Ο υπουργός παιδείας Νίκος Φίλης με τον Αντώνη Λιάκο. Ο πρώτος δεν βλέπει γενοκτονία ποντίων από τους τούρκους, ο δεύτερος βλέπει εθνοκάθαρση κατά βουλγάρων και εβραίων από τους έλληνες.

Αν τα όσα είπαμε χτες για το παραμυθάκι που λέγεται διάλογος, φάνηκαν σε ορισμένους κάπως δογματικά ή απλώς παρατραβηγμένα (ναι, υπήρξαν και τέτοιοι), ας κάνουμε σήμερα ακόμη μια προσπάθεια να πείσουμε ότι αυτή ακριβώς είναι η πραγματικότητα: στην δημοκρατία τους δεν υπάρχει διάλογος, υπάρχει μόνο ο διάλογός τους. Κι αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει με όσα κοσμητικά επίθετα κι αν στολίσουμε τον υποτιθέμενο διάλογο (ανοιχτός, ισότιμος, εθνικός κλπ).

Αλλά ας αφήσουμε τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις κι ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Επιτρέψτε μου, όμως, έναν μικρό πρόλογο. Στο δοκίμιό του «Κρίση και έλεγχος της εποχής μας» ο ακαδημαϊκός Άγγελος Τερζάκης γράφει προσφυώς (οι υπογραμμίσεις δικές μου):

Όλοι σήμερα μιλάνε για διάλογο (στην κυριολεξία του και μεταφορικά) και στο ιδιωτικό και στο δημόσιο επίπεδο κανένας δεν βρίσκεται που να μην τον διεκδικεί και να μην εξαίρει τις αρετές του. Φτάνει έτσι ν’ αναρωτιέται ο γεμάτος καλή θέληση αφελής πώς διάβολο γίνεται σε μιαν εποχή τόσο παθιασμένη για διάλογο, να συνεννοούνται τόσο λίγο οι άνθρωποι μεταξύ τους. Είναι σαν να ξεχνάμε την πασίδηλη ανθρώπινη διπροσωπία: όποιος διατυμπανίζει την επιθυμία του για διάλογο, δεν θα πει και πως τον επιθυμεί αλλά μεταμφιέζει έτσι την εγωλατρική του προσήλωση στον μονόλογο. Προτείνω τον διάλογο μπορεί να σημαίνει ότι γυρεύω, με πρόσχημα την συνδιάλεξη, ακροατές, έχω πεποίθηση στη ρητορική μου δεινότητα ή στη δικολαβική μου ευελιξία και δεν μου κακοφαίνεται να εξασφαλίσω μιαν εύκολη νίκη, σε αποκαλώ συνομιλητή μου αλλά σε κρατάω κάτω από την απειλή της εξουσίας μου: αν σου βαστάει, πες ό,τι πιστεύεις! (…) Διάλογος δεν υπάρχει παρά μόνον ανάμεσα σε ίσων δικαιωμάτων συνομιλητές. Όταν ο ένας κρατάει στο χέρι του τον κεραυνό κι ο άλλος βρίσκεται όρθιος, ελάχιστος σαν υπόδικος μπροστά στο βάθρο της εξουσίας, ο διάλογος, κι αν προτείνεται, είναι φενάκη.

Έχοντας τα παραπάνω κατά νου, ας προχωρήσουμε. Από τα τέλη του περασμένου Δεκέμβρη, η κυβέρνηση έβαλε μπροστά τον «Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία» (*). Εννοείται ότι η οργάνωση, οι κανόνες και η διαδικασία ορίστηκαν από την κυβέρνηση κατά πώς την βολεύει. Η εκπαιδευτική κοινότητα δεν συμμετείχε πουθενά σε όλα αυτά. Άλλωστε, υπήρχε έτοιμος μπούσουλας, που δεν ήταν άλλος από τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ.

Ποιόν όρισε η κυβέρνηση ως πρόεδρο της επιτροπής αυτού του Εθνικού Διαλόγου; Τον κύριο Αντώνη Λιάκο. Δεν τον ξέρετε; Να σας τον συστήσω λοιπόν! Πρόκειται για τον καθηγητή ιστορίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον οποίο τοποθέτησε ο στενός του φίλος Κώστας Σημίτης πρόεδρο στον «Οργανισμό Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ)». Σκοπός αυτού του -σημιτικής έμπνευσης- οργανισμού ήταν να ντύνει με επιστημονικό μανδύα τις «εκσυγχρονιστικές» (διάβαζε: νεοφιλελεύθερες) επιλογές της κυβέρνησης. Με δυο λόγια, ο ΟΠΕΚ ήταν μια «δεξαμενή σκέψης» (think tank) όπου συμμετείχαν γνωστοί θιασώτες του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού, όπως ο Τάσος Γιαννίτσης, ο Νίκος Χριστοδουλάκης, ο Βασίλης Ράπανος, ο Σωκράτης Κοσμίδης, ο Γιάννης Στουρνάρας και, φυσικά, ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης.

Εννοείται ότι ο ΟΠΕΚ υπερθεμάτιζε κάθε νεοφιλελεύθερο μέτρο που προωθούσε τότε η πασοκική κυβέρνηση. Και ήταν τόσο καλός στην δουλειά του ώστε αξιοποιήθηκε ως οργανισμός και από τις νεοδημοκρατικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν. Ο ίδιος ο Λιάκος πρωτοστάτησε στην περίφημη «κίνηση των χιλίων» πανεπιστημιακών, οι οποίοι υποστήριζαν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Γιαννάκου και την αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος ώστε να επιτραπεί η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Τόμπολα! Δεν είναι σκέτη ομορφιά να βρίσκεται επί κεφαλής του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία ένας δηλωμένος υπέρμαχος της ιδιωτικής εκπαίδευσης; Ίσως αυτή η ομορφιά να φταίει που στο βιογραφικό του ο κύριος Λιάκος δεν κάνει την παραμικρή αναφορά στον ΟΠΕΚ, παρ’ ότι ήταν πρόεδρός του. Κρατήστε το αυτό και πάμε παρακάτω.

