imaεs

Της Γιώτας Τσιλίκη

Εδώ κάτω που η θάλασσα γλύφει τη στεριά, ανάμεσα σε καράβια που πάνε κι έρχονται αιώνες τώρα, σε αποθήκες εμπορευμάτων και ρημαγμένα κτήρια, επικρατεί μια απόκοσμη ησυχία. Όσοι ήχοι και να γεννηθούνε, δεν ακούγονται.

Οι άνθρωποι φτιάχνουν ήχους αλλά δε μιλάνε. Τη μέρα μιλάνε τα χέρια. Το ένα χέρι δίνει ψωμί, το άλλο νερό, το επόμενο φαί και το πιο πέρα χάδι. Ένα χέρι έρχεται στο σημείο της καρδιάς, τα χείλη μισανοίγουν. Σουκράν. Ευχαριστώ δηλαδή. Όχι όμως απλά ευχαριστώ. Ευχαριστώ από την καρδιά μου. Χωρίς λόγια ακούγεται δυνατότερο.

Η νύχτα διαδέχεται τη μέρα. Είναι η ώρα που παίρνουν το λόγο τα αντικείμενα. Τα βρεγμένα ρούχα τραγουδάνε στον αυριανό ήλιο. Η τσάντα με τα πολύτιμα έγινε προσκεφάλι και ψιθυρίζει νανούρισμα. Ο σάκος τινάζει τις σκόνες από πάνω του, έχει ακόμα πολύ δρόμο. Τα φώτα δεν χαμηλώνουν, χαίρονται που φωτίζουν τόσα πρόσωπα. Το μεταλλικό κάθισμα απόψε είναι απαλό κι αφράτο, τρίζει όπως η πολυθρόνα που έμεινε πίσω. Τα παπούτσια ανασαίνουν δίπλα στα ξυπόλητα πόδια.

Το πλακάκι μαλάκωσε για να δεχτεί το σώμα. Το στραπατσαρισμένο παιχνίδι ξεκουράζεται δίπλα στο γλυπτό που έχει σπασμένες αλυσίδες πλοίου,  με το τιμόνι κάτω και την προπέλα πάνω, ίδιος ομφαλός ενός κόσμου ανάποδου.

Μια αχλύ γλυκιά τυλίγει τα κορμιά που απόστασαν και ξεκουράζονται. Τα μωρά δεν κλαίνε. Αυτά τα μωρά δεν κλαίνε, ποτέ.

Αφουγκράζονται μόνο αυτόν τον κόσμο που τυλίχτηκε σε μια γκρίζα κουβέρτα. Μια κουβέρτα στο χρώμα της στάχτης, ίδιο γκρίζο με κείνο των ερειπίων της χαμένης πατρίδας. Αυτή η κουβέρτα δεν συνομιλεί με κανέναν. Κραυγάζει από μόνη της. Δίνει το στίγμα τούτου του καιρού που γύρισε ανάποδα.

Οι κόρες του Νηρέα αόρατες περιφέρονται ανάμεσα στους ανθρώπους. Κοιτάνε με τα μεγάλα μάτια τους το βασίλειο της στεριάς. Ακούνε το τεράστιο ρολόι που χτυπάει τις ώρες στο ρυθμό του τραγουδιού “τα παιδιά του Πειραιά” χαμογελάνε και βουτάνε στο νερό ελπίζοντας πως θα γυρίσει το τιμόνι πάνω και η προπέλα κάτω.

inner