Πρόσφυγες στην πλατεία Βικτωρίας

Της Ντίνας Δασκαλοπούλου

«Υπάρχουν λιοντάρια στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα υπάρχουν τα πάντα». Δεν μπορώ να θυμηθώ από ποιο θεατρικό του Τσέχοφ ξεπήδησε η φράση που παίζει στο μυαλό μου Τρίτη μεσημέρι, στην πλατεία Βικτωρίας.

Η φράση παίζει και ξαναπαίζει, καθώς όσα βλέπω γύρω μου έρχονται να συναντήσουν τα ρεπορτάζ των ξένων εφημερίδων και των ντόπιων καναλιών.

Από τη μια οι απελπισμένοι κι από την άλλη οι λυσσασμένοι: οι πρόσφυγες που ψάχνουν δρόμο κι οι δημοσιογράφοι που ψάχνουν θέαμα. 

«Ερχονται οι πουστάρες, οι αδερφάρες και ψωνίζουν μετανάστες για 10 ευρώ, αίσχος!». Ο Ελλην ρεπόρτερ διαρρηγνύει τα ιμάτιά του.

Το θέμα… ανακάλυψε ο «Ομπζέρβερ» κι έτσι κάθε ρεπόρτερ που σέβεται τον εαυτό του τρέχει να το διασταυρώσει.

«Πρέπει να το αναδείξουμε όλοι, συναδέλφισσα» λέει, ενώ πάνω στην πλατεία τηλεοπτικές και φωτογραφικές μηχανές σκουντουφλάνε η μία πάνω στην άλλη ψάχνοντας εναγώνια τη σωστή γωνία απ’ όπου θα ζουμάρουν στη φρίκη, θα κάνουν κλικ στην απελπισία.

«Να το διασταυρώσουμε», λέει, «άλλη μια ευκαιρία να τους σταυρώσουμε», σκέφτομαι.

Εξοχο το σετάκι, πακετάρει κάμποσες από τις φοβίες μας μαζεμένες: ομοφοβία και ξενοφοβία σετ.

Λίγο πιο δίπλα, σαν ξεπεσμένοι αγιοβασίληδες εκτός σεζόν, υπάλληλοι γνωστής εταιρείας κινητής τηλεφωνίας μοιράζουν δωρεάν κάρτες sim στους πρόσφυγες και τους πουλάνε μεγαμπάιτ και μονάδες χρόνου για τα κινητά που θα αγοράσουν από το ολοκαίνουργιο μαγαζί που άνοιξε στην πλατεία.

Τα μαγαζιά με τα κινητά εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή εδώ – συναγωνίζονται σε ρυθμό ανάπτυξης μόνο τα μπαρμπέρικα και τα μίνι παντοπωλεία.

Είναι σαφές πως διακινείται πολύ χρήμα στην περιοχή: οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων μπορούν να είναι ευχαριστημένοι με το προσφυγικό κύμα, όπως κι άλλοι που ανοίγουν τα σπίτια τους χρεώνοντας κατά το δοκούν ένα μπάνιο και μια τουαλέτα στους πρόσφυγες.

Και γιατί να μην τη χρεώσουν άλλωστε; Αφού, όπως ισχυρίζονται οι κάτοικοι, ο δήμος αρνείται πεισματικά να φέρει χημικές τουαλέτες με το σκεπτικό ότι έτσι θα γίνει μόνιμο σημείο προορισμού των προσφύγων η πλατεία.

Κι έτσι οι πρόσφυγες πρέπει κάτι να χάσουν: μερικά ευρώ ή την αξιοπρέπειά τους, ψάχνοντας μια γωνιά στα γύρω στενά.

Η άλλη τους εναλλακτική είναι να καταφύγουν σ’ έναν μικρό χώρο φιλοξενίας δίπλα στην πλατεία, όπου μπορούν να κάνουν μπάνιο κι οι μητέρες να φροντίσουν τα μωρά τους.

Εκεί βρίσκονται Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις κι εθελοντές γιατροί – αυτές τις μέρες εδώ δουλεύει μια κινητή μονάδα με οδοντιάτρους.

Σήμερα ο Ερυθρός Σταυρός μοιράζει σάντουιτς και νερά, ενώ το δίκτυο μεταναστριών «Μέλισσα» ετοιμάζει επίσης σνακ.

