Tης Κατερίνας Ρόββα

Ο απόγονος του ηρωικού κρητικού αγωνιστή ανθρακωρύχου Λούη Τίκκα εξιστορεί: «Πώς ο Ροκφέλερ δολοφόνησε τον πρόγονό μου»

«Αυτός μια μέρα να ξέρεις ή θα γίνει πολύ μεγάλος ή θα φάει το κεφάλι του», έλεγε ο παππούς μου για τον Λούη Τίκα.

Τελικά συνέβησαν και τα δύο. Ο Λούης, που έμελλε να γίνει ένας θρύλος της εργατικής τάξης, ήταν αδελφός του. Ένας πάρα πολύ έξυπνος νέος που είχε γεννηθεί το 1886, με αίσθημα δικαιοσύνης, ανήσυχος, που διάβαζε ό,τι βιβλίο έπεφτε στα χέρια του και η γη της Κρήτης δεν τον χωρούσε. Όταν αποφάσισε να πάει στην Αμερική για να αναζητήσει την τύχη του, ο παππούς μου δεν τον άφηνε. Η γιαγιά μου επέμενε. «Άστον να ανοίξει τα φτερά του» του έλεγε. Και πήγε.

Ήταν 25 Μαρτίου 1906». Με τα λόγια αυτά ο κ. Γιώργος Σταυρουλάκης διηγείται στο «Έθνος» την ιστορία του προγόνου του που το 1913 πρωταγωνίστησε ως αρχηγός των Ελλήνων ανθρακωρύχων μαζί με άλλες 26 εθνικότητες στην τεράστια απεργία του Συνδικάτου Ενωμένων Ανθρακωρύχων Αμερικής στο Κολοράντο. Μια απεργία που κορυφώθηκε στις 20 Απριλίου 1914 με τη Σφαγή του Λάντλοου και την άγρια δολοφονία του Λούη Τίκα, άλλων συνδικαλιστών και γυναικόπαιδων που διεκδικούσαν ανθρώπινες συνθήκες ζωής από την πολιτειακή Εθνοφρουρά.

Ήταν η εποχή που η αμερικανική οικονομία προσπαθούσε να ξεφύγει από τον κύκλο της ύφεσης, συνθλίβοντας ακόμη περισσότερο τα στοιχειώδη δικαιώματα των εργατών: 14 ώρες δουλειάς, μεροκάματα που δεν εξασφάλιζαν τα αναγκαία για τη διαβίωση, απουσία μέτρων ασφαλείας, φτώχεια και βαθιά εκμετάλλευση.

Στην ιστορία του Τίκα και άλλων Ελλήνων που συμμετείχαν στις ένοπλες ταξικές αναμετρήσεις των ορυχείων της Αμερικής από το 1890 έως το 1930 αναφέρεται το νέο ντοκιμαντέρ του Λεωνίδα Βαρδαρού με τίτλο «Ludlow, οι Eλληνες στους πολέμους του Aνθρακα».

Η κοιλάδα του Λάντλοου μετά τη μεγάλη σφαγή των απεργών 
και των οικογενειών τους από την πολιτειακή Εθνοφρουρά

«Ο Λούης έμαθε γρήγορα την αγγλική γλώσσα και τον χρησιμοποιούσαν ως μεταφραστή, ενώ βοηθούσε τους Eλληνες να στέλνουν τα γράμματά τους στην πατρίδα. Βλέποντας ότι με αυτές τις άθλιες συνθήκες ζωής εκεί δεν υπήρχε μέλλον, ίδρυσε το πρώτο εργατικό σωματείο. Οργάνωσε πάρα πολλούς Eλληνες. Ο Ροκφέλερ, ο μεγαλύτερος εργοδότης της περιοχής, τον θεωρούσε έντιμο πρόσωπο, αναγνώριζε την επιρροή του και απαιτούσε να παρίσταται στις διαπραγματεύσεις. Η κατάσταση, όμως, ήταν αφόρητη. Με τις διαπραγματεύσεις δεν γινόταν τίποτα. Και ο Τίκας άρχισε να οργανώνει την απεργία. Γύρισε όλα τα ορυχεία, τον πίστεψαν και τον ακολούθησαν 11.000 εργάτες. Και η απεργία κηρύχθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1913. Κράτησε μέχρι τον Απρίλιο με τη μεγάλη σφαγή.

Στην Κοιλάδα του Λάντλοου τοποθετήθηκαν σκηνές όπου διέμεναν οι ανθρακωρύχοι με τις οικογένειές τους. Κάτω από αυτές έφτιαξαν ορύγματα για να προφυλάσσονται οι γυναίκες και τα παιδιά από την ιδιωτική αστυνομία του Ροκφέλερ που έμπαινε βίαια στον καταυλισμό, κατέστρεφε τα πάντα και έκλεβε τις πενιχρές οικονομίες των εργατών. Σε αυτό το καθεστώς τρομοκρατίας και παρά τον βαρύ χειμώνα που μεσολάβησε με ένα μέτρο χιόνι η απεργία δεν έσπασε, ο αγώνας κρατούσε γερά», λέει ο κ. Σταυρουλάκης.

