του Χρήστου Ιωάννου

Eδώ και πολλούς μήνες η αλυσίδα σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία επιδεινώθηκαν με τα capital controls και την οδήγησαν σε παρατεταμένες καθυστερήσεις πληρωμών.

Η κατάσταση ήταν γνωστή σε όσους τροφοδοτούσαν την αλυσίδα σούπερ μάρκετ:  Επαιρναν επιταγές πολλών μηνών και άλλαζαν τις επιταγές που έληγαν με άλλες. Αλλοι προμηθευτές σταμάτησαν να προμηθεύουν τα καταστήματα με εμπορεύματα. Επίσης, η κατάσταση ήταν γνωστή και σε ιδιοκτήτες που μισθώνουν τα ακίνητά τους στα σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος και είχαν να πληρωθούν πολλούς μήνες. Γενικότερα τα προβλήματα είχαν διαδοθεί στην αγορά.

Την ίδια περίοδο που τα προβλήματα διευρύνονταν, ορισμένα δημοσιεύματα του Τύπου μιλούσαν με κολακευτικά λόγια για το μεγάλο “leader” του κλάδου του εμπορίου. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά τα οποία δεν είναι τα μόνα:

– Πριν μερικούς μήνες έκαναν λόγο για “Εμφατικό παρόν στο χορό των deals που καλά κρατεί το τελευταίο διάστημα”, με αφορμή τη συμφωνία Μαρινόπουλου-Καρυπίδη, για την ένταξη στο δίκτυο πωλήσεων του Μαρινόπουλου της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Αρβανιτίδη

– Σχετικά πρόσφατα ενημέρωναν ότι “Αντίθετα με το μεγαλύτερο μέρος του εγχώριου λιανεμπορίου που συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας και προβληματίζει με τη δανειακή του έκθεση, η Μαρινόπουλος Α.Ε. όχι μόνον ενισχύεται κεφαλαιακά από τους βασικούς της μετόχους, αλλά εξασφαλίζει τη στήριξη των τραπεζών στο πλαίσιο της διαδικασίας αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεών της.”

Η σκληρή πραγματικότητα

Όμως, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική, πιο σκληρή. Και δεν άργησε να φανεί. Ο “leader” του κλάδου, υπό την πίεση των προμηθευτών και των τραπεζών, οδηγήθηκε στην αγκαλιά του Σκλαβενίτη. Και έπαψε να είναι leader. Οι τράπεζες φοβήθηκαν ντόμινο κατάρρευσης προμηθευτών και αναζητούσαν λύσεις για τη χρηματοδότηση της φθίνουσας αλυσίδας σούπερ μάρκετ. Το πρόβλημα είχε ως εξής: Οι τράπεζες έχουν δανειοδοτήσει πολλούς από τους προμηθευτές. Η αδυναμία πληρωμής από την Μαρινόπουλος προς τους προμηθευτές μετακύλιε το πρόβλημα σε αυτούς και στις πληρωμές τους, μεταξύ των οποίων είναι και οι υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες. Ετσι προκειμένου να υπάρχει ντόμινο στην αγορά εμφανίστηκε ο Σκλαβενίτης ως ο από μηχανής Θεός και ως ο παίκτης που υλοποιεί επεκτατικό επενδυτικό σχέδιο.

Μόνο το 1/4 της δραστηριότητας στη συμφωνία 

Η συμφωνία που ανακοινώθηκε Σκλαβενίτη-Μαρινόπουλου – για την οποία δε δόθηκαν πολλά στοιχεία – περιλαμβάνει μόνο ένα κομμάτι της συνολικής δραστηριότητας της Μαρινόπουλος.

Περιλαμβάνει τη μεταβίβαση σε κοινή εταιρεία Σκλαβενίτη-Μαρινόπουλου μόνο 33 μεγάλων σούπερ μάρκετς (hypermarkets) “σε στρατηγικά σημεία των μεγαλύτερων αστικών κέντρων της χώρας”, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Αυτά τα καταστήματα κάνουν τζίρο 350 εκατ. ευρώ και απασχολούν περί τους 3.000 εργαζόμενους. Ομως ο όμιλος Μαρινόπουλος σύμφωνα με τα δημοσιεύματα (δεν υπάρχουν διαθέσιμοι ισολογισμοί!) έκανε τζίρο 1,5 δισ. ευρώ περίπου το 2015 και διέθετε δίκτυο καταστημάτων με πάνω από 1.000 σημεία πώλησης. Ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνταν στα καταστήματα και στον όμιλο ξεπερνούσε τους 12.000.

Συνεπώς, το deal Σκλαβενίτη-Μαρινόπουλου αφορά μόλις το 1/4 της δραστηριότητας του Μαρινόπουλου και μόνο την “αφρόκρεμα” αφού περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα καταστήματα στα αστικά  κέντρα, με τη μεγαλύτερη εμπορική κίνηση.Το υπόλοιπο κομμάτι δεν προκύπτει ότι θα υποστηριχθεί από την συμφωνία.

