Αξιολογητές…

Μήπως κάποιος από σας έχει καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτή η περιβόητη «αξιολόγηση», να μου το εξηγήσει κι εμένα; Σύμφωνα με τα δικά μου φτωχά ελληνικά, το ουσιαστικό αξιολόγηση προέρχεται από το ρήμα αξιολογώ, που σημαίνει (α) προσδιορίζω την αξία ενός προσώπου ή πράγματος, με βάση κάποια δεδομένα κριτήρια και (β) εκτιμώ την σημασία και την σοβαρότητα μιας κατάστασης, με βάση είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά κριτήρια. Τουλάχιστον, αυτά λένε τα λεξικά.

Όμως, απ’ όσα διαβάζω, φαίνεται πως στις μέρες μας αυτός ο όρος σημαίνει και κάτι άλλο. Για παράδειγμα, σε δημοσίευμα με τίτλο «Φορολογικό τσουνάμι για να κλείσει η αξιολόγηση«, διαβάζω ότι, για να μας αξιολογήσει το κουαρτέτο, πρέπει να αυξήσουμε τα φορολογικά έσοδα μέχρι το 2018 ενώ σε άλλο δημοσίευμα με τίτλο «Οι συντάξεις θυσία για την αξιολόγηση«, αναφέρεται ότι, για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, πρέπει να κουρευτούν οι συντάξεις με την ψιλή. Επίσης, εκτός από το ασφαλιστικό, η αξιολόγηση κρίνεται και από την πορεία των ιδιωτικοποιήσεων, σύμφωνα με ένα τρίτο δημοσίευμα. Όλα αυτά με πείθουν ότι πρέπει να προστεθεί στο λεξικό μια νέα ερμηνεία για το ρήμα αξιολογώ: (γ) καθοδηγώ εκλεγμένη κυβέρνηση με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των δανειστών της.

Κάπου εδώ, η σκέψη μου φτάνει σε αδιέξοδο. Τόσα χρόνια πίστευα ότι κάθε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση έχει ως στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών, από τους οποίους αξιολογείται σε τακτά χρονικά διαστήματα μέσω εκλογικών διαδικασιών. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι η νέα ερμηνεία του ρήματος αξιολογώ που προανέφερα, δεν κουμπώνει στον μανδύα της δημοκρατίας. Μοναδικός τρόπος για να πετύχει αυτό το κούμπωμα είναι να δεχτώ ότι η κυβέρνηση εκλέγεται από τους δανειστές, οπότε είναι λογικό να κόπτεται για την δική τους καλύτερη εξυπηρέτηση κι όχι των πολιτών. Αλλά, ρε γαμώτο… γίνονται αυτά στην δημοκρατία;

Τα τελευταία έξι χρόνια έχουν υποστεί το βάσανο της αξιολόγησης κάμποσες κυβερνήσεις. Πρώτη και καλύτερη εκείνη του Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος μας έβαλε στα μνημόνια επειδή -υποτίθεται πως- δεν υπήρχε άλλη λύση. Μετά από κάμποσες αξιολογήσεις, ο Παπανδρέου κατάφερε να μπει στο βιβλίο Γκίνες, έχοντας κατορθώσει το ακατόρθωτο: έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός στην ιστορία τής ανθρωπότητας, ο οποίος ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης από την βουλή και, μόλις την πήρε, παραιτήθηκε! Λένε πως η εκλογή τής κυβέρνησής του πατροναρίστηκε από τους δανειστές αλλά αυτό δεν το μπορώ να το αποδείξω. Μπορώ, όμως, να στοιχηματίσω και τα δυο μου χέρια ότι η πτώση της οφείλεται σ’ αυτούς.

Κατόπιν ήρθε η περίφημη τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία τού τόπου που σε καθεστώς δημοκρατίας (και δίχως παρέμβαση οποιουδήποτε ανώτατου άρχοντα) γινόταν κανονικός (μη υπηρεσιακός, δηλαδή) πρωθυπουργός ένα μη πολιτικό πρόσωπο, κάποιος εξωκοινοβουλευτικός, που ποτέ δεν πήρε έστω μία ψήφο από τον λαό. Όσο η πτώση Παπανδρέου οφείλεται στους δανειστές, άλλο τόσο οφείλεται σ’ αυτούς και η ανάδειξη Παπαδήμου.

