diomosgrafoi

του Κώστα Τρακοσά

Οι (προσωρινές) διαγραφές γνωστών δημοσιογράφων από την ΕΣΗΕΑ προκάλεσαν μια έντονη συζήτηση γύρω από την υφή της ίδιας της δημοσιογραφίας ως λειτουργήματος, η οποία επεκτάθηκε σε ζητήματα που αφορούν την ίδια τη σύγχρονη αστική δημοκρατία, με κυριότερο το θέμα της ελευθερίας του λόγου. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη συζήτηση, είναι γνωστό ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». Κάτι σίγουρα δεν δουλεύει «σωστά», με αποτέλεσμα η δημοσιογραφία να μην επιτελεί ή -για να το θέσουμε καλύτερα- να επιτελεί στρεβλά το ρόλο της. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι ακριβώς συμβαίνει, αν η δημοσιογραφία έχει όντως φτάσει σε ένα αδιέξοδο και αν αυτό το αδιέξοδο είναι δυνατόν να ξεπεραστεί. Η απόφαση της ΕΣΗΕΑ, όπως και οι αντιδράσεις των διαγραμμένων από την Ένωση δημοσιογράφων, ως στοιχεία του ρεπορτάζ, δεν θα μας απασχολήσουν. Άλλωστε, τόσα έχουν γραφτεί. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, πίσω από αυτές τις διαγραφές μπορούμε να ελέγξουμε τις δυσκολίες και τις αδυναμίες της δημοσιογραφίας.

Ένα ταυτόχρονα υλικό και άυλο εμπόρευμα[1]

Το δημοσιογραφικό προϊόν ενέχει ταυτόχρονα και τις δύο διαστάσεις του εμπορεύματος, τόσο δηλαδή την υλική όσο και την άυλη μορφή αυτού (π.χ. οι λέξεις που γράφονται στο τυπωμένο χαρτί, και οι οποίες αντιπροσωπεύουν συγκεκριμένες ιδέες, είναι ένα άυλο παραγόμενο προϊόν το οποίο καθίσταται εμπόρευμα, ενώ το χαρτί, το μελάνι κ.ο.κ. είναι ένα υλικό εμπόρευμα). Ωστόσο, στην έντυπη μορφή του αυτό που φανερώνεται στον καταναλωτή είναι μια υλική μορφή του προϊόντος (π.χ. εφημερίδα) και μέσω αυτής της υλικότητας το άυλο προϊόν μετατρέπεται σε υλικό μόνο ως επιφαινόμενο, ενώ εντός του εξακολουθεί να κρύβει την άυλη μορφή του. Στην περίπτωση του διαδικτύου, της εφημερίδας και του ραδιοφώνου, η άυλη μορφή του παραγόμενου προϊόντος βγαίνει στην πιο καθαρή του μορφή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύει να είναι εμπόρευμα. Με μια διαφορά: ενώ είναι εμπόρευμα, δεν παρουσιάζεται (ενώ είναι) ως τέτοιο στην τελική του μορφή, καθώς κανείς δεν «πληρώνει» άμεσα για αυτό (π.χ. μπορεί να πληρώνω το ρεύμα ή τον υπολογιστή, αλλά όχι την ανάγνωση της είδησης). Ωστόσο, πίσω από το άυλο προϊόν υποκρύπτεται η υλικότητά του, όπως π.χ. οι οπτικές ίνες, ή οι ραδιοσυχνότητες και η εν λόγω τεχνολογία αυτών. Άρα ενώ στην έντυπη μορφή το υλικό κρύβει την άυλη μορφή του εμπορεύματος (και άρα γίνεται περισσότερο σαφές ως εμπόρευμα στον δέκτη αφού έτσι του παρουσιάζεται) στην ηλεκτρονική του μορφή το εμπόρευμα παρουσιάζεται σε άυλη μορφή κρύβοντας την υλική του μορφή (και άρα παρουσιάζεται λιγότερο σαφές ως εμπόρευμα, αν και παραμένει εμπόρευμα, αφού στον δέκτη εμφανίζεται ψευδώς ως κάτι που έχει ελεύθερη χρήση). Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η αλλαγή αυτή της φύσης του εμπορεύματος, δηλαδή η (ας το πούμε έτσι) υπερίσχυση της άυλης έναντι της υλικής του φύσης, έχει άμεσες συνεπαγωγές στην ίδια τη διάρθρωση του επαγγέλματος και στην ίδια την υφή της δημοσιογραφίας. Με μια κουβέντα, αυτό που θα υποστηρίξουμε είναι ότι η σταδιακή υπερίσχυση της «άυλης» μορφής έναντι της «υλικής» του δημοσιογραφικού εμπορεύματος, ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής έκρηξης, επηρεάζει τη δημοσιογραφική εργασία από τη μια αλλά και από την άλλη ο ίδιος ο Τύπος, ως Μέσο, μετατοπίζεται από ελεγκτής της εξουσίας, σε εξουσία καθ’ εαυτή, ολοκληρώνοντας έναν δυνάμει προορισμό που είχε εν τη γενέσει του.

