Όταν ο Γκαλεάνο απ’ την Ουρουγουάη βρέθηκε στην πλατεία Καταλούνια της Βαρκελώνης, δίπλα σε νέους που είχαν συγκεντρωθεί στις γειτονιές της Ισπανίας παλεύοντας για την ουτοπία, ρωτήθηκε τι περιμένει απ’ αυτό το εγχείρημα και αφοπλιστικός όπως πάντα απάντησε: «Περιμένω να πειστώ πως η ζωή αξίζει τον κόπο. Αυτή εδώ είναι η απόδειξη πως η ζωή αξίζει τον κόπο. Η ζωή είναι πολύ πέρα από τις μικρότητες και την πολιτική ή προσωπική πραγματικότητα. Αν κερδίσεις ή χάσεις στη ζωή σου, δεν αξίζει και πολύ, σε σχέση με τον άλλον κόσμο, τον πιθανό άλλο κόσμο που σε περιμένει. Ο πιθανός άλλος κόσμος βρίσκεται στην κοιλιά αυτού εδώ, αυτός είναι ένας απαίσιος κόσμος. Αλλά σίγουρα ζει μέσα σε αυτόν τον κόσμο.  Μπορεί να υπάρξει άλλος κόσμος. Ένας κόσμος πέρα απ’ αυτά τα σκατά. Τον αναγνωρίζω μέσα σ΄ αυτές τις αυθόρμητες διαμαρτυρίες, στην πλατεία Καταλούνια και στη Σόλ της Μαδρίτης, και ξέρω πως υπάρχουν κι άλλες μαχόμενες πλατείες. Κάποιοι με ρωτούν: «Τι θα γίνει; Τι θα βγει απ’ αυτό;» Εγώ απλώς απαντώ: «Λοιπόν, δεν ξέρω τι θα γίνει». Ούτε και μ’ ενδιαφέρει. Μ’ ενδιαφέρει αυτό που γίνεται τώρα. Μ’ ενδιαφέρει το τώρα και τι αυτό αναγγέλλει γι’ αυτό που μπορεί να γίνει μετά. Είναι σα ν’ αναρωτιέμαι κάθε φορά που ερωτεύομαι , όταν ζω μια εμπειρία αγάπης , όταν νιώθω πως ζω και δε με νοιάζει αν θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή της μαγικής, αληθινής αγάπης, και λέω: «Ε, λοιπόν, τίποτα.» Η αγάπη είναι σαν κι αυτό εδώ. Δεν πρέπει να τα σκεφτόμαστε όλα σα να μιλούσαμε για τράπεζες, υπόλοιπα, χρέη και λογαριασμούς. Τι μας περιμένει; Πιθανότητες. (…) Κάθε φορά που έρχομαι σ’ αυτά τα συλλαλητήρια των νέων, σκέφτομαι πως μας περιμένει ένας άλλος κόσμος. Είναι οι νέοι αυτοί που τον αποκαλύπτουν.(…)Μου αρέσει να μιλάω με τους ομοίους μου. Ίσος προς ίσον.  Γιατί είμαστε όλοι ίσοι στη μάχη για μια διαφορετική ζωή.»

Οι λέξεις του Γκαλεάνο ταξιδεύουν, γίνονται στίχος σε κομμάτι των Social Waste που επιμένουν πως αυτός ο κόσμος αλλάζει, παίρνουν φωτιά και μετουσιώνονται σε αποφθέγματα, συναντάνε το μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες, ντύνουν με όμορφες μυθοπλασίες νοήματα και εμβλήματα ζωής, κάνουν τον αγώνα ένα μικρό επίγειο θαύμα, περιγράφουν  με απλά υλικά και ωραίες εικόνες την ουτοπία.

