Του Θέμη Τζήμα

Η πρώτη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποκαλείται από ιστορικούς ως «ο γελοίος πόλεμος». Μετά τις πρώτες νίκες της ναζιστικής Γερμανίας, οι αντιμαχόμενοι ήταν μεν τυπικά σε πόλεμο, κανείς όμως δεν τολμούσε να επιτεθεί στον άλλο – με αποτέλεσμα η Γερμανία να ετοιμάζεται για την κατάληψη της Γαλλίας και οι υπόλοιποι να περιμένουν το αναπόφευκτο εν είδει αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Έκαναν ότι πολεμούν χωρίς στην πραγματικότητα να πολεμούν εν αναμονή της Κλιμάκωσης.

Η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας είναι απ’ αυτή την έννοια μια γελοία συμφωνία: όλοι αντιλαμβάνονται ότι είναι μια μη λειτουργική και αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο συμφωνία -όσοι τουλάχιστον δεν τρέφουν αυταπάτες-, ωστόσο υποκρίνονται ότι θα την εφαρμόσουν και ότι θα αντιμετωπίσει την προσφυγική κρίση αποτελεσματικά, περιμένοντας τη νέα επιδείνωση του ζητήματος.

Τα σύνορα παραμένουν κλειστά, ενώ από τον συνήθη «λαγό», την Αυστρία, τίθεται το ζήτημα του «κλεισίματος» κι άλλων συνόρων. Η Τουρκία στέλνει πια και με τη σφραγίδα της ΕΕ πρόσφυγες, με τα συνήθη, μάλιστα, μέσα των διακινητών και των πλεούμενων που στοιχίζουν χιλιάδες ζωών στο Αιγαίο.

Οι δεσμεύσεις των κρατών-μελών της ΕΕ, που έτσι κι αλλιώς δεν υλοποιούνται, εξακολουθούν να αφορούν σε μια ελάχιστη μειοψηφία προσφύγων, κυριολεκτικά μια σταγόνα στον ωκεανό, χωρίς τα κράτη αυτά να αναλαμβάνουν την παραμικρή πραγματική υποχρέωση, αφού ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να τους επιβληθεί στην περίπτωση που δεν την υλοποιήσουν. Στην καλύτερη, χρηματοδοτούν ΜΚΟ που λειτουργούν ως κράτος εν κράτει μέσα στην ελληνική επικράτεια, υποκαθιστώντας την εξοργιστική απουσία του ελληνικού κράτους σε περιοχές όπως η Ειδομένη.

Η δε πτυχή της συμφωνίας που αφορά στην ανταλλαγή «1 προς 1» παράτυπων μεταναστών και προσφύγων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αφενός είναι έωλη σε ό,τι αφορά στην εφαρμογή της – η Τουρκία μπορεί να αποδώσει την προσφυγική ιδιότητα σε όποιον επιλέγει, οπότε με ασφάλεια μπορούμε να περιμένουμε έναν επιπλέον κρίκο στην αλυσίδα της βιομηχανίας εκμετάλλευσης του ανθρώπινου πόνου. Αφετέρου οδηγεί είτε σε μαζικές, άρα αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο, απορρίψεις αιτήσεων ασύλου από πλευράς Ελλάδας, είτε σε συσσώρευση και υπό εξέταση αιτούντων άσυλο για διάστημα μηνών.

Η πρόβλεψη, πάλι, για ορισμένο αριθμό εισδοχών από πλευράς κάθε ευρωπαϊκού κράτους δημιουργεί συνθήκες άνισης και άδικης μεταχείρισης: Με ποια κριτήρια κάποιοι πρόσφυγες θα φτάσουν στη Γερμανία, ενώ άλλοι θα μείνουν στην Ελλάδα, για παράδειγμα; Τέλος, στην ίδια συμφωνία υπάρχει και μια εξαιρετικά επικίνδυνη αναφορά για παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας από πλευράς ΕΕ και Τουρκίας μέσα στο συριακό έδαφος. Αλήθεια, πώς ακριβώς θα γίνει αυτό, χωρίς τη συναίνεση της νόμιμης συριακής κυβέρνησης;

Η συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας αποτελεί τυπικό δείγμα ενός παιχνιδιού μεταφοράς του βάρους μιας κρίσης στους πιο αδύναμους κρίκους, που εν προκειμένω είναι η Ελλάδα και, φυσικά, οι πρόσφυγες και μετανάστες. Μια μη βιώσιμη κατάσταση βαφτίζεται βιώσιμη στη βάση μιας συμφωνίας που απλά αποδίδει έναν άλλο χαρακτηρισμό στην κατάσταση. Το διεθνές δίκαιο και ο ανθρωπισμός τσαλαπατιούνται από ΕΕ, Τουρκία και ελληνική κυβέρνηση. Η τελευταία, μέσα στο άγχος της να εμφανίσει επιτυχίες εκεί που δεν υπάρχουν, παίζει τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου, παραχωρώντας κι άλλη κυριαρχία, ελπίζοντας σε ανταλλάγματα που δεν θα έρθουν ποτέ.

Κι όμως η ΕΕ θα μπορούσε απλά να βγάλει την Τουρκία από τη μέση, συνομιλώντας απευθείας με τις κυβερνήσεις Συρίας και Ιράκ αλλά και αναλαμβάνοντας το βάρος που της αναλογεί διεθνοπολιτικά και δικαιικά, αν, φυσικά, δεν θώπευε την Ακροδεξιά. Η δε Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει μια πραγματικά βιώσιμη συμφωνία και να λειτουργήσει ως κυρίαρχο κράτος που ρυθμίζει το ίδιο, αντί για τις κάθε λογής ΜΚΟ, τα του οίκου του και που αξιοποιεί όλα του τα όπλα.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβη, οπότε ας περιμένουμε για τη νέα Σύνοδο και το νέο παζάρι, στο φόντο μιας διαρκούς χειροτέρευσης της κρίσης.

Επίκαιρα via Βαθύ Κόκκινο