Η «τέταρτη εξουσία» και η νομιμοποίησή της

Ας το δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα: όσο οι εφημερίδες ως κύριο μέσο μετάδοσης της είδησης κυριαρχούν στο επίπεδο της ενημέρωσης, οι πολίτες είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν (έστω και ένα συμβολικό αντίτιμο) για την ενημέρωσή τους. Άρα, θέλουν αυτό που διαβάζουν, εν ολίγοις, να «αξίζει τα λεφτά που έδωσαν». Με μια κουβέντα, είναι ένα προϊόν που υπόκειται σε έλεγχο, και μάλιστα στον πιο αυστηρό έλεγχο στο καπιταλιστικό σύστημα: η μη ικανοποίηση του πολίτη-πελάτη από το εμπόρευμα θα σημάνει τον θάνατο του εμπορεύματος. Το εμπόρευμα γίνεται άμεσα αντιληπτό ως τέτοιο λόγω ακριβώς της εμφάνισής του με τη μορφή «δούναι και λαβείν» στον πελάτη, υποκρύπτοντας την άυλη μορφή του.

Έτσι εδώ έχουμε το εξής: ενώ η δημοσιογραφία αποτελείται από μία κλειστή «κάστα» ανθρώπων (ιδιοκτητών και εργαζομένων) απροσπέλαστη από το πλήθος των ανθρώπων, ταυτοχρόνως, το ίδιο αυτό το πλήθος των ανθρώπων έχει τη δυνατότητα «ελέγχου» αυτού του προϊόντος, όπως ακριβώς ελέγχει όλα τα υπόλοιπα καπιταλιστικά προϊόντα. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη έχει ως εξής: από τη στιγμή που η δημοσιογραφία συγκροτείται από μια κλειστή «κάστα» ανθρώπων, που έχουν πρόσβαση στην εξουσία, αυτομάτως γίνεται και η ίδια «δυνάμει εξουσία». Δίχως να είναι ακόμη εξουσία, έχει εξαιρετική πρόσβαση σε αυτήν, και άρα, ταυτοχρόνως με τον έλεγχό της πάνω στην πραγματική εξουσία, μπορεί να διαμορφώνει εξουσία. Αυτό το κάνει τόσο μέσω της παραπάνω πρόσβασης, όσο και μέσω του ισχυρότερου όπλου που διαθέτει: τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από την οποία (σύμφωνα με την ορθολογική θεώρηση) υποτίθεται ότι ελέγχεται. Έτσι καταλήγουμε σε ένα σχήμα μεταξύ δημοσιογραφίας και κοινής γνώμης, όπου ο ελέγχων ελέγχεται και ο ελεγχόμενος ελέγχει. Μέσω αυτής της διαδικασίας συγκροτείται και η έννοια της «τέταρτης εξουσίας» (με την έννοια ότι ενώ έχει πρόσβαση στις τρεις εξουσίες της αστικής δημοκρατίας, εντούτοις είναι σαφώς διαχωρισμένη από αυτές και λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου αυτών).

