του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Μια φορά κι έναν καιρό, πολλά-πολλά χρόνια πίσω, σ’ έναν τόπο μάλλον κοντινό, «βασίλευε» Λαός καλός. Κι οι «αρχόντοι», να τους πει κανείς έτσι για να συνεννοηθούμε, σύμφωνα με όσα ίσχυαν «εξ’ απ’ ανέκαθεν», δεν είχαν καμιά αρμοδιότητα για ζητήματα που θα μπορούσαν να θίξουν τα καθιερωμένα και αναγνωρισμένα προνόμια του τόπου και των ανθρώπων του

Για τούτα μάλιστα τα ζητήματα, μόνος αρμόδιος ήταν ο ίδιος ο Λαός, προς τον οποίο οι «αρχόντοι» όφειλαν να αναφέρονται σε κάθε τέτοια περίπτωση και να ενεργούν σύμφωνα με την έγκριση του. Κάθε μονομερής πράξη των «αρχόντων», όχι μόνο ήταν εντελώς άκυρη, αλλά οι υπεύθυνοι παύονταν αμέσως και στη θέση τους εκλέγονταν άλλοι, σύμφωνα με τα καθιερωμένα, οποιαδήποτε εποχή του χρόνου κι αν ήταν.

Οι «αρχόντοι» ήταν απλά εντεταλμένοι του Λαού, ώστε να διεκπεραιώνουν τις καθημερινές τρέχουσες υποθέσεις του, όπως μεταξύ άλλων η σύνταξη του ετήσιου προϋπολογισμού των εσόδων και των εξόδων του Τόπου, τον οποίο υπέβαλλαν, στη συνέχεια, για συζήτηση και έγκριση στη γενική συνεδρίαση του Λαού. Με βάση αυτόν τον ψηφισμένο προϋπολογισμό λειτουργούσε η οικονομική υπηρεσία και καμιά δαπάνη των «αρχόντων» δεν επιτρεπόταν,αν δεν είχε ήδη εγκριθεί.

Οι δημόσιοι γιατροί εκλέγονταν επίσης κάθε χρονιά, με καθολική ψηφοφορία του Λαού, ο οποίος κανόνιζε, πριν από την εκλογή, τα σχετικά με τη μισθοδοσία τους. Ανάλογα, ρυθμίζονταν και ο αριθμός και οι μισθοί των δασκάλων, μονάχα που ετούτοι διορίζονταν απ’ ευθείας από τους «άρχοντες». Προκειμένου δε για οικοδόμηση σχολειών ή για άλλες έκτακτες δαπάνες, την έγκριση έδινε μόνο η γενική συνεδρίαση του Λαού.

Με βάση αυτόν τον ψηφισμένο προϋπολογισμό, διορίζονταν και παύονταν οι γραμματείς, οι κλητήρες, οι φαρμακοποιοί, οι αγορονόμοι, οι αγροφύλακες, οι οδοκαθαριστές, οι επιστάτες του λιμανιού κ.τ.λ., ενώ η διάρκεια του διορισμού δεν υπερέβαινε ποτέ το ένα έτος. Προφανώς, κάθε άλλος μονομερής διορισμός ήταν άκυρος.

Αν ήταν αναγκαίο να γίνει μια έκτακτη δαπάνη, οι «αρχόντοι» δεν είχαν και πάλι καμιά δικαιοδοσία, αλλά όφειλαν να υποβάλλουν το αίτημα τους για συζήτηση και έγκριση στη γενική συνεδρίαση του Λαού.

Ο Ταμίας, εκλέγονταν κι εκείνος με καθολική ψηφοφορία του Λαού για ένα έτος. Με τη διαφορά πως ήταν υποχρεωμένος να παρουσιάσει αξιόχρεο εγγυητή και πληρωτή, που ήταν αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος για κάθε τυχόν έλλειμμα που θα μπορούσε να προκύψει κατά τη διαχείριση του. Κανείς που χρωστούσε στην Κοινότητα δεν μπορούσε να είναι υποψήφιος «άρχοντας», αλλά κι αν ακόμη κατάφερνε να εκλεγεί, η εκλογή του ήταν άκυρη. Κάθε έτος, ο Λαός εξέλεγε μια επιτροπή ελέγχου, στην οποία έδινε λόγο ο Ταμίας και η οποία ήταν υποχρεωμένη να συντάσσει την ετήσια απολογιστική έκθεση της και να τη θέτει για έγκριση υπόψιν του Λαού.

Αυτές ήταν μόνο μερικές από τις διατάξεις που όριζε ο Κανονισμός ετούτου του παραμυθένιου Τόπου.

Καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο, θα μου πεις. Μπορεί. Ίσως γιατί δεν πρόκειται για παραμύθι. Πρόκειται για την Ιστορία αυτού του Τόπου, εδώ, του δικού μας, που παραχώθηκε, ξανά και ξανά, στα σκοτεινά υπόγεια μιας απωθημένηςπαράδοσης, για να μη λερώσει την λαμπρότητα των πάνω ορόφων που γύρευαν εκσυγχρονι(ζ)μό. Μην νομίζεις, για ένα πανωσήκωμα έγιναν όλα. Σεξουαλικό ή τσιμεντένιο, δεν έχει διαφορά. Τα ΄χει πει και ο Φουκώ, αλλά τα ‘χει πει κι ο Πικιώνης.

Αυτές, λοιπόν, είναι μόνο μερικές από τις διατάξεις του Κανονισμού της Δημογεροντίας της Καλύμνου, που τέθηκε σε ισχύ ήδη από τις 20 Δεκέμβρη του 1894. Εκατό είκοσι χρόνια και βάλε πίσω στο χρόνο και ποιος ξέρει πόσο πίσω ακόμη στα βάθη της ιστορίας, χάνονται οι ρίζες ετούτης της δημοκρατίας. Είκοσι χρόνια μετά το τέλος της Κομμούνας του Παρισιού, αλλά και πριν, σε τούτη τη μικρή «κοσμογωνιά», τα πράγματα λειτουργούσαν μ’ έναν τρόπο που δεν χρειαζόταν κανένας Μπλανκί και καμιά Ματωμένη Βδομάδα.

Και είναι,μάλλον, ανέκδοτο, πως τον Μάϊο του 1945, όταν στάλθηκε διοικητής στο νησί, ένας έφεδρος λοχαγός και οικονομολόγος ονόματιPike, κάτι πήρε το εκλεπτυσμένο εγγλέζικο αυτί του για κοινότητες, δημογεροντίες και τα τοιαύτα -ανήσυχο γαρ πάντα το βρετανικό πνεύμα- και ζήτησε να ενημερωθεί τι είν’ όλα αυτά τα «μοντέρνα». Πώς συστήνεται, τι είναι και πώς διοικείται η Δημογεροντία, που είχε στο αναμεταξύ ανασυσταθεί με την άφιξη των Γερμανών (5.10.1943). Λες και τη ζητάει ο κώλος μας τη αποικιοκρατία και την κατοχή, για να ξαναβρούμε την Κοινότητα μας. Είναι μια παρηγοριά, όσο να το πεις, κι αυτό.

Ακούγοντας τις πρόνοιες του Κανονισμού ο λοχαγός δεν πίστευε στ’ αυτιά του.Τόσο, που αναρωτήθηκε αν ήταν πιστήη μετάφραση των όσων άκουγε, κι’ όταν, επιτέλους, βεβαιώθηκε ότι ήταν ορθή, δήλωσε προβληματισμένος: «Ανήκω στο Εργατικό κόμμα και είμαι μάλιστα υπεύθυνος για την οργάνωσή του στην περιοχή μου. Το πρόγραμμά μας, αν κερδίσουμε τις εκλογές, είναι να εφαρμόσουμε στη Βρετανία, όσα εφαρμόζονται στο μικρό αυτό νησί, ήδη από τον περασμένο αιώνα. Ευχαριστώ θερμά για τη χαρά που μου δώσατε!».

Προφανώς, κανένα Εργατικό Κόμμα δεν εφάρμοσε ποτέ τέτοιες αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, ίσως γιατί παραήταν νεωτερικές για την περίπτωση του Ηνωμένου μεν, Βασιλείου δε. Ίσως, γιατί ο Pikeθα έκανε τη μαλακία και τους είπε ότι το μοντέλο αυτό το εφαρμόζουν στα Βαλκάνια κι ήρθε η Βουλή των Λόρδων και «ανατρίχιαξε» σύσσωμη, ενώ, από την ταραχή της, η εγκυμονούσα Βασίλισσα, λίγο κόντεψε να χάσει τον Κάρολο μέσα απ’ τα πόδια της.

