Στο ΔΝΤ το «μονοπώλιο» της αξιολόγησης

 Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Κυβερνητικές υποχωρήσεις σε όλα τα μέτωπα, σιωπητήριο στους Ευρωπαίους δανειστές και μια διεθνής παρανομία εις βάρος των προσφύγων στις πλάτες της χώρας

Αυτό που συμβαίνει στο Χίλτον, το εμβληματικό αρχηγείο της αξιολόγησης του 3oυ Μνημονίου, ούτε συμβολικά μπορεί να χαρακτηριστεί διαπραγμάτευση. Είναι μια βήμα-βήμα προσέγγιση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στις θέσεις του κουαρτέτου. Ο μόνος που αληθινά διαπραγματεύεται σε αυτές τις συναντήσεις είναι το ΔΝΤ, το οποίο έχει επιβάλει ένα ιδιότυπο σιωπητήριο στις ευρωπαϊκές συνιστώσες του κουαρτέτου (Κομισιόν, ESM και ΕΚΤ) και αναδεικνύεται σχεδόν σε μονοπωλιακό συνομιλητή της κυβέρνησης.

Όλες οι διαρροές για τη διελκυστίνδα προτάσεων και αντιπροτάσεων στα επιμέρους κεφάλαια της αξιολόγησης (Ασφαλιστικό, Φορολογικό, κόκκινα δάνεια, δημοσιονομικό κενό) αποδεικνύουν ότι το ΔΝΤ έχει επιβάλει ως καμβά της συζήτησης την εκτίμησή του για την ανάγκη να καλυφθεί ένα δημοσιονομικό κενό όσο το δυνατόν πιο κοντά στο 4,5% του ΑΕΠ που υπέδειξε ο Πολ Τόμσεν. Με βάση τις μέχρι στιγμής πληροφορίες η κυβέρνηση έχει αποδεχθεί ένα δημοσιονομικό άθροισμα οδυνηρών μέτρων τουλάχιστον 3% του ΑΕΠ (περίπου 5,5% δισ. ευρώ).

Το απαραίτητο ΔΝΤ

Ενδεχομένως να χρειαστεί να κάνει κι άλλες υποχωρήσεις. Αν και το κουαρτέτο, και ιδιαίτερα το ΔΝΤ, έχει επιβάλει ένα εξοντωτικό tempo στις συναντήσεις, δεν είναι διατεθειμένο να τις παρατείνει μέχρι την επίτευξη συμφωνίας. Το πιθανότερο είναι ότι οι εκπρόσωποι των δανειστών θα φύγουν το αργότερο τη Δευτέρα από την Αθήνα, ακόμη κι αν διατηρηθούν μεγάλες εκκρεμότητες. Επομένως, η κυβερνητική προσδοκία για κλείσιμο της διαπραγμάτευσης, μέχρι 25 Μαρτίου, διαψεύδεται.

Ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, όπως και ο επίτροπος Μοσκοβισί, επαναλαμβάνουν ότι είναι πιθανή συμφωνία μέχρι την 1η Μαΐου, δηλαδή κοντά στην επόμενη συνεδρίαση του Eurogroup, στις 22 Απριλίου. Ο Ρέγκλινγκ λέει και κάτι άλλο, που αποσαφηνίζει γιατί οι Ευρωπαίοι δανειστές έχουν εκχωρήσει το πρόσταγμα της αξιολόγησης του ΔΝΤ, έστω κι αν αυτό είναι απρόθυμο να συμμετάσχει στον δανεισμό χωρίς να τηρηθούν οι όροι του. Ο επικεφαλής του ESM εκτιμά ότι θα χρειαστούν λιγότερα από τα 86 δισ. του δανείου που έχει εγκριθεί, αλλά ακόμη κι αν το ΔΝΤ αρνηθεί να συνεισφέρει, λέει ότι «δεν θα ήταν πρόβλημα για μας να βάλουμε τα λεφτά μόνοι μας, αλλά η εξειδίκευση του ΔΝΤ είναι πολύ σημαντική για μας».