Ακόμα κι αν υποστηριχθεί έμμεσα, δηλαδή με κεφάλαια τα οποία θα αντλήσει ο Μαρινόπουλος είτε από τη συμφωνία με τον Σκλαβενίτη, είτε από την πώληση άλλων περιουσιακών του στοιχείων (π.χ. από την πώληση της φαρμακοβιοηχανίας Famar,  θέμα για το οποίο συζητά η αγορά εδώ και μήνες), θα καθυστερήσει και το κομμάτι αυτό δεν θα είναι το ίδιο, αφού τα ράφια των σούπερ μάρκετ δεν ξαναγεμίζουν και χάνεται μερίδιο αγοράς. Συνεπώς, όπως εκτιμούν αρκετοί αναλυτές, κάποιο κομμάτι της δραστηριότητας θα βγει εκτός αγοράς με όλες τις αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση.

Οπως αναφέρουν οι ίδιοι αναλυτές, διεθνώς, ορισμένες μεγάλες συμφωνίες γίνονται όχι για να δημιουργηθεί αξία αλλά για να περιοριστεί ο ανταγωνισμός ειδικά όταν η εμπορική πίτα συρρικνώνεται. Στην περίπτωση αυτή Σκλαβενίτη-Μαρινόπουλου, ο ανταγωνισμός περιορίζεται με δύο τρόπους:  πρώτον μέσω του συνασπισμού των δύο μεγαλύτερων αλυσίδων σούπερ μάρκετ, που πριν τη συμφωνία απορροφούσαν τζίρο περί τα 3,5 δισ. ευρώ (Σκλαβενίτης 2,05 δισ. και Μαρινόπουλος 1,5 δισ.).  Δεύτερον μέσω της εξόδου από την αγορά σημείων πώλησης, που δεν προσφέρουν βιώσιμο τζίρο, δηλαδή δεν συνεισφέρουν σε θετικό λειτουργικό αποτέλεσμα.

Ο Σκλαβενίτης

Η ασυνήθιστη διόγκωση του ομίλου Σκλαβενίτη την περίοδο της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας είναι το θέμα που απασχολεί πλέον την αγορά.  Η εταιρεία κατάφερε κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών να αναρριχηθεί στην πρώτη θέση του κλάδου μέσω εξαγορών και από το 1,35 δισ. ευρώ που ήταν ο τζίρος της μέχρι το 2014 (συμπεριλαμβανομένων προηγούμενων εξαγορών Δούκα, Μπαλάσκα, Extra) να προσεγγίσει τα 2,050 δισ. ευρώ μετά την απόκτηση των σούπερ μάρκετ ΜAKRO Cash & Carry (τζίρος 350 εκατ. ευρώ) και Χαλκιαδάκη (150 εκατ. ευρώ).  Αν συνυπολογιστεί ο τζίρος των καταστημάτων του Μαρινόπουλου που περιλαμβάνεται στη συμφωνία (350 εκατ. ευρώ), τότε ο όμιλος θα διαχειρίζεται πωλήσεις 2,4 δισ. ευρώ.
Μέχρι τώρα, η εταιρεία κάνει συντονισμένες επεκτατικές κινήσεις, συνδυάζοντας την απόκτηση τζίρου με τη δημιουργία θετικών χρηματικών ροών, επιλέγοντας να νοικιάσει κάποια ακίνητα που στεγάζονται σούπερ μάρκετς (π.χ. Makro, τα οποία μετονομάστηκαν σε The Mart) και όχι να τα αποκτήσει, επιβαρύνοντας υπέρμετρα το επενδυτικό της πρόγραμμα και τον δανεισμό της. Σύμμαχός της είναι η τράπεζα Eurobank και η Εθνική, που την χρηματοδοτούν και η Grivalia, που αγόρασε τα ακίνητα της Makro και εν συνεχεία τα νοίκιασε στον Σκλαβενίτη.

Τελευταία βιάζεται να μεγαλώσει

Πριν από μερικούς μήνες ήταν σε διαπραγματεύσεις για την εξαγορά των σούπερ μάρκετ Βερόπουλος, κίνηση που δεν προχώρησε λόγω μεγάλων ανοιγμάτων της τελευταίας.

Ότι δεν έγινε τότε, γίνεται τώρα πιο επιλεκτικά κατά τα φαινόμενα, με τον Μαρινόπουλο. Ο τζίρος της συμφωνίας είναι 350 εκατ. ευρώ, δηλαδή  μικρότερος από αυτόν που θα προσέθετε εάν αποκτούσε τον Βερόπουλο με τζίρο 750 εκατ.

Στο βαθμό που η εταιρεία αποκτά πρόσθετο τζίρο  χωρίς υπέρμετρες δανειακές υποχρεώσεις, τότε βάζει υποθήκη για μία βιώσιμη επέκταση, η οποία μπορεί να αποδειχθεί  “χρυσή” στο μέλλον μέσω πώλησης μέρους ή και όλου του ομίλου σε διεθνή παίκτη. Διαφορετικά, εάν η επέκταση επιφέρει επιβάρυνση στη διαχείριση, τότε απλώς το βάρος μιας προβληματικής κατάστασης (Μαρινόπουλου) διαιωνίζεται στο μέλλον μέσω της μεταφοράς σε άλλον παίκτη.

Οι καταναλωτές 

Σχετικά με την επίδραση που θα έχει η συμφωνία στους καταναλωτές, είναι πρόωρα τα συμπεράσματα. Θα φανεί από τις τιμές σε βάθος χρόνου, τουλάχιστον έξι μηνών. Σε κάθε περίπτωση, οι καταναλωτές ζητούν από τον Σκλαβενίτη καλύτερες τιμές, αφού δεν είναι ο φθηνότερος, αλλά οι τιμές είναι στα ίδια επίπεδα με αυτές των ανταγωνιστών.

marketfair