«Σχεδόν μαύρος» ο καπνός του Eurogroup

Tου Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Νομοθετημένα προληπτικά μέτρα 3,6 δισ. ζητούν οι δανειστές – Κυρίαρχος της διαπραγμάτευσης το ΔΝΤ – Σε υπαρξιακή δοκιμασία η κυβερνητική πλειοψηφία

Ο «σχεδόν λευκός καπνός» που η κυβέρνηση έβλεπε στον ουρανό, λίγο μετά το τελευταίο ραντεβού με το κουαρτέτο στην Αθήνα, βγήκε… σε άλλη απόχρωση από το Eurogroup της Παρασκευής. Γκρίζος, σχεδόν μαύρος, από τα «τοξικά» καύσιμα της συνεδρίασης.

Το Eurogroup ναι μεν αναγνώρισε «σημαντική πρόοδο» στις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης – κουαρτέτου (όπου «πρόοδος» αποκαλείται η υποχώρηση της κυβέρνησης στις περισσότερες απαιτήσεις των δανειστών), αλλά ταυτόχρονα απαιτεί εδώ και τώρα νομοθέτηση των έκτακτων προληπτικών μέτρων ύψους 2% του ΑΕΠ, καθώς και ενός αποτελεσματικού μηχανισμού εφαρμογής τους, αν δεν επιτευχθεί το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018. Αυτός είναι νέος ο όρος που έθεσαν οι δανειστές για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση και να γίνει μια έκτακτη συνεδρίαση του Eurogroup, τη Μεγάλη Πέμπτη. Το τυράκι είναι «μια σοβαρή συζήτηση για το χρέος», κατά δήλωση Ντάισελμπλουμ.

Ο Τόμσεν τώρα… δικαιώνεται

Πρόκειται για πλήρη επικράτηση της τακτικής του ΔΝΤ και της «συμβιβαστικής» πρότασης Σόιμπλε, ώστε να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση καλείται να νομοθετήσει μέτρα ύψους 5% (9 δισ.) του ΑΕΠ, όσα ακριβώς απαιτούσε ο Τόμσεν από τις αρχές Μαρτίου. Εξ ου και η δήλωση Λαγκάρντ: «Είμαι πολύ χαρούμενη που είδα ισχυρή στήριξη στο θέμα των έκτακτων μέτρων. Αυτά τα μέτρα θα καλύψουν τις απαιτήσεις που έχει το Ταμείο. Πρέπει να νομοθετηθούν, να είναι αξιόπιστα και να υπάρξει ο μηχανισμός με βάση τον οποίο θα ενεργοποιηθούν».

Με τα δεδομένα αυτά, ακόμη κι αν το έκτακτο Eurogroup της προσεχούς Πέμπτης βελτιώσει κατά τι τη διαπίστωση περί «προόδου», τυπικά η αξιολόγηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να κλείσει πριν το επόμενο τακτικό Eurogroup, στις 24 Μαΐου. Κι αυτό γιατί, πέρα από το Ασφαλιστικό και το Φορολογικό που προγραμματίζεται να ψηφιστούν μετά το Πάσχα, η κυβέρνηση πρέπει να νομοθετήσει και τα υπόλοιπα, μαζί και τα απροσδιόριστα έκτακτα. Και, κυρίως, να πείσει την εύθραυστη κοινοβουλευτική της πλειοψηφία να πιει και αυτό το πικρό ποτήρι. Και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο όρος ότι «θα εφαρμοστούν μόνο αν είναι απαραίτητο» αρκεί για να πείσει τους βουλευτές.