Αγρια δολοφονία

«Κάποια στιγμή ο Ροκφέλερ προσπάθησε να δωροδοκήσει τον Τίκα, ζητώντας του να εγκαταλείψει την περιοχή αντί 10.000 δολαρίων. Εκείνος βγήκε και το ανακοίνωσε στους απεργούς, λέγοντάς τους ότι θα μείνει μαζί τους ως το τέλος. Από τότε κάποιοι τον αποκαλούσαν ο «Λέων της Κρήτης». Όταν είδαν ότι δεν μπορούν να διαλύσουν την απεργία αλλιώς, οι εργοδότες κάλεσαν την Εθνοφρουρά. Στις 20 Απριλίου, σούρουπο, γάζωσαν τον καταυλισμό με μυδράλια. Έριξαν κηροζίνη και έβαλαν φωτιά. Πολλοί κάηκαν ζωντανοί και όσοι βρίσκονταν στα ορύγματα πέθαναν από ασφυξία. Οι εργάτες αντιστάθηκαν μέχρι τέλους, ώσπου τους τελείωσαν τα πυρομαχικά. Την παραμονή της Σφαγής ένας συγχωριανός του Λούη Τίκα, με τον οποίο είχαν φύγει μαζί από τα Λούτρα Ρεθύμνου, του είχε πει: «Πάμε να φύγουμε τώρα, να δουλέψουμε σε άλλη Πολιτεία». Ο Τίκας του απάντησε: «Εσύ φύγε, εγώ πρέπει να μείνω να συνεχίσω αυτό που ξεκίνησα».

 
Επί τρεις ημέρες το πτώμα του Τίκα κείτονταν στην κοιλάδα του Λάντλοου 
χωρίς να επιτρέπεται σε κανέναν να πλησιάσει

Ο Μανώλης έφυγε και έζησε ως το 1974. Ο Λούης δολοφονήθηκε την ημέρα εκείνη. Ο υπομοίραρχος που τον σκότωσε έσπασε το κοντάκι του όπλου του πάνω στο κεφάλι του Τίκα και στη συνέχεια τον γάζωσαν πισώπλατα. Η Εθνοφρουρά έβαλε φωτιά για να εξαφανίσει τα πτώματα και απέμειναν μόνο 50, εκ των οποίων αναγνωρίστηκαν τα 17. Επί τρεις ημέρες οι σοροί του Τίκα και του γραμματέα του Συνδικάτου κείτονταν εκεί χωρίς να επιτρέπουν σε κανέναν να τις πλησιάσει».

Πίσω στην Κρήτη, ήταν η γιαγιά του κ. Σταυρουλάκη που θα παραλάμβανε το τηλεγράφημα που έφτασε από την Αμερική το 1914 στα Λούτρα Ρεθύμνου. «Δεν ήξερε πώς να το πει στον παππού μου. «Ξέρεις», του είπε, «ήρθε ένα τηλεγράφημα από την Αμερική». Κι εκείνος την κοίταξε στα μάτια και της είπε: «Το περίμενα…»».

Λ. Βαρδάρος: Πέθαιναν μέσα στους βάλτους από ελονοσία

«Για τις δυσκολίες των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ άκουσα πρώτη φορά από τη γιαγιά μου, γιατί ο παππούς μου είχε επιστρέψει από την Αμερική πριν από την κρίση του ’29», μας λέει ο σκηνοθέτης Λεωνίδας Βαρδαρός. Απογόνους των… επιζησάντων δικών μας μεταναστών στις ΗΠΑ, ο κ. Βαρδαρός γνώρισε για πρώτη φορά το 1972 στην Ικαρία, το γενέθλιο νησί του. «Μου αφηγούνταν ιστορίες για τους εργάτες που έφτιαχναν τις σιδηροδρομικές γραμμές και πέθαιναν μέσα στους βάλτους από ελονοσία», λέει. «Αργότερα βρέθηκαν στα χέρια μου αυτοβιογραφικά κείμενα μεταναστών, καθώς επίσης και λογοτεχνικά κείμενα για την άλλη Αμερική. Έτσι κατάλαβα ότι ο επίσημος κολακευτικός χαρακτηρισμός της ελληνικής μεταναστευτικής εποποιίας συγκαλύπτει απειράριθμα ατομικά δράματα».

