Του Θέμη Τζήμα

Ας γυρίσουμε για λίγο στο όχι και τόσο μακρινό 2010: η κυβέρνηση Παπανδρέου ανακοινώνει ότι η Ελλάδα υπογράφει το πρώτο μνημόνιο με τη λεγόμενη τρόικα επειδή αποφαίνεται πως ονομαστικό επιτόκιο 6,2%- περίπου- στα 10ετή ομόλογα σημαίνει αποκλεισμό από τις διεθνείς αγορές, επειδή το δημόσιο χρέος είναι κοντά στο 120% και επειδή το έλλειμμα είναι πολύ πάνω από 10%.

Στο έδαφος μιας εγκληματικής υπερβολής- σε ό,τι είχε να κάνει με τα επιτόκια δανεισμού που σήμερα μετά από 6 χρόνια φαντάζουν ονειρικά– και μιας αυθαιρεσίας- την ίδια εποχή η Γερμανία είχε πολύ μεγαλύτερο μικτό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος από την Ελλάδα και η Ιαπωνία πολύ μεγαλύτερο δημόσιο χρέος, ωστόσο  κανείς δεν τις θεωρούσε χρεοκοπημένες– όλη η οικονομία και κατά συνέπεια η κοινωνία και η πολιτική ζωή της χώρας ξεκίνησαν να τρέχουν πίσω από δημοσιονομικούς στόχους και μεγέθη. Από όταν μάλιστα το κοινό μυστικό της αναδιάρθρωσης του χρέους ήρθε στην επιφάνεια με το πρώτο PSI, στα 7 χρόνια που ακολούθησαν, κάθε κυβέρνηση ανεξαιρέτως, λέει με διαφορετικά λόγια το ίδιο ακριβώς πράγμα: θα εφαρμόσει μέτρα περιοριστικής πολιτικής- δηλαδή φτώχειας και ανεργίας- για να μείνει η χώρα στη ζώνη του Ευρώ και να πετύχει κάποιου είδους αναδιάρθρωση χρέους, που με κάποιο ανεξήγητο τρόπο θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ελληνική οικονομία και άρα θα φέρει ανάπτυξη.

Σε ένα δημόσιο λόγο που κυριαρχείται από τον “επικοινωνισμό” του τριημέρου- το πολύ- η ανάπτυξη εμφανίζεται όχι ως συνάρτηση της ζήτησης για προϊόντα και υπηρεσίες, όπως οι αστοί οικονομολόγοι έχουν αποδείξει, αλλά ως συνάρτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, λες και στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου που μηδένισε το χρέος της, οι επενδυτές έκαναν ουρά για να ανοίξουν τις επιχειρήσεις τους. Επιπλέον, το γεγονός ότι δύο PSI μετά, το δημόσιο χρέος είναι δυσθεώρητο, τα επιτόκια- ονομαστικά και πραγματικά- κατά πολύ χειρότερα από ό,τι το 2010 και όλα τα μεγέθη της πραγματικής οικονομίας απλώς δραματικά, δε φαίνεται να πείθουν για την καταστροφικότητα του δημοσιονομισμού, δηλαδή της υποταγής της πραγματικής οικονομίας στα δημόσια οικονομικά.

Βεβαίως, το σύστημα εξουσίας έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει το δημοσιονομισμό: με αυτό το πρόσχημα, πέρασε βίαιες αναδιαρθρώσεις της πραγματικής οικονομίας που όχι μόνο άσχετες με τα δημόσια οικονομικά είναι αλλά που κυρίως αν δε φτιαχνόταν ένα σκηνικό γενικευμένης κρίσης δε θα είχαν ψηφιστεί και δε θα είχαν εφαρμοστεί ποτέ.