Αυτό όμως το σχήμα είναι επαρκώς νομιμοποιημένο εξαιτίας των εσωτερικών κανόνων δεοντολογίας που κυριαρχούν εντός της δημοσιογραφίας. Δεοντολογία, που κάθε δημοσιογράφος «μαθαίνει» τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, καθώς αυτή η δεοντολογία σηματοδοτεί για τον καπιταλισμό κάτι πιο βαθύ: τον «σεβασμό» στον πελάτη (αναγνώστη, εν προκειμένω), άρα και στην παραγωγή ειδήσεων, ως προσπάθεια αποκάλυψης της αλήθειας, πάντα φυσικά υπό τη λογική του εμπορεύματος. Ασφαλώς, αυτοί οι κανόνες δεν επιβάλλονται στο εσωτερικό αυτής της «κάστας» εν κενό. Αντιθέτως, αποτελούν προϊόν κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων, ταξικών αγώνων για την έννοια του Μέσου και το μήνυμα του Μέσου, αγώνες στους οποίους αρχικά είχε πρωτοστατήσει και η ίδια η αστική τάξη.

Η διπλή διαδικασία μετάβασης σε εξουσία καθ’ αυτή

Η μετάβαση από την «υλική» στην «άυλη» μορφή του εμπορεύματος, δηλαδή στην σταδιακή κυριαρχία του ηλεκτρονικού (ραδιόφωνο, τηλεόραση και εν τέλει διαδίκτυο) Τύπου σηματοδοτεί μια διπλή, ταυτόχρονη και αντιθετική, κίνηση δημοκρατικοποίησης και αποδημοκρατικοποίησης του εαυτού της. Η δημοκρατικοποίηση της δημοσιογραφίας συνίσταται σε μια διπλή διαδικασία: πρώτον, στο άνοιγμα του επαγγέλματος του δημοσιογράφου (με αποκορύφωμα την περίοδο του διαδικτύου και των social media, όπου ο κάθε ένας μπορεί να γίνει δυνάμει δημοσιογράφος και σχολιαστής ειδήσεων) και δεύτερον στην (ποσοτική) αύξηση του ελέγχου επί του Μέσου (περισσότεροι άνθρωποι έχουν την ικανότητα και τη δυνατότητα να ελέγξουν το παραγόμενο προϊόν). Η αποδημοκρατικοποίηση, από την άλλη, συντελείται επίσης με δύο τρόπους: πρώτον, στο ότι συμπιέζεται ο χρόνος μεταξύ της παραγωγής και της μετάδοσης της είδησης, με συνέπεια την ένταση της καθετοποίησης της παραγωγής για τον επαρκέστερο έλεγχο των μεταδιδόμενων ειδήσεων, και άρα της οριστικοποίησης της αποκοπής της εργοδοσίας από την παραγωγική διαδικασία με ταυτόχρονο τον εντονότερο έλεγχο επ’ αυτής· και δεύτερον, καθώς παύει σταδιακά να θεωρείται εμπόρευμα με την υλική του μορφή, ο ίδιος ο έλεγχος του πολίτη επί του Μέσου γίνεται ασθενέστερος με συνέπεια να ενισχύεται η αντιθετική κίνηση, δηλαδή, να αυξάνεται ο έλεγχος του ελεγχόμενου, ήτοι ο εντονότερος έλεγχος της κοινής γνώμης από το Μέσο, μέσω μιας ταυτόχρονης διαδικασίας σύμφυσης του ελεγκτή της εξουσίας (το Μέσο ως ιδιοκτησία) με την ίδια την εξουσία.