 
Στα ορυχεία της Αμερικής πολλά μικρά παιδιά-θύματα ακραίας εκμετάλλευσης 
πρόσφεραν τον κόπο τους έναντι πενιχρής αμοιβής

Και γιατί μέχρι πρότινος δεν γνωρίζαμε τίποτα γι’ αυτά; «Γιατί ο όμιλος Ροκφέλερ ξόδεψε εκατομμύρια δολάρια για δεκαετίες για να τα αποσιωπήσει», τονίζει ο σκηνοθέτης. Μέχρι και οι ίδιοι οι Αμερικανοί, εξαιρουμένων των ειδικών ιστορικών ερευνητών, αγνοούσαν μέχρι τα χρόνια του μεταπολέμου -και την κυκλοφορία του εμβληματικού τραγουδιού «The Ludlow Massacre» του Γούντι Γκάθρι- πως ο δήθεν φιλάνθρωπος λάδωνε με αμύθητα ποσά τα ΜΜΕ για να αποκαταστήσουν την εικόνα του στην κοινή γνώμη.

Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ο Λεωνίδας Βαρδαρός αποφάσισε να ανεβάσει μια θεατρική παράσταση για τους ταξικούς αγώνες στην Αμερική. «Γνωρίστηκα με τους ανθρώπους της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Αποστόλης Μπερδεμπές» και στη συνέχεια ξεκινήσαμε μαζί την έρευνα για την παρούσα ταινία, στη διάρκεια της οποίας γνώρισα πολύ περισσότερα γεγονότα για εκείνη την εποχή».

Γ. Σταυρουλάκης: Σε τρία χρόνια είχαν χαθεί 618 εργάτες

«Την εποχή εκείνη καθημερινά στα ορυχεία σκοτώνονταν άνθρωποι, σε τρία χρόνια είχαν χαθεί 618 εργάτες», εξηγεί ο κ. Σταυρουλάκης. «Το μεροκάματο ήταν πλασματικό, έπαιρναν θεωρητικά 5 δολάρια αλλά ο μέσος όρος ήταν 1,6 δολάρια. Κι αυτό επειδή πλήρωναν τα πάντα: το σπίτι που τους έδινε η εταιρεία, το νερό της εταιρείας, τον παπά της εκκλησίας. Επίσης τους έδιναν ένα τμήμα του σε σκριπ, δηλαδή εταιρικό νόμισμα με το οποίο πήγαιναν να ψωνίσουν υποχρεωτικά σε καταστήματα της εταιρείας, τα οποία είχαν τιμές ακριβότερες κατά 25% από τα άλλα καταστήματα της πόλης. Έτσι, στην ουσία όχι μόνο δεν πληρώνονταν αλλά χρεώνονταν κιόλας απέναντι στην εταιρεία, με κάποιους να μην καταφέρουν ποτέ να εξοφλήσουν τα χρέη τους… Οι εργάτες ζητούσαν μέτρα ασφαλείας, αναγνώριση του συνδικάτου και του δικαιώματος στον συνδικαλισμό, αύξηση μισθού και καταβολή κανονικού μεροκάματου για επικίνδυνη εργασία, μεγαλύτερη αμοιβή αν δούλευαν πέραν του οκταώρου -συνήθως εργάζονταν 14 ώρες-, να ζυγίζει δικός τους εργοδηγός το κάρβουνο, να καταργηθεί το εταιρικό νόμισμα και να έχουν δικαίωμα επιλογής σε ξενώνα, γιατρό και κατάστημα».

Αγέρωχος δίπλα στο πορτρέτο του «Λέοντα της Κρήτης» 
στέκεται ο απόγονός του, Γιώργος Σταυρουλάκης

Ο θρύλος του Τρινιδάδ

Σήμερα ο Λούης Τίκας είναι ένας θρύλος της πόλης του Τρινιδάδ και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο με εκδηλώσεις και συνέδρια. Στην κοιλάδα του Λάντλοου έχει στηθεί ανδριάντας του και μνημείο για τους εργάτες που έχασαν τη ζωή τους στη μάχη. Η απεργία νίκησε και οι εργάτες κέρδισαν δικαιώματα. Η κηδεία του απέδειξε, άλλωστε, ότι επρόκειτο για ένα σύμβολο της εργατικής τάξης που δεν θα έσβηνε εύκολα από τη συλλογική μνήμη. «Αφού τον διαβάσανε στον Αγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, μια άμαξα τον μετέφερε προς το νεκροταφείο του Σαν Ραφαέλι στο Τρινιδάδ. Τρεις Έλληνες βρίσκονταν μπροστά κρατώντας μια ελληνική σημαία, μια αμερικανική και μια σημαία του Κολοράντο. Ακολουθούσαν 500 Έλληνες και χιλιάδες ανθρακωρύχοι, με την πομπή να φτάνει σε μήκος το ένα μίλι», λέει ο κ. Σταυρουλάκης.

Διαβάστε επίσης: 

ethnos.gr