Του Δημήτρη Μπελαντή

Αν θέλει κανείς να μιλήσει για την πολύχρονη κοινωνική κρίση στην χώρα, πρέπει να μιλήσει  αναγκαστικά για την Αθήνα και ειδικά για το κέντρο της.

Το κέντρο της Αθήνας είναι κοινωνικά και αισθητικά  ο καθρέφτης της χώρας των Μνημονίων. Μπορεί να ακούγεται κάπως ως συντηρητική ελεγεία για έναν «απωλεσθέντα παράδεισο», όμως, είναι γεγονός ότι η πόλη αυτή χάνει όλο και περισσότερο τα ιστορικά της σημεία αναφοράς και τα σημεία τομής της με τον χρόνο – η παραμέληση των κτηρίων της, η σταδιακή καταστροφή των βιβλιοπωλείων της (όπως το κλείσιμο της «Εστίας» πριν από μερικά χρόνια, μια εμβληματική περίπτωση), η όλο και πιο εκτεταμένη συρρίκνωση των ελεύθερων χώρων της, η βουλιμική εμπορευματοποίηση των πραγμάτων, των σχέσεων και της διαρκώς καλωδιωμένης  επικοινωνίας, ακόμη και σε μια εποχή όπου δεν υπάρχουν χρήματα για να αγοράσεις εμπορεύματα, όπου το εμπόρευμα είναι κυρίως φαντασίωση.

Με την παραπάνω έννοια, η Αθήνα χάνοντας την επαφή της με την ιστορική  διαχρονία, το παρελθόν και το μέλλον, καθίσταται ο τόπος μιας νεοφιλελεύθερης και μεταμοντέρνας επιπεδοποίησης (όλα είναι παρόν) και κατάργησης του χρόνου. Ενός χρόνου που δεν είναι πια παρά χώρος. Και μάλιστα χώρος άξενος.

Ιδίως, το ζήτημα της παραμέλησης αλλά και της εμπρόθετης καταστροφής των κτηρίων είναι κάτι που αξίζει να μας προβληματίσει. Όχι μόνο εξακολουθεί εντεινόμενο  αυτό που υπήρχε πάντοτε, η αδιαφορία δηλαδή τόσο της πολιτείας όσο και των ιδιωτών για την συντήρηση των νεοκλασσικών  κτηρίων και άλλων κτηρίων με ιστορική καταγωγή και διάσταση-και μάλιστα μια παραμέληση που συχνά κατατείνει εμπρόθετα στην κατεδάφιση και την αθρόα εμπορευματοποίηση-, αλλά είναι παραπάνω από φανερό ότι στο κέντρο της πόλης  ή και σε συγκεκριμένες περιοχές όπως  τα Εξάρχεια, το ιστορικό κέντρο κ.α.  αναπτύσσεται μια διογκούμενη πρακτική κοινωνικού βανδαλισμού.

Μπορεί η χρήση του σπρέι ή ορισμένες μορφές των γκράφιτι να συνιστά κάποιες φορές δυνάμει μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης ή και πολιτιστικής διαμαρτυρίας, ποιός, όμως, μπορεί στα σοβαρά να υποστηρίξει ότι το γράψιμο πάνω σε τοίχους κτηρίων τόσο εκτατικά και κυρίως χωρίς κανένα ορατό καλλιτεχνικό ή πολιτικό νόημα (σαν να είναι πιο πολύ μια κίνηση που εκφράζει διάχυτη επιθετικότητα και σπαραγμό ή κραυγή) είναι κάτι διαφορετικό από κοινωνικό βανδαλισμό ; Ποιος μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει πρακτικές παραμόρφωσης και διαγραφής, σαν αυτές που ασκήθηκαν πριν από μερικά χρόνια  στο κτήριο του Πολυτεχνείου; Ποιος δεν βλέπει ότι συχνά το μήνυμα του γκράφιτι είναι το τέλος της κοινωνικής ελπίδας μέσα σε μια «γλώσσα» ή ένα σύστημα συμβόλων  που και αυτά καταρρέουν, σε μια γλώσσα χωρίς κανένα αποδέκτη ;   Και μάλιστα μια τόσο μεγαλύτερη χρήση του σπρέι, όσο το κτήριο είναι αισθητικά πιο ενδιαφέρον και πιο όμορφο, ιδίως μάλιστα πρόσφατα ανακαινισμένο. Ενδέχεται να ισχυριστεί κανείς ότι το σπρέι εκφράζει μια κοινωνική ριζοσπαστικότητα ή μια υπαρκτή  αντικουλτούρα.