Στην ίδια όμως παγίδα του δημοσιονομισμού έπεσε σχεδόν όλη η λεγόμενη αριστερά- πραγματική ή υποτιθέμενη- από τη σοσιαλδημοκρατική έως την εξωκοινοβουλευτική. Σελίδες επί σελίδων έχουν γραφτεί με έξοχες τεχνικές ιδέες για το πώς θα μπορούσε να αναδιαρθρωθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος. Μερικές δεκάδες πολιτικά προγράμματα έχουν ξεκινήσει και εξακολουθούν να ξεκινούν με το σύνθημα της διαγραφής του χρέους- συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥΡΙΖΑ. Όσο πιο αριστερός μάλιστα, τόσο πιο μεγάλη η διαγραφή του χρέους. Αριστεροί- με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει πια- οικονομολόγοι και νομικοί έχουν επιχειρηματολογήσει με κάθε δυνατό τρόπο πάνω στο θέμα του χρέους. Και όμως: με κάθε τέτοια ιδέα, με κάθε τέτοιο πρόγραμμα, με κάθε επιχείρημα που προτάσσει το δημόσιο χρέος επί της πραγματικής οικονομίας και των πραγματικών σχέσεων παραγωγής, η αριστερά κάθε εκδοχής και λογής προσφέρει άθελά της μέγιστες υπηρεσίες στο σύστημα εξουσίας, προκειμένου να κλείσει η παγίδα του δημοσιονομισμού εις βάρος του λαού. Είτε λόγω ανεπαρκέστατης κοινωνικής γείωσης, δηλαδή εν προκειμένω επαφής με τις πραγματικές παραγωγικές σχέσεις, είτε λόγω προβληματικών θεωρητικών επεξεργασιών, από μια αριστερά που έθετε την ατζέντα στο δίπολο κεφάλαιο- εργασία, που ασχολιόταν και ορθώς με την πραγματική οικονομία, την ανάπτυξη, την αναδιανομή, τα δικαιώματα, περάσαμε σε μια αριστερά που παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου και φυσικά χάνει. Διόλου τυχαία μάλιστα, σε κυβερνητικό επίπεδο αυτή η παγίδα κλείνει με πρωτοφανούς βιαιότητας τρόπο, ενώ κυβερνά ένα προερχόμενο από την αριστερά, μικροαστικό κόμμα και μια προερχόμενη από την αριστερά τυχοδιωκτική, κυβερνητική ομάδα.

Και η παγίδα κλείνει: το ασφαλιστικό που κατ’ ουσίαν καταργεί το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, το φορολογικό που ευνοεί απροκάλυπτα τη μαύρη οικονομία, καθώς την καθιστά μονόδρομο, όπως και το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, συνδυαστικά και τα δύο μαζί που ισοπεδώνουν την αυτοαπασχόληση και τη μισθωτή εργασία- δηλαδή τις πιο “λαϊκές” τάξεις και στρώματα- θα υιοθετηθούν από κοινού με όλα τα υπόλοιπα μέτρα αποσύνθεσης της κυριαρχίας του λαού, όχι μόνο στο όνομα του ευρώ αλλά και στο όνομα του δημοσιονομισμού: “θυσίες για να πάρουμε κάτι στο χρέος” λέει η κυβέρνηση ψευδολογώντας ασύστολα. Όχι μόνο δε θα πάρει τίποτα αλλά και αν έπαιρνε ή αν πάρει κάποτε, το όποιο υποτιθέμενο όφελος δε θα παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων στην Ελλάδα, σε κατεύθυνση υπέρ της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και τις εν μέρει ευνοϊκές αναλύσεις του ΔΝΤ υπό την έννοια ουσιαστικά παραδέχεται πως το πρόγραμμα δε βγαίνει και άρα ομολογεί την αλήθεια, τις “έκαψε” συνειδητά η κυβερνητική ομάδα προκειμένου να μείνει πειστεί σε όσα εγκληματικά έχει συνομολογήσει.

Η παγίδα του δημοσιονομισμού λοιπόν κλείνει. Και περισσότερο από ποτέ απαιτείται γνήσια ριζοσπαστική σκέψη που θα μεταφέρει τη συζήτηση και τη δράση στο πεδίο της αλήθειας, της πρωτεύουσας αντίθεσης, δηλαδή στο ζήτημα της κυριαρχίας και των παραγωγικών σχέσεων. Εκεί που η κοινωνία πονάει και εκεί από όπου δυνάμεις της ανασυγκρότησης και του μετασχηματισμού της πραγματικής οικονομίας μπορούν να ξεπηδήσουν.

tvxs

Advertisements