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι δανειστές έχουν ενσωματώσει ήδη στη στάση τους το σταθερά επαναλαμβανόμενο δίλημμα του ΔΝΤ -ή μείωση του χρέους από ΕSM και ΕΚΤ ή μείωση δαπανών και αύξηση εσόδων από την ελληνική κυβέρνηση – και συναινούν υπέρ της δεύτερης εκδοχής, εκχωρώντας στο ΔΝΤ την «τεχνική της υποστήριξη».

Αυτό όμως έχει ένα ρίσκο. Όσο το ΔΝΤ επιμένει μαξιμαλισματικά στις απαιτήσεις του, για να προσεγγίσει τον ιδεατό στόχο μέτρων 4,5% του ΑΕΠ, τόσο στην αξιολόγηση θα μένουν κενά που θα απαιτούν υποχωρήσεις πέρα από τα όρια πολιτικής αντοχής της κυβέρνησης -αντοχής που ήδη δοκιμάζεται από τις παρενέργειες του προσφυγικού ή της «μακεδονομαχίας» των κυβερνητικών εταίρων του ΣΥΡΙΖΑ.

Σπάσιμο αξιολόγησης

Κυβερνητικά στελέχη, παρ’ ότι προχωρούν σε αλλεπάλληλες υποχωρήσεις σε όλα τα πεδία, αναγνωρίζουν τον κίνδυνο αδιεξόδου και αναζητούν εναλλακτικές. Μία από αυτές, όχι η πιο πιθανή, θα μπορούσε να είναι η επίσπευση της «υπόσχεσης» Ντάισελμπλουμ περί εκκίνησης της συζήτησης για το χρέος, ώστε να διευκολυνθεί μια ημι-παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Μια δεύτερη εναλλακτική που συζητείται είναι το ενδεχόμενο σπάσιμο και ταυτόχρονα παράταση της αξιολόγησης, με ενσωμάτωση μέρους από τα προαπαιτούμενα της πρώτης αξιολόγησης στη δεύτερη και εκταμίευση μέρους της δανειακής δόσης των 5,7 δισ. ώστε να εξυπηρετηθούν τρέχουσες ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους. Κάτι τέτοιο, όμως, απαιτεί πολιτική απόφαση σε επίπεδο Eurogroup ή EuroWorkingGroup.

Η Κομισιόν είναι διατεθειμένη να ευνοήσει μια τέτοια ενδιάμεση λύση, διότι πραγματικά «καίγεται» να κλείσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η αξιολόγηση. Και λόγω Προσφυγικού, για το οποίο είναι διατεθειμένη να δείξει «γενναιοδωρία» με νέα πακέτα «ανθρωπιστικής βοήθειας» προς την Ελλάδα. Αλλά κυρίως λόγω βρετανικού δημοψηφίσματος τον Ιούνιο. Εκτιμά ότι ενδεχόμενη παράταση της ελληνική εκκρεμότητας που θα αναζωπυρώσει τη φιλολογία περί Grexit μπορεί να ευνοήσει τους υποστηρικτές του Brexit.

Ορυμαγδός επιβαρύνσεων

Η πολύπλοκη διπλωματία της αξιολόγησης, οι συντελεστές της οποίας κινούνται από πλήθος ετερογενών κινήτρων, δεν πρέπει να αποκρύπτει το ουσιαστικό και σκληρό για τη μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας αποτέλεσμα. Η πρώτη αξιολόγηση φέρνει ένα τσουνάμι μέτρων στα οποία δεν διασώζεται ούτε καν κάποια επίφαση «κοινωνικής δικαιοσύνης» που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Στο Φορολογικό, εν ονόματι της διάσωσης ενός αφορολόγητου 9.000, χρήζονται «πλούσια» νοικοκυριά με εισόδημα άνω των 20.000, που θα επιβαρυνθούν από νέες αυξημένες κλίμακες. Οι ελάχιστοι που θα τις γλιτώσουν στον φόρο εισοδήματος, θα τις πληρώσουν μέσα από νέες επιβαρύνσεις έμμεσης φορολογίας και ειδικών φόρων, που αναζητούνται σε ό,τι κινείται και… αναπνέει (καύσιμα, Ι.Χ. κ.λπ.).

Από την πώληση των κόκκινων δανείων στα distress funds θα τη γλιτώσουν μόνο λίγα στεγαστικά πρώτης κατοικίας και ελάχιστα επιχειρηματικά που συνδέονται με πρώτη κατοικία. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ακύρωση και του ήδη αναθεωρημένου πλαισίου προστασίας του Νόμου Κατσέλη.