Συμβαίνει, αλλά, δυστυχώς, συμβαίνει πια πολύ σπάνια. Αυτό που κυρίως εκφράζει η τόσο πυκνή χρήση του σπρέι στους τοίχους των κτηρίων του κέντρου είναι ο κοινωνικός φθόνος, ο επιθετικός ατομικισμός μιας ατομικότητας που αποσυντίθεται,   η «συμμοριοποίηση» ως νεολαιίστικη κοινωνική πρακτική, είναι ο «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Είναι μια βία που δεν στρέφεται κατά της εξουσίας, αλλά που ενισχύει τις πιο μηδενιστικές και σκοτεινές καταστροφικές όψεις της σύγχρονης καπιταλιστικής εξουσίας και καταργεί τους δεσμούς αλληλεγγύης. Είναι η πρακτική συμπύκνωση σε περιθωριοποιημένα στρώματα από την κρίση, ιδίως νεολαιίστικα, της ιδεολογίας του νέου μηδενισμού και της έλευσης ενός «Νέου Μεσαίωνα».

Το ζήτημα της καταστροφής των κτηρίων συνδέεται σαφώς με την λειτουργία της χώρας αλλά και μιας μεγάλης  ζώνης μέσα στην μητρόπολη ως «ζώνης ανομίας» ή ως «ζώνης εξαίρεσης». Ως μιας ζώνης δηλαδή όπου η κρατούσα κατάσταση είναι η μη ισχύς κανόνων αλλά και η έλλειψη κάθε μορφής κανονικότητας της ζωής, όπως  και ορισμένων στοιχειωδών  στάνταρντς ασφάλειας και συνύπαρξης. Για να μην παρεξηγηθώ, το πρόβλημα στην ζώνη  εξαίρεσης δεν αφορά τους «περιθωριοποιημένους» ως άτομα (οι οποίοι περιθωριοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την καπιταλιστική κρίση εδώ ή διεθνώς και αξίζουν συχνά  την αλληλεγγύη μας) αλλά την περιθωριοποίηση ως κατάσταση και ως καθεστώς.

Η περιθωριοποίηση ως καθεστώς, όπως έχει υποστηρίξει ο σημαντικός αμερικανός κοινωνιολόγος της πόλης Mike Davis, συνιστά μια ταξικότατη διαιρετική γραμμή μέσα στην πόλη, την οποία επιβάλλει η ίδια η εξουσία. Και συνεπάγεται, όπως και η χώρα ως ζώνη ανομίας, την απώλεια δικαιωμάτων ιδίως για τους ασθενέστερους κοινωνικά κατοίκους της πόλης, που στερούνται τόσο ως πολίτες όσο και ως δημότες πολύμορφα την αξιοπρεπή τους διαβίωση, την καταστροφή ακόμη και οικιστικά της κοινής δημόσιας σφαίρας. Καθώς βέβαια οι πολίτες των μεγαλομεσαίων εισοδημάτων σπάνια κατοικούν μέσα στην «ζώνη εξαίρεσης», ακόμη και αν είναι κοινωνικά ευαίσθητοι, έχουν αποδράσει εδώ και πολύ καιρό από το κέντρο της πόλης.

Η «ζώνη εξαίρεσης»  μέσα στην πόλη διαθέτει ένα άτυπο Σύνταγμα, που την ρυθμίζει :  την καταστροφή των κτηρίων, που δεν υποστηρίζουν ή εξυπηρετούν ισχυρά οικονομικά  συμφέροντα, την συνειδητή παραμέληση  των περιοχών αυτών (όψη της οποίας είναι και η απουσία δημόσιας ή δημοτικής  μέριμνας καθαριότητας), την γραφιτοποίηση, την συμμοριοποίηση, το εμπόριο  ναρκωτικών και ανθρώπων, τα παραβατικά δίκτυα,   την αστυνομική  κρατική καταστολή, η οποία δεν αίρει αλλά αναπαράγει αντίθετα την περιθωριοποίηση. Βεβαίως, όλα αυτά μπορεί να ενεργοποιήσουν  ως αντίδραση μια νεοσυντηρητική ή και φασιστική πολιτική ενάντια στους περιθωριοποιημένους ή την μικροπαραβατικότητα, αυτό που οι αγγλοσάξωνες νεοσυντηρητικοί  εγκληματολόγοι βαφτίζουν ως  «σπασμένα τζάμια».

Μπορεί, όμως, εναλλακτικά, να ωθήσουν και σε ένα κίνημα για την ανατροπή της «ζώνης εξαίρεσης» μέσα στην πόλη, πράγμα που θα ήταν ιδιαίτερα χειραφετητικό, αν συνέβαινε.  Χωρίς την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ανατραπεί η ζώνη εξαίρεσης μέσα στην Αθήνα χωρίς ένα κίνημα ανατροπής κατά της κατάστασης όλης  της χώρας ως «ζώνης εξαίρεσης».

Tvxs