Μηχανισμό επίλυσης χρεοκοπιών προωθεί στην Ευρώπη η Γερμανία

Του Γεράσιμου Ποταμιάνου

Ο ESM μετατρέπεται σε Νομισματικό Ταμείο για την υπερχρεωμένη Ευρώπη

Η Σύνοδος των G-20 στη Σαγκάη διαπίστωσε πως η νομισματική πολιτική έφθασε στα όριά της. Η κρίση, που εμφανίζει συστημικά χαρακτηριστικά, οφείλεται στις ανισότητες που δημιουργεί η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Μετά το 2008, καθώς η μείωση της ζήτησης περιόριζε τον δανεισμό των επιχειρήσεων, η FED αντέδρασε με μείωση του κόστους δανεισμού. Όμως, σήμερα, παρά τη μείωση των επιτοκίων και την ποσοτική χαλάρωση σε παγκόσμια κλίμακα, εξακολουθεί να μην υπάρχει ζήτηση για δανεισμό, εκτός από τη «μόχλευση» στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Στην Ευρώπη και την Ιαπωνία τα επιτόκια είναι τώρα αρνητικά, αλλά κανείς δεν πιστεύει ότι περαιτέρω μείωσή τους θα βοηθήσει την ανάκαμψη. Από την εποχή του Κέινς οι κυβερνήσεις, σε τέτοιες στιγμές, αναλαμβάνουν τον ρόλο του «έσχατου» καταναλωτή, αυξάνοντας τις δημόσιες δαπάνες και το δημόσιο χρέος. Σήμερα, όμως, πολλές από τις μεγαλύτερες χώρες του κόσμου, είναι στο όριο του «αξιόχρεου» και δεν μπορούν να δανειστούν για να χρησιμοποιήσουν αναπτυξιακά τη δημοσιονομική πολιτική. Στην Ευρωζώνη, με δεδομένη την αρχιτεκτονική της ΟΝΕ, χωρίς χαλάρωση του δημοσιονομικού συμφώνου, κάτι τέτοιο θα αύξανε τον κίνδυνο χρεοκοπίας και θα έστελνε στα ύψη τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Θα αυξάνονταν, δηλαδή, οι απαιτήσεις εξυπηρέτησης του χρέους και θα ακυρωνόταν το έργο της νομισματικής χαλάρωσης. Οι συνθήκες αυτές υποδηλώνουν ότι το χρέος έχει αποκτήσει «αντιπαραγωγικό» χαρακτήρα και υπάρχει αδιέξοδο, έστω προσωρινά. Η θεσμική προετοιμασία για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού στην Ευρωζώνη, έχει προχωρήσει αθόρυβα.

Η «εμπλοκή» προέκυψε από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσθηκε η κρίση του 2008. Υιοθετήθηκε η ίδια ακριβώς πολιτική (πιστωτική επέκταση) που είχε μόλις οδηγήσει στην κρίση, δηλαδή νέος δανεισμός αντί αναδιάρθρωσης χρέους. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έσπρωξε τον πλανήτη να συνεχίσει να δανείζεται, προσθέτοντας χρέος ύψους σχεδόν 60 τρισ. δολαρίων από το 2007 έως το 2014, με το συνολικό του ύψος να φθάνει τα 200 τρισ., δηλαδή τρεις φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ.

Η αύξηση του κρατικού χρέους είχε όμως αρνητική απόδοση, καθώς σε συνθήκες απομόχλευσης δεν λειτουργεί ο ιμάντας μεταβίβασης της ρευστότητας από τις εμπορικές τράπεζες στην αγορά, ενώ ταυτόχρονα η λιτότητα μειώνει τη ζήτηση. Ουσιαστικά το κεφάλαιο «δαπανήθηκε», δηλαδή αφαιρέθηκε από τη σφαίρα της παραγωγής και άφησε πίσω του το χρέος να εξυπηρετηθεί με αυξημένη φορολογία στα μικρά και μεσαία εισοδήματα, σε οικονομίες που είναι σε στασιμότητα ή ύφεση.