Στο Συνταξιοδοτικό, η «πρόοδος» που διαπιστώνει ο υπουργός Εργασίας στην προσέγγιση κυβέρνησης και κουαρτέτου μεταφράζεται σε βέβαιες περικοπές μέχρι 23% στις επικουρικές συντάξεις και σε νέα υποχώρηση της κυβερνητικής «κόκκινης γραμμής» στα 1.300-1.400 ευρώ ως άθροισμα επικουρικής και κύριας σύνταξης. Κι αυτό αφορά μόνο τη «βραχυχρόνια» -κατά την κυβερνητική ορολογία- διάσταση των περικοπών. Γιατί η «διαρθρωτική» διάσταση προετοιμάζει γενιές συνταξιούχων με αποδοχές κατώτερες έως 40% από τις σημερινές, με χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης και «εγγυημένη» εθνική σύνταξη ακόμη και κάτω από 300 ευρώ.

Στις ιδιωτικοποιήσεις, πέραν της σύστασης του νέου ΤΑΙΠΕΔ, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και η προειδοποίηση του αρμόδιου επιτρόπου Μάρος Σέφτσοβιτς ότι η ενεργειακή απελευθέρωση και η πώληση του ΑΔΜΗΕ είναι «βασικό παραδοτέο» της αξιολόγησης.

Το ανομολόγητο «προαπαιτούμενο»

Όλα αυτά εξελίσσονται στην Αθήνα, την ώρα που στις Βρυξέλλες οι 28 της Ε.Ε. διαπραγματεύονταν μεταξύ τους και τελικά με την Τουρκία μια συμφωνία εξόφθαλμα παράνομη από άποψη Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, όπως έγκαιρα έχει επισημάνει ακόμη και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ. Παράνομη, γιατί βασίζεται στην αρχή των μαζικών επαναπροωθήσεων των προσφύγων στην Τουρκία, βάσει της σουρεαλιστικής ποσόστωσης 1:1 (ένας επιστρέφει στην Τουρκία, ένας μετεγκαθίσταται από την Τουρκία στην Ευρώπη).

Το εξωφρενικό είναι ότι η παρανομία αυτή θα φορτωθεί εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, μια και μόνο εργαλείο άμεσης εφαρμογής της είναι η ελληνοτουρκική συμφωνία επαναπροώθησης. Ουσιαστικά, η περίφημη «ευρωπαϊκή λύση» στο Προσφυγικό (σ.σ. εφόσον υπάρξει ευρωτουρκική συμφωνία, κάτι που δεν ήταν γνωστό μέχρι την ώρα που γραφόταν το κείμενο αυτό) υποβαθμίζεται στο επίπεδο μιας διμερούς ελληνοτουρκικής συμφωνίας. Η οποία, μάλιστα, προϋποθέσει να αναγνωρίσει η Ελλάδα την Τουρκία του Ερντογάν, του πογκρόμ εις βάρος των Κούρδων, της κατοχής της Κύπρου και των διώξεων δημοσιογράφων ως «ασφαλή τρίτη χώρα».

Ακόμη κι αν η Ε.Ε. επιχειρήσει να εξαγοράσει την ανοχή αυτής της παρανομίας με μερικά ακόμη ψιχία «ανθρωπιστικής βοήθειας», η Ελλάδα κινδυνεύει να αντιμετωπίσει τσουνάμι καταγγελιών και προσφυγών στα διεθνή δικαστήρια για παραβιάσεις του δικαιώματος των προσφύγων στο άσυλο και στην προστασία. Αυτό είναι το ανομολόγητο «προαπαιτούμενο» της αξιολόγησης: οι δανειστές φορτώνουν στην Ελλάδα τη βρόμικη δουλειά της επαναπροώθησης για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Έτσι, εξαλείφεται κι αυτό το ελάχιστο ηθικό πλεονέκτημα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απέκτησε, όχι τόσο χάρη σε δικές της ενέργειες, όσο χάρη στο αξιοθαύμαστο λαϊκό ρεύμα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες.

Δρόμος της Αριστεράς