Δηλαδή, η σταδιακή εξαφάνιση του «δούναι και λαβείν», με την έννοια του χρήματος, από τη σχέση μεταξύ ελεγκτή (κοινής γνώμης) και ελεγχόμενου (Μέσο) ταυτοχρόνως ενισχύει και αδυνατίζει τη δυνατότητα ελέγχου του Μέσου από την κοινή γνώμη, λόγω της ταυτόχρονης διαδικασίας δημοκρατικοποίησης και αποδημοκρατικοποίησής του. Ωστόσο, η συμπίεση του χρόνου μεταξύ παραγωγής – κατανάλωσης έχει ως συνέπεια την εντατικοποίηση και «φορντοποίηση» της δημοσιογραφικής παραγωγής με συνέπεια την αποκοπή της εργοδοσίας από την παραγωγική διαδικασία. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος, τις συνέπειες της οποίας θα δούμε παρακάτω. Η άλλη όψη είναι ότι καθώς η «τέταρτη εξουσία» εμπεριέχει, όπως είδαμε, τη δυνατότητα ελέγχου του ελεγκτή (δηλαδή, της κοινής γνώμης), τόσο εντείνεται ο εναγκαλισμός της από την οικονομική και κρατική εξουσία μέσω των διαφημίσεων, προκειμένου να υπάρξει έλεγχος του (σε τελική ανάλυση) ελεγκτή της κοινής γνώμης και άρα της ίδιας της κοινής γνώμης. Η μετάβαση στην κυριαρχία του ηλεκτρονικού τύπου (ραδιόφωνο, τηλεόραση και εν τέλει διαδίκτυο) ενισχύει αυτόν τον εναγκαλισμό ακριβώς γιατί η οικονομική ενίσχυση των Μέσων υλοποιείται όλο και λιγότερο μέσω της κοινής γνώμης και όλο και περισσότερο μέσω της (κρατικής και οικονομικής) εξουσίας, με τελική κατάληξη τη σύμφυση της «τέταρτης εξουσίας» με την εξουσία καθ’ αυτή. (Η διαδικασία αυτή εξαγοράς του μέσου από την οικονομική ή κρατική εξουσία, είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε την είδηση εμπόρευμα).

Με μια κουβέντα, η τεχνολογική έκρηξη έδωσε στο Μέσο (ως Μέσο) δύο δυνάμει «επιλογές»: από τη μια θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα πραγματικά δημοκρατικό μέσο όπου το βήμα ελέγχου επί της εξουσίας θα μπορούσε να γίνει ισχυρότερο, αλλά από την άλλη θα μπορούσε να μετατραπεί το ίδιο σε εξουσία απονομιμοποιώντας κάθε δυνατότητα δημοκρατικοποίησης τόσο του ίδιου όσο και της κοινωνίας.

Το ότι η δεύτερη δυνατότητα κυριαρχεί έναντι της πρώτης κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι και οφείλεται στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού και του μηχανισμού παραγωγής και στο πέρασμα της αστικής τάξης στην αντίδραση. Το εμπόρευμα έπαψε να είναι υλικό και καθώς έπαψε να είναι υλικό έπαψε να θεωρείται εμπόρευμα (με την έννοια ότι δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο) παραμένοντας ωστόσο στη σφαίρα των εμπορευμάτων. Καθώς το προϊόν του Μέσου είναι και δεν είναι εμπόρευμα αποκτά μια διττή φύση: όπως ακριβώς οι μετοχές του χρηματιστηρίου είναι και δεν είναι χρήμα, έτσι και οι λέξεις, που αποτελούν το τελικό προϊόν των νέων μέσων, είναι και δεν είναι ειδήσεις, αφού πλέον η σταδιακή μετατροπή του Μέσου από εξουσία δι’ εαυτή σε εξουσία καθ’ εαυτή, ενισχύει την έκφραση αλλότριων συμφερόντων ελέγχου επί της κοινής γνώμης και όχι ελέγχου επί της εξουσίας (οικονομικής και πολιτικής). Η μετάβαση αυτή, σε τελική ανάλυση, συνοδεύτηκε από δύο καθόλου τυχαίους ταυτόχρονους παράγοντες: πρώτον τη μετάλλαξη των ίδιων των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και δεύτερον την υποχώρηση των λαϊκών και κοινωνικών αγώνων.

Αν έπρεπε να συνοψίσουμε αυτή τη διαδικασία μετάβασης θα λέγαμε ότι στην πρώτη περίοδο του Τύπου η διαδικασία δημοκρατικοποίησης της κοινωνίας «οδήγησε» τα Μέσα να λειτουργούν μέσα σε ένα «κλειστό κύκλωμα» αυτοπροστασίας (από την ίδια την κοινωνική διαδικασία δημοκρατικοποίησης) των ιδιοκτητών τους και των λειτουργών τους δίνοντας ωστόσο εξωτερικά εχέγγυα δεοντολογίας (ικανοποιώντας έτσι φαινομενικά την κοινωνική δυναμική). Καθώς οι κοινωνικοί αγώνες υποχωρούν, ταυτοχρόνως, το Μέσο φαινομενικά δημοκρατικοποιείται αλλά ουσιαστικά μετατρέπεται σε εξουσία και, καθώς μεταβαίνει από την υλική στην άυλη μορφή του, χάνει κάθε ίχνος δεοντολογίας αφού παύει να είναι Μέσο και γίνεται, αντιθέτως, αυτοσκοπός, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Η έννοια του δημοσιογράφου και το Δέον

