την πεποίθηση ότι διαθέτουν πλέον ισχυρές δομές, δημόσιες και μυστικές, εντός αλλά και πέραν του επίσημου κράτους, έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν την όποια αντίδραση είτε από τον κόσμο σε κάθε χώρα είτε από ολόκληρες χώρες, τις μικρές ή αδύναμες ώς τώρα, Ελλάδα, Βραζιλία κ.λπ. Η περιφρόνηση με την οποία αντιμετώπισαν το ελληνικό δημοψήφισμα το καταδεικνύει και η ίδια περιφρόνηση που δείχνουν για το δημοψήφισμα στην Ολλανδία το επιβεβαιώνει – οι Ολλανδοί τάχθηκαν εναντίον της σύνδεσης/ένταξης της Ουκρανίας στην Ε.Ε.

Έχει χαθεί πια ο λογαριασμός πόσες κυβερνήσεις έπεσαν από τον ΓΑΠ ώς τον Τσίπρα, γκρεμίστηκαν μια-μια εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική, παίρνοντας μέτρα το ένα χειρότερο από το άλλο. Με τον Μητσοτάκη, ανέτοιμο, απαράσκευο, μοναδικό αρχηγό κόμματος που προσπαθεί να κρύψει το επώνυμό του (λέγε με Κυριάκο) εξαντλούνται και οι τελευταίες εφεδρείες. Ο Τσίπρας ελπίζει. Αλλά σε ποια ελπίδα;

Οι κυβερνήσεις πέφτουν αλλά κίνημα δεν υπάρχει ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη. Πρωτόγνωρο. Οι κυβερνήσεις πέφτουν επειδή συγκρούονται με την κοινή θέληση, όχι ειδικά της εργατικής τάξης ή της αγροτικής ή των μικρομεσαίων, αλλά όλων. Ο λαός προπορεύεται, τα κόμματα δεν ακολουθούν. Ο λαός υποχρεώνει το μόνο υπολογίσιμο κόμμα, στη (Δυτική) Ευρώπη, της Άκρας Δεξιάς (Λεπέν) να αποκηρύξει τα φασιστικά του στοιχεία, να μετατραπεί σε ένα Γκολικής χροιάς κόμμα, ώστε να γίνει αποδεκτό, κάποια στιγμή, ως κόμμα εξουσίας. Η νοσταλγία του κόσμου για το πρόσφατο παρελθόν δεν είναι οπωσδήποτε ανεδαφική, περιλαμβάνει τη Δημοκρατία και την Ελευθερία Γνώμης. Η ενότητα στη λαϊκή βάση είναι πολύ πιο προχωρημένη από όσο μπορούν να αντιληφθούν οι ηγεσίες, κολλημένες η κάθε μια στις ιδεοληψίες της ή σε εθελόδουλες δεσμεύσεις. Αν όλα αυτά μπορεί να γίνουν επί καπιταλισμού ή με κάτι άλλο είναι υπόθεση του παρόντος και του μέλλοντος. Και του καθενός.

Δρόμος της Αριστεράς