Τα τρία «μπλοκ» των δανειστών

Από τις δηλώσεις των πρωταγωνιστών του Eurogroup προκύπτουν αφενός η σύγκλισή τους στη νέα, πρόσθετη πίεση που αποφάσισαν να ασκήσουν στην κυβέρνηση, και αφετέρου οι διατηρούμενες (αν και με λιγότερη ένταση) αποκλίσεις τους στο θέμα του χρέους. Σ’ αυτά τα πεδία, τα «μπλοκ» που διαμορφώνονται εντός του κουαρτέτου είναι τρία, με τάση να συγχωνευτούν σε δύο:

Η Κομισιόν, που διά του προέδρου της Γιούνκερ είχε ταχθεί υπέρ του κλεισίματος της αξιολόγησης με τα ήδη συμφωνημένα μέτρα, προσχώρησε και αυτή στον συμβιβασμό των έκτακτων μέτρων. Η συμβολή της στην ευνοϊκή διαχείριση των στοιχείων της Eurostat από τα οποία προκύπτει πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% το 2015, αποδείχθηκε ανεπαρκής. Πλησιέστερα στις θέσεις της Κομισιόν είναι ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, που με κάθε ευκαιρία επαναλαμβάνει τη δέσμευση για συζήτηση του χρέους, πάντα χωρίς «κουρέματα» και περιορισμένη στην «αναδιαμόρφωση» (re-profiling). Στο ίδιο μπλοκ, για διαφορετικούς όμως λόγους, εντάσσεται η ΕΚΤ, της οποίας η αντιπαράθεση με τον Σόιμπλε για την νομισματική της πολιτική κορυφώθηκε με τη δήλωση Ντράγκι ότι «η ΕΚΤ υπακούει το νόμο και όχι τους πολιτικούς καθώς είναι ανεξάρτητη, κι αυτό ισχύει για όλες τις χώρες και όλους τους πολιτικούς».

Ο Β. Σόιμπλε παραμένει το επίκεντρο του δεύτερου μπλοκ των δανειστών που επιμένει να αποκλείει τη συζήτηση για το χρέος. Στον αντίποδα των δηλώσεων Ντάισελμπλουμ και ΔΝΤ, τονίζει ότι «εάν εφαρμοστούν όσα αποδέχθηκε η Ελλάδα το περασμένο καλοκαίρι, τότε δεν θα υπάρχει ανάγκη να συζητήσουμε το θέμα του χρέους». Ο Γερμανός πολιτικός επιμένει στην αρχική του γραμμή, ότι ενδεχόμενη συζήτηση πρέπει να γίνει όταν προκύπτουν οι μεγάλες επιβαρύνσεις αποπληρωμής, δηλαδή κοντά στο 2023. Εξού και οι πληροφορίες ότι τα σχέδια «re-profiling» που εξετάζει ο ESM περιορίζονται στη «βαριά» δεκαετία 2023-2033. Προκειμένου να υπερασπίσει τη θέση του αυτή έριξε και τη γέφυρα των «προληπτικών έκτακτων μέτρων» προς το ΔΝΤ που συμφωνήθηκε στην Ουάσιγκτον και επικυρώθηκε στο Eurogroup.

Η συμβιβαστική θέση Σόιμπλε καλύπτει το ΔΝΤ, αλλά μόνο εν μέρει. Η Κριστίν Λαγκάρντ, πέρα από τη χαρά της για την υιοθέτηση των έκτακτων μέτρων, φρόντισε να υπογραμμίσει τις επιφυλάξεις της για την αξιοπιστία των στοιχείων για το πλεόνασμα του 2015 («είμαι ικανοποιημένη αν τα στοιχεία είναι ακριβή, γιατί έχουμε δει στο παρελθόν τα νούμερα να αλλάζουν σε αναθεωρήσεις… θα τα εξετάσουμε με πολύ προσοχή»). Αλλά επέμεινε και στην κατά ΔΝΤ αντίστιξη της αξιολόγησης: «Στις μεταρρυθμίσεις σημειώνεται πρόοδος, στη βιωσιμότητα του χρέους δεν έχει ξεκινήσει η συζήτηση». Που σημαίνει ότι για να λάβει το ΔΝΤ απόφαση συμμετοχής στο 3ο Μνημόνιο περί τον Ιούνιο, απαιτεί πέρα από την ψήφιση άμεσων και προληπτικών «μεταρρυθμίσεων», και σαφή απόφαση της Ευρωζώνης για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Το ΔΝΤ, καλύτερος «σύμμαχος»!