Μάλλον είναι γνωστό, αυτό που υπενθυμίζει η λαογραφία μας, πως η φράση «φτού κι’ απ’ την αρχή» έχει τις ρίζες της κάπου στα βυζαντινά χρόνια. Καθώς τελείωναν τα παιδιά την καλλιγραφία τους, έδιναν στο δάσκαλο την «πλάκα», για να τη διορθώσει. Μετά τη διόρθωση, ο δάσκαλος ζητούσε από τα παιδιά να την ξαναγράψουν. Επειδή όμως, πολλές φορές, δεν είχαν σφουγγάρι, έσβηναν την πλάκα με τα δάχτυλα, αφού προηγουμένως τα έφτυναν. Κάπως έτσι γίνεται όταν δεν έχεις σφουγγάρι. Πρέπει να «παραδώσεις», στον μαυροπίνακα της Ιστορίας, τους εσώτερους ζωογόνους χυμούς της ύπαρξης σου, να φτύσεις κατάμουτρα το λαθεμένο, να σβήσεις τα παλιά «λάθια»…κι ύστερα, «φτου απ’ την αρχή», να ξαναγράψεις τη ζωή σου.

Παρ’ εκτός κι αν είσαι σφουγγαράς στην Κάλυμνο, σπογγαλιεύς για τους γραμματισμένους, κι έχεις περίσσια τα «σφουγγάρια» να γράφεις και να σβήνεις, όσο τραβάει η ψυχούλα σου, δίχως να χάνεις -που λένε- το σάλιο σου φλυαρώντας, σαν και του λόγου μου. Κάτι παραπάνω ξέρει η τόσο συκοφαντημένη παράδοση μας απ’ αυτά τα Κοινοτικά γράψε-σβήσε. Κάτι περισσότερο ξέρουν, σίγουρα, εδώ δίπλα στην Ανατολή, στο Κομπάνι και στη Ροζάβα, επί του θέματος.

Παραθέτω αυτούσιο, ενδεικτικά, μόνο το άρθρο 2 του Κανονισμού, επαναλαμβάνω του έτους 1894, παρακαλώ: «Προκειμένου περί ζητημάτων θιγόντων τα ανέκαθεν καθιερωμένα και ανεγνωρισμένα προνόμια του τόπου, η Δημογεροντία κατά τα ανέκαθεν κεκανονισμένα ουδεμίαν αρμοδιότητα έχει, μόνος δε αρμόδιος είναι ο Λαός της νήσου Καλύμνου, προς ον η Δημογεροντία οφείλει να αναφέρεται εν πάση τοιαύτη περιπτώσει και συμφώνως τη κοινή αυτού εγκρίσει ενεργεί νομίμως. Άλλως, πάσα οιαδήποτε μονομερής πράξης της Δημογεροντίας θέλει είσθαιόλως άκυρος, οι δε παραίτιοι αυτής Δημογέροντες, είτε και Δημοτικοί Σύμβουλοι θέλουσινείσθαι υπεύθυνοι απέναντι του Λαού, θα παύωνται αμέσως τις θέσεων των, και θα εκλέγονται κατά τα κεκανονισμένα υπό του λαού άλλοι αντ’ αυτών, εν οιαδήποτε εποχή του έτους».

Βάλε τώρα σε αντίστιξη τις αποφάσεις για τα Μνημόνια, την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και τόσα άλλα, κι έλα να μου πεις αν αυτές οι αποφάσεις δεν αφορούν «περί ζητημάτων θιγόντων τα ανέκαθεν καθιερωμένα και ανεγνωρισμένα προνόμια του τόπου, (στα οποία) η Δημογεροντία κατά τα ανέκαθεν κεκανονισμένα ουδεμίαν αρμοδιότητα έχει, μόνος δε αρμόδιος είναι ο Λαός». Κι ύστερα, πες μου τι είναι μοντέρνο και τι οπισθοδρομικό. Τι είναι Παράδοση και τι νεωτερισμός…Τι είναι χωριατιά και τι Ευρώπη!Φτου κι απ’ την αρχή, λοιπόν, πάρ’ τοαπ’ την αρχή, στη μικρή κλίμακα που πάντα εμπιστευόμαστε.Στη γειτονιά, στη δουλειά, στο χωριό, στο σχολειό, κοινότητες παντού.Ή με άλλα λόγια,«όπισθεν ολοταχώς», δίχως μουσειακές νοσταλγίες και εξωραϊσμούς, αλλά και δίχως μεταμοντέρνες αυταπάτες!

Αν έχουμε μέλλον, κρύβεται κάπου εκεί, στο παρελθόν.

ΥΓ. Θερμές ευχαριστίες στον καλό μου φίλο Κωνσταντίνο Γερούκαλη και στον πατέρα του, που μπήκαν στον κόπο να μου εξασφαλίσουν γνήσιο αντίγραφο του Κανονισμού αυτού της Δημογεροντίας της Καλύμνου. «Τζιβαερικό πολυτίμητο», ενός Τρόπου που είναι ακόμη -και ο μόνος- υπαρξιακά «ζωντανός»!

tpp