Ο ίδιος, μεταξύ άλλων είχε πει ότι δεν πρέπει να έχουμε φόβο, αλλά να ζούμε. Ο φτιαγμένος από ιστορίες Ουρουγουανός συγγραφεάς, εμβληματικός κι ευρηματικός,  ανατρεπτικός κι ανθρωπιστής, είχε πει μεταξύ άλλων: «Αν συμμορφωθούμε προς τας υποδείξεις τότε εγγυημένα θα βλέπουμε όλοι τις ίδιες εικόνες, θα ακούμε όλοι τους ίδιους ήχους, θα φοράμε τα ίδια ρούχα, θα τρώμε όλοι τα ίδια χάμπουργκερ και θα είμαστε όλοι μόνοι μες στην ίδια μοναξιά, μέσα σε σπίτια ίδια, σε γειτονιές ίδιες, σε πόλεις ίδιες, όπου όλοι θα αναπνέουμε την ίδια βρόμα και θα υπη­ρετούμε τα αυτοκίνητα μας με την ίδια προσήλωση και θα ανταποκρινόμαστε στις διαταγές των ίδιων μηχανών σε έναν κόσμο που θα είναι θαυμαστός για όποιον δεν έχει ούτε πόδια ούτε φτερά ούτε ρίζες. – Η χειρότερη τάση του ανθρώπου είναι: να επιβάλλουμε έναν μοναδικό Θεό, μια μοναδική αλήθεια, έναν μόνο τρόπο ζωής και θανάτου. Η καλύτερη είναι: η ικανότητα δημιουργίας, το δικαίωμα να ονειρευόμαστε και επίσης η ικανότητα να βλέπουμε τον διπλανό μας σαν υπόσχεση και όχι σαν απειλή.» «Η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα εκτός από το δικαίωμα να βλέπει, να ακούει και να σιωπά.Τι θα γίνει αν αρχίσουμε να ασκούμε το δικαίωμα στο όνειρο, που δεν διακηρύχτηκε ποτέ;Τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα;Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν κόσμο όπου όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέρφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί,όπου και αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του χρόνου και του χώρου.η τελειότητα θα εξοκολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών.Όμως σε αυτόν τον όμορφο και γαμημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να’ναι η τελευταία μας και την κάθε μέρα σαν να ταν η πρώτη μας.»

Ο Γκαλεάνο, βαθιά κι αληθινά ουμανιστής, ισοπέδωνε τη μικρότητα και εξύψωνε τον αγώνα για ζωή. Εξορίστηκε για τις ιδέες του απ’ την Ουρουγουάη, αντιπάλεψε την αδικία, έζησε στην Αργεντινή και την Ισπανία, ταξίδεψε και είδε. Διηγήθηκε σε μια τριλογία την ιστορία της Λατινικής Αμερικής μ’ έναν τρόπο που έμπλεκε αριστοτεχνικά την μυθοπλασία και τα ιστορικά στοιχεία κι έτσι τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα αναδύονται και έρχονται να σου δώσουν απαντήσεις, αλλά και να γεννήσουν εκ νέου ερωτήματα.

Σε μια συνέντευξη του είχε πει: «Έχουμε κόψει τη μνήμη σε κομμάτια και γράφω προσπαθώντας να ανακτήσω την αληθινή μας μνήμη, τη μνήμη της ανθρωπότητας που είχε ακρωτηριαστεί από αλαζονεία, από ρατσισμό, από τον μιλιταρισμό και πολλούς άλλους «ισμούς», που σκότωσαν με τρομερό τρόπο το μεγαλείο μας και την ομορφιά .».

Κάπως έτσι περνά στην ιστορία και σιγοψιθυρίζει σε μικρά παιδιά την «Ανάσταση του παπαγάλου». Κάπως έτσι μας λέει: «Κάθε μέρα έχει μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί, επειδή οι μέρες μας είναι φτιαγμένες από ιστορίες. Οι επιστήμονες λένε ότι είμαστε φτιαγμένοι από μικρά σωματίδια, τα άτομα, αλλά εμένα ένα πουλάκι μου είπε ότι είμαστε φτιαγμένοι από ιστορίες». Κάπως έτσι τα λόγια του εισβάλλουν στις δικές μας σκέψεις και γίνονται εμβλήματα για να μας κάνουν να μην τα βάζουμε κάτω.

Μας κάνουν, να φωνάζουμε δυνατά και να πιστεύουμε τον στίχο: «Κι όμως αλλάζει Κεμάλ, κι όμως αλλάζει».

Ο Εδουάρντο Γκαλεάνο πεθαίνει σήμερα, 13 Απρίλη του 2015.

πηγή – http://www.blackuroi.gr/node/211