Είπαμε πρωτύτερα ότι ο κύριος Λιάκος είναι καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ακούγεται απλό αλλά μάλλον πρέπει να προσθέσουμε μερικές λεπτομέρειες:

Το 1988, η Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού προκηρύσσει θέση αναπληρωτή καθηγητή με αντικείμενο την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Εκτός από τον Αντώνη Λιάκο, υποψήφιος είναι και ο συνάδελφός του (επίκουροι καθηγητές και οι δυο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) Δημήτρης Μιχαλόπουλος. Δεν ξέρω αν οι φιλικές προς το ΠαΣοΚ σχέσεις του έπαιξαν ρόλο αλλά την θέση την κέρδισε ο Λιάκος. Φαίνεται, όμως, ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν και τόσο σύννομη, οπότε ο Μιχαλόπουλος προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το 1996, το ΣτΕ εκδίδει την υπ’ αριθ. 3138 απόφασή του, με την οποία ακυρώνει την εκλογή του Λιάκου, ο οποίος έχει γίνει πλέον καθηγητής. Σϋμφωνα με την απόφαση, όμως, εφ’ όσον για να γίνει καθηγητής έπρεπε να είχε εκλεγεί νόμιμα αναπληρωτής, ο Λιάκος έπρεπε να εκπέσει στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και να επαναληφθεί η διαδικασία για εκλογή αναπληρωτή. Η σχολή επανέλαβε την διαδικασία και ξανάβγαλε τον Λιάκο, δεχόμενη μάλιστα ότι έπρεπε να αποκατασταθεί και η ακυρωμένη εξέλιξή του σε καθηγητή. Είκοσι χρόνια μετά από εκείνη την απόφαση του ΣτΕ, ο Λιάκος δεν μπορεί ακόμη να απαλλαγεί από την ρετσινιά του «έκπτωτου» που τον συνοδεύει.

Προχωρούμε. Στους πανεπιστημιακούς κύκλους ο Λιάκος είναι γνωστός ως οπαδός της θεωρίας του Φαλμεράυερ, αποκαλείται δε «εθνομηδενιστής». Ο ίδιος έχει συμβουλεύσει τους εκπαιδευτικούς «αντί να ενισχύουν την εθνική ταυτότητα, να δίνουν στους μαθητές τους τα εφόδια για να επιλέγουν οι ίδιοι την ταυτότητά τους». Κι όταν ξέσπασε η γνωστή φασαρία με το βιβλίο ιστορίας της έκτης δημοτικού, δεν δίστασε να σταθεί στο πλευρό της Ρεπούση, της οποίας θεωρείται μέντορας, χαρακτηρίζοντας τους επικριτές της ως «ψυχωτικούς του εθνικιστικού λόμπυ». Παράλληλα δε, δεν διστάζει να προκαλέσει με ακρότητες όπως π.χ. κατηγορώντας τον Μίκη, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη κλπ για «εθνικιστικό λαϊκισμό» ή υποστηρίζοντας ότι οι μακεδονομάχοι ήσαν κάτι σαν τζιχαντιστές της εποχής τους.

Συνεχίζουμε. Μετά τις εκλογές του 2012, διαβλέποντας την δυναμική τού ΣυΡιζΑ, ο Λιάκος δεν δίστασε να πάρει αποστάσεις από το ΠαΣοΚ και να συνταχθεί με τον Τσίπρα. Σε άρθρο του με τίτλο «Απέναντι σε ένα νέο ιστορικό διακύβευμα» (Έθνος, 12/5/2012) γράφει, μεταξύ άλλων: «Ο ΣυΡιζΑ εξέφρασε στις εκλογές αυτές τον κεντρικό παραγωγικό ιστό της χώρας και επίσης την απόρριψη του πολιτικού συστήματος. Δεν πολιτεύεται τώρα για τον εαυτό του, αλλά για λογαριασμό της χώρας. Η αποτυχία του δεν θα βαρύνει μόνο τον ίδιο, αλλά θα ταπεινώσει τη χώρα συνολικά (…) Ο ΣυΡιζΑ μπορεί να γίνει η μήτρα ενός μεγάλου κόμματος της Αριστεράς που θα εμπνεύσει ελπίδα αλλά επίσης σεβασμό και δέος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό». Αυτό ήταν. Η μεταγραφή είχε ολοκληρωθεί. Και λίγο αργότερα το όνομα του Λιάκου άρχισε να παίζει ανάμεσα στα ονόματα που παρουσιάζονταν ως πιθανά για την ανάληψη του υπουργείου παιδείας όταν ο ΣυΡιζΑ θα γινόταν κυβέρνηση…

Είναι γεγονός ότι με συνεπήρε η πολυσχιδής προσωπικότητα του προέδρου της επιτροπής Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία και μακρηγόρησα. Μπορεί, βέβαια, η ταυτότητα του προέδρου να λέει πολλά για το επίπεδο, την ποιότητα και τους στόχους αυτού του διαλόγου αλλά η υπόθεση έχει πολύ ζουμί ακόμη, οπότε είμαι υποχρεωμένος να συνεχίσω.

——————————————–
(*) Πρόκειται για τον πέμπτο τέτοιο διάλογο που διεξάγεται τα τελευταία τριάντα χρόνια. Πού κατέληξαν οι τέσσερις προηγούμενοι; Στα σκουπίδια!

cogito ergo sum