του Αλέξανδρου Ζέρβα

Εκεί λοιπόν που όλοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο περίμεναν «την εκτόξευση της ελληνικής οικονομίας» μετά από το πολυαναμενόμενο κλείσιμο της αξιολόγησης, ήρθε η σύνοδος της Ουάσινγκτον να τους επαναφέρει απότομα στη σκληρή πραγματικότητα.

Δεν πρόκειται απλά για τη ματαίωση ενός ακόμη success story, αλλά παράλληλα για την επαναφορά της πολιτικής αβεβαιότητας. Άλλωστε, ήταν ήδη ορατή δια γυμνού οφθαλμού η αμηχανία στο εσωτερικό της κυβερνητικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ακόμη και μπροστά στο αρχικό πακέτο που  ετοιμαζόταν να φέρει «καλώς εχόντων των πραγμάτων» μέσα στο Πάσχα ο Αλέξης Τσίπρας. Φανταστείτε τι έχει να γίνει εφόσον τους φορεθεί κάνα καπέλο έξτρα σκληρών μέτρων, όπως εκείνα του εφεδρικού μνημονίου που συμφώνησαν οι δανειστές (ερήμην της ελληνικής κυβέρνησης) στην αμερικάνικη πρωτεύουσα. Κάπως έτσι επανέρχονται σενάρια ακόμη κι ενός νέου δημοψηφίσματος. Μόνο που δυστυχώς πλέον είναι πολύ λιγότεροι εκείνοι που πιστεύουν ακόμη στις καλές προθέσεις της κυβέρνησης…

Σε αυτό το παιχνίδι στο τέλος κερδίζει πάντα ο Σόιμπλε

Προφανώς βέβαια κανείς δεν έπεσε από τα σύννεφα. Ακόμη κι οι δεδομένες διαφωνίες στο εσωτερικό των δανειστών, τις οποίες επεχείρησε να εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά το Μέγαρο Μαξίμου, στην ουσία δεν ήταν αρκετές για να κρύψουν τη μεγάλη εικόνα. Κι αυτή έδειχνε πως η Τρόικα δεν είχε επ’ ουδενί σκοπό να αφήσει ημιτελές το έργο της στην Ελλάδα. Τι τους έχει απομείνει λοιπόν; Λίγα πράματα, αλλά διόλου αμελητέα: η απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων (μπας και «ξεμπλοκάρει η επιχειρηματικότητα»), η άρση προστασίας όσον αφορά στους πλειστηριασμούς ακόμη και της πρώτης κατοικίας (για να μπορέσουν οι τραπεζίτες να πουλήσουν τα πακέτα κόκκινων δανείων), καθώς και η εκποίηση ακόμη και των τελευταίων ασημικών της δημόσιας περιουσίας.

Αυτά είναι λοιπόν και τα επίμαχα σημεία των νέων απαιτήσεών τους, όπως προκύπτει κι από την πρόσφατη συμφωνία Λαγκάρντ – Σόιμπλε, η οποία υπενθυμίζει πως ο «δράκος του παραμυθιού» δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά και μόνο το ΔΝΤ. Παράλληλα όμως αποδεικνύει πως στο δεδομένο περιβάλλον του μνημονιακού δρόμου, όσες επιμέρους διαφωνίες κι αν έχουν ο Ολάντ, ο Γιούνκερ ή ο Μοσκοβισί, η γερμανική πλευρά δεν έχει πρόβλημα να επιβάλλει ακόμη και τις πλέον σκληρές θέσεις της.

Η πολιτική αστάθεια ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία

Σε εγχώριο πεδίο βιώνουμε ένα σκηνικό που πάνω-κάτω έχουμε ξαναζήσει στο πρόσφατο παρελθόν, τόσο το Νοέμβριο του 2011 όσο και το Δεκέμβριο του 2014: μια κυβέρνηση (ισχνής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας) σε πλήρες αδιέξοδο έχει απέναντι της μια κοινωνία, η οποία έχει προ πολλού ξεπεράσει τα όρια της. Και στις δυο εν λόγω περιπτώσεις οι πρόωρες εκλογές, αργά ή γρήγορα, δεν κατέστη δυνατό να αποφευχθούν. Τίποτα όμως δεν προμηνύει πως σήμερα θα υπάρξει κάποια διαφορετική εξέλιξη.

Άλλωστε έχει καταστεί σαφές πως το εγχώριο πολιτικό προσωπικό θεωρείται εν πολλοίς αναλώσιμο από το ευρωπαϊκό κατεστημένο, στο βαθμό που αδυνατεί να ικανοποιήσει απολύτως τις απαιτήσεις του. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια του Κώστα Καραμανλή, του Γιώργου Παπανδρέου ή ακόμη και του Αντώνη Σαμαρά.

Κατά τον ίδιο τρόπο κινδυνεύει να την «πατήσει» κι ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι τα πολιτικά του χαρακτηριστικά είναι σαφώς διαφορετικά σε σχέση με τους παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά, η πρόσφατη προσχώρησή του στο μνημονιακό δρόμο δείχνει να του έχει αποστερήσει την κοινωνική στήριξη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φαίνεται πολύ πιο εύκολο να οδηγηθεί σε αποδρομή, προκειμένου να δώσει έτσι τη σκυτάλη στον «απολύτως πρόθυμο», Κυριάκο Μητσοτάκη. Αυτός άλλωστε διαθέτει κατά κοινή ομολογία τα ιδανικά χαρακτηριστικά για να ολοκληρώσει την καταστροφική δουλειά των Μνημονίων.

tvxs