Παραδόξως, το σχήμα που προβάλλει το ΔΝΤ είναι αρκετά κοντά στο διαπραγματευτικό τρίπτυχο που πρόβαλλε το Μαξίμου, λίγο πριν το Eurogroup: κλείσιμο τώρα της αξιολόγησης με μέτρα 5,4 δισ. και συμφωνία- πακέτο για: α) σαφή ελληνική δέσμευση ότι στον προϋπολογισμό του 2018 θα ενταχθούν νέα μέτρα αν δεν επιτευχθεί ο στόχος για πλεόνασμα 3,8% και β) έναρξη της συζήτησης για το χρέος. Έτσι, διαμορφώνεται το παράδοξο η θέση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να είναι στην παρούσα φάση πιο κοντά σ’ αυτή του ΔΝΤ που υποτίθεται ότι διακαώς ήθελε να διώξει. Το ΔΝΤ είναι ο καλύτερος σύμμαχος της κυβέρνησης στην προσπάθεια να αντισταθμίσει το σοκ των προληπτικών μέτρων με μια δέσμευση για το χρέος!

Η κυβέρνηση, διά του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου, επινόησε αμέσως ως γραμμή άμυνας απέναντι στη νέα απαίτηση των δανειστών το γεγονός ότι, βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, αδυνατεί να νομοθετήσει προληπτικά πλήρη λίστα μέτρων, αλλά μπορεί να συμφωνήσει σε «μηχανισμό δέσμευσης» για μελλοντική νομοθέτηση. «Υπάρχουν πολλές ιδέες που συζητούνται, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι γεμάτη ιδέες», είπε ο κ. Τσακαλώτος μετά το Eurogroup. Σ’ αυτή την τοποθέτηση υπάρχει η έμμεση ομολογία της πολιτικής αδυναμίας της κυβέρνησης να συσπειρώσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία υπέρ ενός πρόσθετου σκληρού πακέτου λιτότητας. Η ίδια ομολογία, άλλωστε, υπήρχε και στη συνέντευξη του πρωθυπουργού στο Euronews (μεσούσης της απεργίας στα ΜΜΕ): «Η συμφωνία θα υλοποιηθεί. Η χώρα θα βγει από την κρίση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι επαρκής. Αρκεί να μην επιτρέψουμε σε κάποιους να θελήσουν επιπρόσθετα βάρη από αυτά που ορίζει η συμφωνία», ήταν η προειδοποίηση Τσίπρα για το οριακό της ευστάθειας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Το σοκ των μέτρων

Έτσι κι αλλιώς το ήδη συμφωνημένο πακέτο μέτρων, που δεν έχουμε δει ολόκληρο σε μορφή νομοσχεδίων, δεν έχει κριθεί στη «διαπραγμάτευση» τόσο με τους βουλευτές των κυβερνώντων κομμάτων, όσο και κυρίως με την κοινωνία. Η κυβέρνηση πορεύεται υποθέτοντας ότι, βοηθούσης και της πασχαλινής ανάπαυλας, θα «χωνευτούν» οι περικοπές στις συντάξεις και οι επιβαρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος. Αλλά δεν έχει ακόμη δοκιμάσει τις δυνάμεις της στην υποδοχή της καταιγίδας των λοιπών μέτρων: τις ανατιμήσεις που θα προκύψουν από την αύξηση του ΦΠΑ και τις άλλες αυξήσεις στην έμμεση φορολογία. Την πλήρη απελευθέρωση στις πωλήσεις κόκκινων δανείων, με ελάχιστες και προσωρινές (μέχρι 18 μήνες) εξαιρέσεις για τα δάνεια που συνδέονται με την πρώτη κατοικία. Την επερχόμενη λεηλασία όλης της δημόσιας περιουσίας μέσω του νέου ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο κατά τα φαινόμενα θα αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο των ΔΕΚΟ από τα μέχρι σήμερα εποπτεύοντα υπουργεία. Τέτοια σαρωτική επίθεση λιτότητας και απορρύθμισης σε μόλις 2,5 χρόνια δεν θα μπορούσε ονειρευτεί η πιο φανατική νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση στον κόσμο.

Δρόμος της Αριστεράς