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια η έννοια του δημοσιογράφου χάνεται. Η δεοντολογία δεν είναι πλέον κάτι το Δέον, κάτι δηλαδή εξωτερικό και πέρα από αυτόν που πρέπει να ακολουθήσει, ή έστω μια εσωτερική επιταγή, αλλά αντιθέτως, γίνεται κάτι πολύ, μα πάρα πολύ απτό: Δέον είναι η ισχύς του Μέσου, άρα η γνώμη της εξουσίας.

Ας δούμε, λίγο πιο αναλυτικά, αυτή τη διαδικασία μετάβασης. Καθώς ο χρόνος μεταξύ παραγωγής – κατανάλωσης της είδησης συμπιέζεται και καθώς η διαδικασία σύμφυσης του Μέσου με την εξουσία βρίσκεται εν εξελίξει, εντείνεται ταυτόχρονα και μια εν δυνάμει πορεία ελέγχου του δημοσιογράφου από το Μέσο, η οποία ενυπήρχε στην ίδια τη φύση της δημοσιογραφίας. Όπως συμβαίνει σε όλο το καπιταλιστικό σύστημα ο έχων το χρήμα ορίζει τη μορφή και το περιεχόμενο του προϊόντος. Με τη διαφορά ότι όταν υπάρχει και η άυλη (πνευματική) μορφή εντός του προϊόντος ο έλεγχος του τελικού προϊόντος ποτέ δεν είναι πάντα ο επιθυμητός, καθώς, όπως έλεγε και ο Μπρεχτ, «(…) ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ (…) μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται». Επιπρόσθετα η δεοντολογία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος εξακολουθούσε να είναι αρκετά ισχυρή (όπως ακριβώς και ο έλεγχος του προϊόντος από την κοινή γνώμη) με συνέπεια να εξακολουθεί να υπάρχει μια εξαιρετική (με την έννοια της εξαίρεσης) περίοδος όπου ο δημοσιογράφος είχε τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου επί της εξουσίας. Όσο όμως το ίδιο το Μέσο μετατρέπεται σε εξουσία καθ’ εαυτή, τόσο αυτός ο έλεγχος είναι μη επιθυμητός από την εξουσία του Μέσου, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, αυτός ο έλεγχος πρέπει να ασκείται έναντι των «εχθρών της (δικής του) εξουσίας», που τελεί υπό διαμόρφωση. Αυτή η διαδικασία συμβαδίζει με την αντίστοιχη διαδικασία κυριαρχίας της «άυλης» εμπορευματικής μορφής έναντι της «υλικής», η οποία έχει ως συνέπεια τον εντονότερο έλεγχο επί της παραγωγής και την καθετοποίηση αυτής προκειμένου να μπορεί να μεταδίδεται η είδηση με ταχύτητα. Το αποτέλεσμα είναι η είδηση να ελέγχεται όλο και περισσότερο όχι από τον (διαμεσολαβητή) δημοσιογράφο, αλλά από τον (διαμεσολαβητή) Μέσο, δηλαδή, την εργοδοσία. Συνέπεια αυτής της κίνησης, είναι ο δημοσιογράφος να υπόκειται στον αυστηρότερο έλεγχο της γνώμης του από το Μέσο. Συνέπεια αυτού είναι η ίδια η έννοια του δέοντος να μεταβάλλεται τόσο στο εσωτερικό της συνείδησης του δημοσιογράφου, όσο και στην πραγματική έκφραση της δημοσιογραφικής εργασίας (δηλαδή, στο ίδιο το Πεδίο).

