Ιστοριούλα τρίτη

Το 1939, ιδρύεται στον Κορυδαλλό το -πρωτοποριακό, για την εποχή του- Άσυλο Αλητοπαίδων, προορισμός του οποίου ήταν να προσφέρει στέγη, τροφή και εν γένει περίθαλψη στα ορφανά και άστεγα παιδιά της Αττικής. Επειδή βρισκόταν κοντά στα σύνορα με την Κοκκινιά (έτσι λεγόταν τότε η σημερινή Νίκαια), το ίδρυμα έμεινε γνωστό ως Άσυλο Κοκκινιάς.

Σύμφωνα με μαρτυρίες και στοιχεία που αναφέρει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο βιβλίο του «Δεκεμβριανά 1944 – Η μάχη της Αθήνας» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2014, σελ. 376), στην ύστερη περίοδο της κατοχής η πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ μετέτρεψε το Άσυλο σε χώρο κράτησης και ανάκρισης αλλά και στρατωνισμού των μελών της. Τον Ιούνιο του 1945, το μεταβαρκιζιανό κράτος έσυρε σε δίκη 26 κομμουνιστές, με την κατηγορία ότι, κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών, εκτέλεσαν μέσα στο Άσυλο 400 αθώους εθνικόφρονες πολίτες.

Στην δίκη εμφανίστηκαν 70 μάρτυρες κατηγορίας και 100 υπερασπίσεως. Επειδή και η κατηγορία ήταν φτιαχτή και οι 26 κατηγορούμενοι κάθε άλλο παρά εκτελεστές ήσαν, η κατηγορούσα αρχή χρησιμοποίησε σωρεία ψευδομαρτύρων. Γράφει χαρακτηριστικά ο Ριζοσπάστης στις 27/6/1945: «Ο μάρτυρας Ηλ. Δημητριάδης, που είναι και πρόεδρος του Συλλόγου των Ομήρων, για να συμπληρώσει τις ψεύτικες καταθέσεις εναντίον των κατηγορουμένων, συμβουλευόταν κάθε τόσο σημειώσεις που του είχαν υπαγορεύσει. (…) Σε συνέχεια ο μάρτυρας ομολόγησε ότι δεν είδε κανένα να εκτελεί. Η υπεράσπιση ρώτησε το μάρτυρα, που είχε καταθέσει ότι όσοι έμπαιναν στο Άσυλο δεν έβγαιναν ζωντανοί, πώς συμβαίνει τότε να ζει αυτός. (…) Τέλος ο κ. πρόεδρος αναγνώρισε ότι ο μάρτυς υπερβάλλει».

Ανάμεσα στους ψευδομάρτυρες, ο κατηγορούμενος Γιώργος Αρχοντόπουλος αναγνώρισε τρεις χαφιέδες από εκείνους που είχαν πάρει μέρος στο μπλόκο της Κοκκινιάς τον προηγούμενο Αύγουστο. Ο ένας ήταν ο διαβόητος Θόδωρος Σαραντάρης, παλιός συνεργάτης της Γκεστάπο, τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι ταγματασφαλίτες ως βασανιστή. Οι άλλοι δυο ήσαν ξαδέλφια, που ανήκαν στην «ειδική ασφάλεια» του Λάμπου από την περίοδο της κατοχής ως συνεργάτες των γερμανών. Τα ονόματα τους: Λουκάς και Δημήτριος Κασιδιάρης.

Όπως προκύπτει από την κατάθεση του Λουκά Κασιδιάρη, στην «ειδική ασφάλεια» υπηρέτησαν και άλλα δυο ξαδέλφια του Κασιδιαραίοι, ο Ιωάννης (αδελφός του Δημήτρη) και ο Σωτήριος, ο οποίος ως χωροφύλακας υπηρετούσε στο σταθμό τού Λιτόχωρου που χτύπησε ο ΕΛΑΣ το 1946. Όλοι κατάγονταν από το χωριό Λάγια της Μάνης κι έμεναν στα Μανιάτικα του Πειραιά, όπου γεννήθηκε και ο Παναγιώτης Κασιδιάρης αλλά και ο γυιος του Ηλίας.

Ιστοριούλα τέταρτη

Μακρόνησος, πρωί Κυριακής, 29 Φεβρουαρίου 1948. Προσκλητήριο και έπαρση σημαίας. Λόγω Κυριακής, ακολουθεί θρησκευτική ομιλία στο θέατρο. Έξι από τους επτά λόχους τού Α’ Ειδικού Τάγματος Σκαπανέων (ο 5ος λόχος θα έμενε πίσω ως λόχος αγγαρείας) κινούνται προς το θέατρο, όπου θα γίνει η ομιλία.

Καθώς κινούνται οι 4.000 εξόριστοι προς το θέατρο, διαπιστώνουν ότι οι αλφαμίτες έχουν βγάλει από το αναρρωτήριο τους άρρωστους και τους σπρώχνουν με κλοτσιές προς το θέατρο, για να ακούσουν κι αυτοί την ομιλία. Αρχίζουν οι διαμαρτυρίες που όσο πάει και εντείνονται. Ο λόχος ασφαλείας τραβάει όπλα και ρίχνει στο ψαχνό για να αποκαταστήσει την τάξη. Πέφτουν κορμιά. Η τάξη αποκαθίσταται και ο διοικητής του στρατοπέδου υπόσχεται ότι θα γίνουν ανακρίσεις και οι υπαίτιοι του μακελειού θα τιμωρηθούν παραδειγματικά.

Το επόμενο πρωί, πλησιάζει στην ακτή ένα περιπολικό τού Βασιλικού Ναυτικού και μια φωνή ακούγεται από τον τηλεβόα: «Στρατιώται, σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης. Συλλάβατε και απομονώσατε τους δολοφόνους που δημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα! Αποδοκιμάσατε τους αρχηγούς σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον… Σας δίνω 5 λεπτά προθεσμία ν’ αποχωριστείτε από τους κομμουνιστάς».

Μόλις πέρασε το πεντάλεπτο, ένοπλοι και ροπαλοφόροι στρατιώτες ρίχτηκαν στους εξόριστους του Α’ ΕΤΟ. Καθώς γύρω είχαν στηθεί τέσσερα πολυβόλα, οι εξόριστοι δεν είχαν άλλη διέξοδο παρά να πέσουν στην θάλασσα. Εκεί, όμως, τους περίμεναν τα πολυβόλα του περιπολικού… Το φινάλε της ιστοριούλας το γράφει με τον δικό του τρόπο ο καϊκτσής Μίμης Βρονταμίτης:

Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου «Αγιος Νικόλαος», επί μισθώ οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα. Στο φοβερό ντουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου, τη λέξη «νεκρός». (…) Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι δυο αλφαμίτες. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. (…) Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου. (**)

Ο ένας από τους δυο αλφαμίτες που φόρτωναν τα πτώματα στο καΐκι του Βρονταμίτη ήταν κάποιος Χούμης, πιθανώς αδελφός ή εξάδελφος του Μίμη Χούμη που έπαιζε τότε επιθετικός στον Απόλλωνα Αθηνών. Ο άλλος λεγόταν Δημητρός Λαγός. Είχε το ίδιο όνομα με έναν θείο τού Ευάγγελου Λαγού, πατέρα του σημερινού χρυσαυγήτη βουλευτή Γιάννη Λαγού, χωρίς να είναι σίγουρο πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.


cogito ergo sum