Στη Φυλής και τα στενοσόκακα επίσης οι δουλειές πάνε καλά: οι άντρες, ντόπιοι και πρόσφυγες, συνυπάρχουν μια χαρά – τουλάχιστον στα μπορντέλα που δέχονται και μετανάστες. Μπαινοβγαίνουν γελώντας, χαζεύουν τα κορίτσια, αγοράζουν τις υπηρεσίες τους.

Επάνω στην πλατεία είναι οι μανάδες με τα παιδιά τους και γύρω γύρω ένας αντρικός κόσμος όπου όλοι ψάχνουν μια ευκαιρία: ντόπιοι και μετανάστες να βγάλουν χρήματα με πιθανούς κι απίθανους τρόπους και πρόσφυγες να φύγουν όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Κι έτσι ένα εισιτήριο για Ειδομένη μπορεί να φτάσει και τα 150 ευρώ – ανάλογα με το πόσο εξαντλημένος είναι ο πρόσφυγας και πόσο καλός ο παραμυθατζής που θα του το πουλήσει. Αλλο να σου λένε ότι θα σε πάνε στην άλλη άκρη της χώρας σε δέκα ώρες κι άλλο σε δύο.

Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν και οι κάτοικοι. Αλλοι φωνάζουν και βρίζουν, άλλοι βάζουν μεγαλύτερο τσουκάλι για να κατεβάσουν ένα πιάτο φαγητό στους πρόσφυγες.

Αλλοι εξοργίζονται κι άλλοι συμπονάνε. Αλλοι (οι ίδιοι πάντα κι ευτυχώς καθόλου αυξανόμενοι) κλείνουν το μάτι στους ναζί κι άλλοι στο πρόσωπο των ξεριζωμένων βλέπουν το δικό τους πρόσωπο.

Κι από δίπλα οι αλληλέγγυοι από άλλες γειτονιές, κάθε πολιτικής απόχρωσης και κάθε εθνικότητας, αλλά μονάχα μιας κοινωνικής τάξης: είναι οι φτωχοί που στέκονται δίπλα στους φτωχούς, είναι οι τσακισμένοι που στηρίζουν τους τσακισμένους.

Κι έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι -είτε στέκονται αλληλέγγυοι στους πρόσφυγες είτε αν μπορούσαν θα τους έδιωχναν ευχαρίστως με τις κλοτσιές- λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα: γιατί πάντα οι πρόσφυγες να καταφεύγουν στα ίδια σημεία της πόλης;

Και γιατί πάντα αυτά να βρίσκονται στο έτσι κι αλλιώς υποβαθμισμένο κέντρο της Αθήνας;

Οι άλλοι δήμοι -τα αστραφτερά μας προάστια- δεν θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν πρόσφυγες, να παραχωρήσουν χώρους;

Η μάνα του μικρούλη Χαμίντ μού κάνει χώρο για να μοιραστούμε το χαρτόκουτό της σε μια γωνιά της πλατείας κι εκείνος ντροπαλά προσγειώνεται στην αγκαλιά μου.

Πρόσφυγες στην πλατεία Βικτωρίας

Για άλλη μια φορά τα ξένα δημοσιεύματα έρχονται στο μυαλό μου, καθώς οι δημοσιογράφοι γυρνάνε γύρω μας σαν αρπακτικά. Κατανοώ το σοκ, από την Τραφάλγκαρ Σκουέαρ ή τη Στέφανπλατς να προσγειώνεσαι στην πλατεία Βικτωρίας.

Αυτό που δεν κατανοώ (ή, μάλλον, κατανοώ απολύτως) είναι τη βαθιά υποκρισία, τα υψωμένα δάχτυλα, τη σουφρωμένη μυτούλα απέναντι σε μια εξαθλιωμένη από τη λιτότητα χώρα, που αντιμετωπίζει μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση και παλεύει να ανταποκριθεί όπως μπορεί.

Επίσης δεν κατανοώ (ή, μάλλον, κατανοώ απολύτως) τη… φρίκη εκείνων των ντόπιων δημοσιογράφων που σχεδόν θέλουν αίμα και ψάχνουν για σπέρμα, που σπέρνουν τον φόβο. Η κατάσταση στη Βικτώρια είναι ζόρικη: δύσκολη για τους κατοίκους και δραματική για τους πρόσφυγες, αλλά εκείνοι που θα έπρεπε να κοκκινίζουν από ντροπή βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Πίσω από τείχη και φράχτες καμώνονται πως είναι Ευρώπη.

efsyn