Η τελική απόληξη αυτής της διαδικασίας έχει ως εξής: Για να μπορέσει να μακροημερεύσει ο δημοσιογράφος στη δημοσιογραφία θα πρέπει να συμφωνεί (επί της ουσίας, όχι τυπικά) με τη γνώμη του Μέσου (της εξουσίας). Και τι εννοούμε εδώ: όλοι οι δημοσιογράφοι πρέπει να έχουν τη γνώμη του Μέσου ή να συμφωνούν με τη «γραμμή» του Μέσου; Όχι φυσικά! Αλλά, για να συνεχίσουν να δουλεύουν στο εν λόγω Μέσο αυτά που λένε ή γράφουν πρέπει να είναι σύμφωνα με τη «γραμμή» του Μέσου! Και αυτή είναι η ουσία του πράγματος, διότι αυτά που λες στην κάμερα ή γράφεις στο διαδίκτυο ή στην εφημερίδα είναι αυτά που μετράνε για να μπορέσεις να παραμείνεις στη δουλειά σου. Τώρα, αν εσύ έχεις εντελώς διαφορετική γνώμη, είναι κάτι εντελώς τυπικό (και έτσι, πλέον, μαθαίνεις και εσύ να το κατανοείς). Άρα ο δημοσιογράφος παύει να είναι ανεξάρτητος ουσιαστικά. Κάποιος θα πει: πάντα έτσι δεν ήταν; Η απάντηση εδώ είναι σαφώς όχι! Η διαδικασία αυτή ήταν μια διαρκής διαπάλη, ένα διαλεκτικό δίπολο (αν μπορούμε να το εκφράσουμε έτσι), που όμως λόγω των παραπάνω εξελίξεων, έχει διαμορφωθεί μια σαφή υπερίσχυση υπέρ της πλευράς του Μέσου, για λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω. Η δεύτερη πλευρά που δείχνει ότι ο δημοσιογράφος έχει πάψει να είναι δημοσιογράφος, γίνεται κατανοητή κυρίως μέσα από την τηλεοπτική δημοσιογραφία και ιδιαίτερα των δημοσιογράφων που παρουσιάζουν εκπομπές. Αυτοί δεν είναι πλέον δημοσιογράφοι, αλλά public opinion makers (είναι η περιβόητη ενσώματη δημοσιογραφία που εμφανίστηκε με ηχηρό τρόπο στη διάρκεια των δύο πολέμων του Ιράκ). Δεν τους νοιάζει καθόλου η αλήθεια (δηλαδή η αποκάλυψη και η έρευνα, που αποτελεί την ουσία της δημοσιογραφίας), αλλά η γνώμη και η προπαγάνδα (που αποτελούν το πάρεργο της δημοσιογραφίας). Έτσι, το δευτερεύον (γνώμη) γίνεται πρωτεύον, ενώ το πρωτεύον (είδηση) γίνεται δευτερεύον. Ασφαλώς, οι public opinion makers εξυπηρετούν τα συμφέροντα της (μιντιακής ως σύμφυσης με την οικονομική και κρατική) εξουσίας με μια διαφορά: αυτοί συμφωνούν ουσιαστικά και τυπικά. Η τρίτη πλευρά που δείχνει ότι ο δημοσιογράφος έχει πάψει να είναι δημοσιογράφος είναι η εργασία στη διαδικτυακή γαλέρα (η οποία έχει πλέον εξαπλωθεί στο σύνολο του έντυπου και μη Τύπου). Εκεί η καθετοποίηση της παραγωγής εκτελείται σε τέτοιο βαθμό, που ούτε ο ίδιος ο Φορντ δεν το είχε φανταστεί. Και εκεί, ο δημοσιογράφος δεν έχει καμιά δυνατότητα ελέγχου της είδησης. Γράφει την εντύπωση. Και έτσι η εντύπωση αντικαθιστά την έρευνα, το θέμα, την είδηση. Η τέταρτη πλευρά είναι οι δημοσιογράφοι που προσπαθούν να ασκήσουν πραγματική δημοσιογραφία (της είδησης και της αποκάλυψης πρωτίστως και της γνώμης δευτερευόντως), η οποία πλέον ονομάζεται «εναλλακτική δημοσιογραφία». Το γεγονός ότι η δημοσιογραφία έχει εξοβελιστεί στο «εναλλακτικό» επίπεδο, δείχνει με ακρίβεια προς τα πού έχει μετατοπιστεί η έννοια της δημοσιογραφίας καθ’ εαυτή.