Το ίδιο έχει συμβεί με το δανεισμό των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα. Αντί να χρησιμοποιήσουν τα φθηνά δανειακά κεφάλαια για παραγωγικές επενδύσεις, προτίμησαν να επενδύσουν σε χρηματοοικονομικά προϊόντα (ομόλογα κ.λπ.) να επαναγοράσουν μετοχές στο χρηματιστήριο ή να «παρκάρουν» σε φορολογικούς παραδείσους. Διατηρούν, παράλληλα, ένα μεγάλο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα περίφημα «κόκκινα» δάνεια. Ενώ οι κεντρικές τράπεζες πίστευαν ότι προσφέρουν μια υποστηρικτική «γέφυρα», με την οποία οι εμπορικές τράπεζες θα βοηθούσαν τον ιδιωτικό τομέα να «μοχλεύσει» την ανάπτυξη της οικονομίας, ο ιδιωτικός τομέας πίστευε ότι η δημόσια δαπάνη θα ήταν αρκετή για στήριξη της ζήτησης και ότι θα μπορούσε να παραμείνει επενδεδυμένος σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, μέχρι την επαναφορά της οικονομίας στον «ενάρετο κύκλο».

Έκαναν, όμως, λάθος και οι δύο. Επιχειρήσεις και επενδυτές στα Χρηματιστήρια Αξιών τώρα περιμένουν ότι οι κυβερνήσεις θα παρέμβουν με νέα εργαλεία παροχής χρήματος. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας και η ΕΚΤ έχουν ξεδιπλώσει τεράστια δέσμη νέων μέτρων. Στις ΗΠΑ, η FED πειραματίζεται με την πορεία του βασικού επιτοκίου, που αύξησε «δοκιμαστικά» τον Δεκέμβριο, μετά από εννιά χρόνια.

Στο καθεστώς της παγκόσμιας αβεβαιότητας, η Γερμανία αρνείται να συντονισθεί απολύτως με τις ΗΠΑ και εκμεταλλεύεται προς όφελός της το παγκοσμιοποιημένο σκηνικό. Το νέο στοιχείο που προέκυψε στην κρίση, είναι ο ρόλος της FED ως παγκόσμια νομισματική αρχή. Τροφοδότησε το χρηματοπιστωτικό σύστημα με ρευστότητα, μέσω τριών κύκλων νομισματικής χαλάρωσης και διέσωσε προσωρινά τράπεζες σε όλο τον κόσμο. Σήμερα ακόμη στις ΗΠΑ, τράπεζες άλλων χωρών ελέγχουν το 45% της ρευστότητας που διέθεσε η FED τα τελευταία επτάμισι χρόνια.

Ταυτόχρονα, η Γερμανία αξιοποίησε το ειδικό της βάρος για να επιβάλει τους κανόνες στην Ευρωζώνη. Θέτει, τώρα, ως προϋπόθεση θεσμικής ολοκλήρωσης της ΟΝΕ, τη μονιμοποίηση της δημοσιονομικής περιοριστικής πολιτικής. Προετοιμάζεται μάλιστα για χρεοκοπίες, ως αποτέλεσμα της εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος και την αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων. Θεωρώντας αυτά προϋποθέσεις, αρνείται τη δική της συμμετοχή στο κόστος αντιμετώπισης της κρίσης. Η τελευταία Έκθεση του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας για το 2016, προβλέπει Μηχανισμό Επίλυσης Χρεοκοπιών, προτείνοντας εργαλεία που ήδη συζητούνται στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια.

Οι περισσότερες χώρες υιοθέτησαν ήδη τη γερμανική πρόταση για μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) σε «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο». Αυτό σχετίζεται με τον «καβγά» για τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο τρίτο ελληνικό Πρόγραμμα Προσαρμογής. Ακόμη σημαντικότερο είναι, ότι επιδιώκεται η επίσπευση δημιουργίας Ταμείου του Ενιαίου Μηχανισμού Εκκαθάρισης (SRM), για την αναδιάρθρωση ή διάλυση προβληματικών τραπεζών. Από αυτές τις αδιαφανείς για τους πολίτες εξελίξεις, προσπαθεί να προστατεύσει την κυριαρχία της (και το «Σίτι») η Βρετανία.

Η κυρίαρχη πλέον θέση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε σχέση με την παραγωγική σφαίρα, σηματοδοτεί ένα «τέλος εποχής». Είχε δίκιο ο B. Bernanke όταν, ξεκινώντας την πολιτική νομισματικής χαλάρωσης, δήλωνε πως «δεν ζούμε σε συνηθισμένες εποχές». Όσοι έχουν μελετήσει τους κλασικούς και την κρίση του 1929, ξέρουν πως ζούμε σε ένα διαφορετικό κόσμο.

Δρόμος της Αριστεράς