Ύστερα ήρθε ο Σαμαράς, ο -κατ’ αρχήν- φανατικώτερος πολέμιος του παπανδρεϊκού μνημονίου, ο ηγέτης που τόλμησε να διαγράψει την Ντόρα Μπακογιάννη, επειδή υπερψήφισε το μνημόνιο κατά την ψηφοφορία που έγινε στην βουλή. Ο Σαμαράς κέρδισε τις εκλογές υποσχόμενος έξοδο από το μνημόνιο αλλά, πριν αλέκτωρ φωνήσαι τρις, άλλαξε τελείως ρότα: όχι μόνο δεν μας έβγαλε από το μνημόνιο του Παπανδρέου αλλά φρόντισε να μας φέρει και δεύτερο, κατα-δικό του. Δηλαδή, αντί να ικανοποιήσει τους πολίτες του, ο Σαμαράς φρόντισε να ικανοποιήσει τους δανειστές, έστω κι αν μ’ αυτόν τον τρόπο έγινε ρόμπα. Άρα, σ’ αυτούς είχε υποχρέωση, όχι σ’ εμάς. Άρα, αυτοί τον έκαναν πρωθυπουργό, όχι η ψήφος του λαού.

Τέλος, ήρθε για πρώτη φορά ο Τσίπρας με την αριστερά του να παίξει το εργάκι τού Σαμαρά με καθρέφτη: εκείνος το έπαιζε από δεξιά, ο Τσίπρας το παίζει από αριστερά. Όπως εκείνος, έτσι κι αυτός: αφού εκλέχτηκε για να καταργήσει τα μνημόνια «με έναν νόμο, με ένα άρθρο», μας έφερε κι αυτός με την σειρά του το δικό του μνημόνιο και μας το φόρεσε πάνω στα προηγούμενα. Η μόνη διαφορά είναι ότι το αριστερό μνημόνιο συνοδεύεται με μια περίεργη θολούρα. Ο Σαμαράς με τον Βενιζέλο, ας πούμε, ήσαν κατηγορηματικοί ως προς το ότι «τα μνημόνια είναι ευλογία για τον τόπο» (όπως έλεγε και ο Πάγκαλος). Η αριστερά δεν έχει καταλήξει ακόμη αν τα μνημόνια είναι καλά, αν είναι καλά μόνο κατά ένα ποσοστό τους (π.χ. 70%) ή αν είναι κακά αλλά τα υλοποιούμε επειδή μας εκβίασαν (*). Όπως και νά ‘χει το πράγμα, όμως, είναι σαφές ότι η πορεία της πρώτης και της δεύτερης φοράς αριστερά κυβέρνησής μας δεν χαράσσεται σύμφωνα με την λαϊκή βούληση αλλά σύμφωνα με την βούληση των δανειστών.

Παρένθεση. Για να συμπληρώσουμε την ιστορική μας αναδρομή, πρέπει να δούμε τί απόγιναν όλοι αυτοί οι «αξιολογημένοι» που προαναφέραμε. Παπανδρέου, Παπαδήμος και Σαμαράς έκαναν την δουλειά τους, αξιολογήθηκαν, ξανααξιολογήθηκαν, ματαξανααξιολογήθηκαν και τελικά πήραν την θέση τους στον σκουπιδοντενεκέ της πολιτικής. Δεν είμαι μάντης αλλά ψάχνω έναν σοβαρό λόγο να ισχυριστώ ότι ο Τσίπρας θα έχει διαφορετική κατάληξη από τους άλλους «αξιόλογους»… Κλείνει η παρένθεση.

… και αξιολογούμενοι.

Όλα αυτά, λοιπόν, με πείθουν ότι πράγματι πρέπει να προστεθεί στο ρήμα αξιολογώ νέα ερμηνεία στα λεξικά: καθοδηγώ εκλεγμένη κυβέρνηση με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των δανειστών της. Αλλά, ρε γαμώτο… γίνονται τέτοια πράγματα στην δημοκρατία;

——————————
(*) Κλασσική περίπτωση θολούρας αποτελεί το συνταξιοδοτικό. Προσωπικά, ακόμη δεν έχω καταλάβει αν κόβουμε τις συντάξεις για να μη καταρρεύσει το σύστημα (άρα καλώς), αν τις κόβουμε επειδή το απαιτεί η αξιολόγηση (άρα κακώς) ή αν το κόψιμο γίνεται κατά ένα ποσοστό καλώς και κατά το υπόλοιπο κακώς. Αν μπορεί κάποιος να με διαφωτίσει επ’ αυτού, θα το εκτιμήσω δεόντως.

cogito ergo sum