Η δημοσιογραφία

Ωστόσο, την ίδια στιγμή, που τυπικά ο δημοσιογράφος έχει πάψει να είναι δημοσιογράφος (με την έννοια της ανεξαρτησίας), ταυτόχρονα ασκεί δημοσιογραφία. Όσο παράδοξο κι αν ηχεί αυτό, εντούτοις ισχύει. Διότι εξακολουθεί τυπικά να ελέγχει την εξουσία. Μόνο που ο έλεγχος που ασκεί επί της εξουσίας είναι ο έλεγχος του Μέσου και όχι του δημοσιογράφου. Κοινώς μιλάμε πλέον για τον έλεγχο της εξουσίας επί της εξουσίας, ως μέθοδος εξυπηρέτησης συμφερόντων, και όχι της δημοσιογραφίας επί της εξουσίας. Δηλαδή, η κριτική ασκείται αναλόγως των συμφερόντων που το Μέσο έχει απέναντι στην κυβερνητική-οικονομική-κρατική εξουσία, όντας το Μέσο κομμάτι της ίδιας αυτής εξουσίας. Και εδώ διαπιστώνουμε πλέον άλλη μία διάκριση, αυτήν μεταξύ του Μέσου και του δημοσιογράφου. Ενώ παλιότερα ο δημοσιογράφος αποτελούσε μια προσωπικότητα ανεξάρτητη από το Μέσο, πλέον το Μέσο ορίζει το δημοσιογράφο και αυτή αποτελεί την τελική μετάβαση αλλοίωσης της έννοιας της δημοσιογραφίας.

Η ΕΣΗΕΑ, οι διαγραφές και η ελευθερία του λόγου

Το περιστατικό της ΕΣΗΕΑ, εντάσσεται λοιπόν μέσα σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο, το οποίο περιγράψαμε σε εξαιρετικά αδρές γραμμές, όπου η δημοσιογραφία έχει πάψει να είναι δημοσιογραφία, με την έννοια που είχε οριστεί. Η θεσμοθέτηση ποινών από την ΕΣΗΕΑ, την ώρα που κάθε έννοια δημοσιογραφικού δέοντος έχει χαθεί και η έννοια της είδησης έχει μετατραπεί σε μη είδηση (ήτοι σε εντύπωση), είναι μια κίνηση άνευ νοήματος, μια κίνηση που απλά ανατροφοδοτεί το πρόβλημα και δεν το λύνει. Και είναι σαφές, πως όταν παίρνει μια τέτοια απόφαση κατασταλτικών μέτρων, το κάνει εν κενό, δηλαδή, εν πλήρη απουσία της ίδιας της δημοσιογραφίας. Συνεπώς, αν κάτι έπρεπε πρώτα να κάνει η ΕΣΗΕΑ, πριν από τις ίδιες τις διαγραφές, θα ήταν -κατά τη γνώμη μου- να επανορίσει, να επαναπροσδιορίσει την έννοια της δημοσιογραφίας και του δημοσιογράφου, να επαναπροσεγγίσει το Δέον της δημοσιογραφίας, να την επανατοποθετήσει σε σταθερά θεμέλια. Αυτό, στις παρούσες συνθήκες, σημαίνει προστασία του δημοσιογράφου από το Μέσο, το οποίο έχει μετατραπεί σε κάτι πέραν και πάνω από το δημοσιογράφο, το οποίο επιζητάει πλέον όχι μόνο την πένα, αλλά και την ψυχή του δημοσιογράφου. Με δεδομένο, δε, ότι η ΕΣΗΕΑ αποτελεί συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων, κατ’ επέκταση, είναι ευθύνη των ίδιων των δημοσιογράφων να διεκδικήσουν την αυτοπροστασία του επαγγέλματός τους.

