Του Θέμη Τζήμα

Οι δανειστές της χώρας γνωρίζουν πολύ καλά το παιχνίδι με το δημόσιο χρέος και το παίζουν αριστοτεχνικά, εν πολλοίς και λόγω της κάκιστης στάσης όλων των ελληνικών κυβερνήσεων μέσα στην κρίση. Το δημόσιο χρέος, όπως και το ιδιωτικό, δεν είναι παρά ένα πολιτικό μέγεθος κατά βάση, σύμφυτο με και αναγκαίο στον καπιταλισμό. Πέρα από τα δήθεν «αμείλικτα νούμερα», υπάρχει το γιγάντιο ιδιωτικό χρέος της Γερμανίας, το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας αλλά και το παρελθόν της ίδιας της Δυτικής Ευρώπης, που δείχνει ότι κορυφαία επιτεύγματα του κοινωνικού κράτους, όπως το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος της Μεγάλης Βρετανίας, θεμελιώθηκαν εν μέσω περιβάλλοντος «υπερχρέωσης», όπως οι «δημοσιονομιστές» θα έλεγαν σήμερα.

Το δημόσιο χρέος, πέρα από προτεσταντικές εμμονές, είναι κατά βάση και κυρίως το εργαλείο που, μαζί με τον έλεγχο της ρευστότητας και του τραπεζικού συστήματος, επιβάλλει βίαιες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στον ευρωπαϊκό χώρο και, εν προκειμένω, στην Ελλάδα. Την ώρα που η ελληνική κυβέρνηση, μέσα στην απελπισία της, αναζητά πια έστω και υποσχέσεις ελάφρυνσης του χρέους, με πρόσχημα αυτή την προοπτική μια νέα οικονομική, κοινωνική και πολιτική αρχιτεκτονική προωθείται πανευρωπαϊκά και κατεξοχήν στη χώρα μας.

Το υβρίδιο που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση καθίσταται τόπος συνάντησης και διακανονισμού διαφορετικών, συγκρουόμενων συχνά συμφερόντων εθνικών αστικών τάξεων και περαιτέρω ενίσχυσης των ισχυρότερων εξ αυτών. Αυτή η ενίσχυση λαμβάνει χώρα διά της μεταφοράς πόρων και κυριαρχίας από τα πιο ανίσχυρα κράτη-μέλη προς τα ισχυρότερα κράτη και τραπεζικά συστήματα, στο όνομα του υπερεθνικού πλαισίου της ΕΕ. Παγιώνεται, δηλαδή, η τάση όχι μόνο της άνισης ανάπτυξης, αλλά επιπλέον του άμεσου πολιτικού ελέγχου και της περιφερειοποίησης μιας σειράς οικονομιών και κρατών, τάση η οποία στο εσωτερικό τους υλοποιείται διά της έντασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και διά της απώλειας του άμεσου ή έμμεσου ελέγχου από πλευράς των εθνικών Αρχών επί μιας σειράς κρίσιμων τομέων και κλάδων της οικονομίας.

Η κατάσταση αυτή, μάλιστα, θα ενταθεί ακόμα περισσότερο με τις διατλαντικές συμφωνίες εμπορίου, που αλλάζουν στρατηγικά το διεθνές και εντέλει το εσωτερικό δίκαιο με τρόπο που περιορίζει ασφυκτικά τον δημόσιο χώρο προς όφελος των συμφερόντων των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες με τη σειρά τους στηρίζονται από τα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη.

Υπ’ αυτή την έννοια, όσο η ελληνική κυβέρνηση προτάσσει το ζήτημα του χρέους και, σε αυτή την κατεύθυνση, τη λεγάμενη «πολιτική διαπραγμάτευση», όσο, δηλαδή, αναζητά μια σύγκρουση που δεν θα γίνει μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στο παιχνίδι που είναι στημένο εις βάρος της χώρας και του λαού.

Το πρώτιστο ζήτημα σήμερα είναι το ζήτημα της κυριαρχίας. Όχι με την εθνικιστική έννοια του όρου, αλλά με την κοινωνική -λαϊκή. Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015 αποτέλεσε ακριβώς αυτό το πρωτογενές διάβημα αποκατάστασης της κυριαρχίας της χώρας και του λαού, ως αναγκαίας συνθήκης ανασυγκρότησης. Η ηγεσία της χώρας οφείλει να στρέψει το βλέμμα και την πολιτική της εκεί.

Η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν θα αποτελέσει παρά ένα ακόμα βήμα προς την περαιτέρω δέσμευση της κυριαρχίας της  χώρας, που θα στρώσει τον δρόμο ενδεχομένως και για ένα τέταρτο Μνημόνιο. Η ρήξη, με τους όποιους υπαρκτούς κινδύνους, αποτελεί πια συνθήκη ύπαρξης της κυριαρχίας της χώρας και μοναδική πιθανότητα ανασυγκρότησής της.

επίκαιρα via Βαθύ Κόκκινο