Το χέρι του συνταξιούχου Δημήτρη Χριστούλα το όπλισε η δική μας ανέχεια. Οι επιλογές μας έκτοτε οπλίσαν και συνεχίζουν να οπλίζουν χιλιάδες συμπολίτες μας.

Να ξεσηκωθούμε όλοι απέναντι στον φόβο του αύριο και στην κατάντια του σήμερα.

Η ζωή μας δεν ανήκει στην Ε.Ε , στο ΔΝΤ και στους αργυραμοιβούς αλλά σ’ εμάς τους ίδιους.

 

Λευτεριά, ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία: διαγραφή του παράνομου χρέους.

ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΘΑ ΔΙΚΑΣΤΕΙΤΕ!!

Ο καιόμενος

 

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

 

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

 

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

 

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

 

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

 

Γινόταν ήλιος.

Τ. Σινόπουλος, 1957