Από την άλλη, στο ίδιο πλαίσιο ενυπωσιοθηρίας εντάσσεται και η αντίδραση των γνωστών public opinion makers (της ενσώματης δημοσιογραφίας), οι οποίοι τιμωρήθηκαν από την ΕΣΗΕΑ και που κάνουν λόγο για καταπάτηση της ελευθερίας του λόγου. Πρώτον, διότι, η ελευθερία του λόγου διαχωρίζεται, από όποια πλευρά και αν το δει κανείς, από την ψευδή παρουσίαση ειδήσεων (τόσα έχουν γραφτεί τις τελευταίες ημέρες για τα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών σταθμών τις ημέρες των δημοσκοπήσεων). Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι ασχέτως της όποιας άποψης έχει ο δημοσιογράφος επί του γεγονότος είναι υποχρεωμένος (σύμφωνα με το Δέον της δημοσιογραφίας) να παρουσιάσει όλες τις απόψεις. Το πρόβλημα, εδώ, είναι διπλό: Οι public opinion makers, αν και δουλεύουν στο Μέσο, δεν είναι δημοσιογράφοι και επιπρόσθετα, όπως είδαμε, το μόνο Δέον, που στοιχειοθετεί τη δημοσιογραφία είναι το Δέον της εξουσίας του Μέσου. Το τρίτο στοιχείο είναι ότι αν είχε όντως τιμωρηθεί η ελευθερία του λόγου, τότε, πώς την επόμενη μέρα των διαγραφών, όλοι οι διαγραμμένοι βγήκαν σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή και μιλούσαν, δίχως κανέναν αντίλογο, για την απόφαση των διαγραφών υπερθεματίζοντας για την απουσία ελευθερίας λόγου; Αν υπήρχε όντως καταστρατήγηση της ελευθερίας του λόγου, τότε η ΕΣΗΕΑ θα έπρεπε να «ρίξει μαύρο» στην εν λόγω εκπομπή -αυτό, πράγματι, θα στοιχειοθετούσε μια τέτοια κατηγορία. Ή, για να το θέσουμε καλύτερα, θα έπρεπε να έχαναν την ίδια τη δουλειά τους, διότι είπαν αυτά που είπαν!

Πού δεν υπάρχει ελευθερία του λόγου;

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι υπάρχει έλλειψη ελευθερίας λόγου στα media. Με μια διαφορά: αντιμέτωποι με την ανελευθερία λόγου δεν έρχονται οι public opinion makers, οι οποίοι διαμαρτύρονται για αυτό, αλλά οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται στο (εκάστοτε) Μέσο. Αυτοί οι δημοσιογράφοι είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν τις εντολές του Μέσου, αδιαφορώντας για τις προσωπικές τους απόψεις. Με αυτήν την έννοια είναι ανελεύθεροι, στο όνομα της διατήρησης της εργασίας, να εκφράσουν τη γνώμη τους, να αποκαλύψουν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ως αληθές. Αντιθέτως, για αυτούς, «αλήθεια» είναι η «αλήθεια» του Μέσου. Με αυτήν την έννοια το Μέσο, από μέσο έκφρασης γίνεται ο αυτοσκοπός της βούλησης της εργοδοσίας. Και κάπου εκεί οριστικοποιείται το αδιέξοδο της δημοσιογραφίας. Το οποίο ή οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να αγωνιστούν να υπερπηδήσουν αναδημιουργώντας μια πραγματικά δημοκρατική δημοσιογραφία με τον έλεγχο και τη συμβολή της κοινής γνώμης, κάτω από τις νέες συνθήκες και δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογική διάσταση ή, αλλιώς, το αδιέξοδο θα αρθεί με την οριστική αποδημοκρατικοποίηση του Μέσου και τη νεκρανάσταση της δημοσιογραφίας ως εξουσίας καθ’ αυτή, μια διαδικασία που ήδη συντελείται, και που οδηγεί τη δημοσιογραφία στο αντίθετό της.

[1] Πολλά έχουν γραφτεί για το αν η είδηση είναι ή δεν είναι εμπόρευμα. Στο παρόν κείμενο θεωρούμε την είδηση ως ένα ακόμη εμπόρευμα. Ασφαλώς η συγκεκριμένη θέση -και όχι μόνο- θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα αντιλόγου και διαλόγου, κάτι που ειλικρινά ευελπιστούμε.

Ημεροδρόμος