https://i1.wp.com/monde-diplomatique.gr/wp-content/uploads/2016/02/2016_01_Routes_migratoires_1_gr.jpg

Του

Μετάφραση –

Στις 15 Δεκεμβρίου 2015, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξήγγειλε τη δημιουργία ενός νέου αστυνομικού σώματος, το οποίο θα επιφορτιστεί με την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων της ευρωπαϊκής ηπείρου. Πρόκειται για ένα ακόμα βήμα σε μια φυγή προς τα εμπρός, προς την κατεύθυνση της υστερίας για τη μεγιστοποίηση της ασφάλειας. Ωστόσο, δεν θα προσφέρει καμία λύση στην προσφυγική κρίση.

Περισσότερο από ένα εκατομμύριο αιτήσεις ασύλου, αφίξεις δεκάδων σκαφών καθημερινά στις ακτές της Ελλάδας ή της Μάλτας, αριθμός-ρεκόρ νεκρών, πνιγμένων στη Μεσόγειο, χώρες που αναθέτουν στον στρατό την επιτήρηση των συνόρων τους… Το πρωτοφανές μεταναστευτικό ρεύμα του 2015 έχει μπλοκάρει σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την περίοδο Αυγούστου-Οκτωβρίου 2015, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Δημοκρατία της Τσεχίας επανέφεραν τους ελέγχους στα σύνορά τους για να επιτύχουν την ανάσχεση της εισροής των προσφύγων στην επικράτειά τους.

Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 13ης Νοεμβρίου του 2015 στο Παρίσι, η Γαλλία προστέθηκε στον κατάλογο και ορισμένοι πολιτικοί ηγέτες αποδίδουν την ευθύνη για τη σφαγή στις συμφωνίες Σένγκεν, οι οποίες διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στην επικράτεια των χωρών που τις έχουν υπογράψει. «Η Σένγκεν είναι νεκρή», δήλωσε ο Νικολά Σαρκοζί, πρόεδρος του κόμματος Les Républicains. «Η απουσία εθνικών συνόρων αποτελεί μια εγκληματική τρέλα», υπερθεμάτισε η Μαρίν Λεπέν, πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου, ενώ ο Νικολά Ντυπόν Αινιάν, πρόεδρος του κόμματος Debout la France (1) ζήτησε την «επαναφορά των εθνικών συνόρων για να αποφευχθεί η διείσδυση των τζιχαντιστών στη χώρα». Όσο για τον (σοσιαλιστή) πρωθυπουργό Μανουέλ Βαλς, απείλησε ότι «αν η Ευρώπη δεν αναλάβει τις ευθύνες της, τότε θα αμφισβητηθεί ολόκληρο το σύστημα Σένγκεν» (2).

Ανακάλυψη 71 πτωμάτων σε αποσύνθεση μέσα σε ένα φορτηγό στην Αυστρία, θρήνος μπροστά στη φωτογραφία ενός –από τα πολλά– πτώματα μικρών παιδιών που ξεβράζονται στις ακτές της Τουρκίας. Πολλά ήταν τα δράματα που σημάδεψαν την προηγούμενη χρονιά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αρχίζει να πυροδοτείται μια συλλογική συνειδητοποίηση του προβλήματος. Ωστόσο, πολύ σύντομα το ενδιαφέρον στράφηκε αλλού. Οι πολιτικοί ηγέτες εξέφρασαν την αγανάκτησή τους και στη συνέχεια κατηγόρησαν τους διακινητές των δικτύων παράνομης διακίνησης προσφύγων και μεταναστών. Ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών (και Δημόσιας Τάξης) Μπερνάρ Καζνέβ εξήγγειλε «την ανελέητη μάχη ενάντια στα κυκλώματα της διακίνησης ανθρώπινων όντων», ενώ ο Γερμανός ομόλογός του Τόμας ντε Μεζιέρ υποσχόταν να «πατάξει τις εγκληματικές συμμορίες διακινητών που πλουτίζουν εκμεταλλευόμενοι την εξαθλίωση των συνανθρώπων τους». Οι «διακινητές» αποτελούν τους ιδανικούς ενόχους, αλλά το μόνο που κάνουν είναι να επωφελούνται από το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στους νόμιμους τρόπους μετανάστευσης στην Ευρώπη και στην ιδιαίτερα υψηλή μεταναστατευτική ζήτηση, κυρίως από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

 

Η καταστολή αυξάνει τις εγκληματικές παρεκτροπές των διακινητών

Τα ευρωπαϊκά σύνορα δεν έχουν κλείσει απέναντι στη μετανάστευση. Για παράδειγμα, το 2013, οι 28 χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποδέχτηκαν νόμιμα περισσότερους από 1,5 εκατομμύρια ξένους από χώρες που δεν προέρχονταν από την ευρωπαϊκή κοινότητα. Κάθε κράτος αποφασίζει για το μέγεθος των μεταναστευτικών ροών, σε συνάρτηση με την οικονομική συγκυρία, τη δημογραφική κατάστασή του ή ακόμα και τους πολιτικούς προσανατολισμούς της κυβέρνησής του. Στη Γαλλία, το 2014 χορηγήθηκαν 209.782 τίτλοι παραμονής (για τη συνένωση οικογενειών, για σπουδές, αλλά και σε πρόσφυγες, σε εργαζόμενους με υψηλή εξειδίκευση ή σε εποχιακούς εργάτες), δηλαδή μόλις 13.000 περισσότεροι από το 2010 (3).

Κατά τη διάρκεια αυτής ακριβώς της περιόδου, πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής βυθίστηκαν σε εμφύλιους πολέμους, οι οποίοι οδήγησαν στο δρόμο της προσφυγιάς εκατομμύρια άτομα. Καθώς τους είναι αδύνατον να εξασφαλίσουν βίζα, πολλοί από αυτούς διασχίζουν παράνομα τα ευρωπαϊκά σύνορα. Για να το κατορθώσουν, είναι υποχρεωμένοι να κρύβονται μέσα σε φορτηγά, να βρίσκουν προσωρινά καταλύματα, να διασχίζουν τη Μεσόγειο πάνω σε καρυδότσουφλα, να προμηθεύονται πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα, να δωροδοκούν διεφθαρμένους δημόσιους υπαλλήλους… Όλες οι παραπάνω ενέργειες απαιτούν τη μεσολάβηση οργανωμένων δικτύων.

Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πολλαπλασιάσει τους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί για να αναχαιτίσει την παράνομη μετανάστευση: βάση κοινών δεδομένων των ευρωπαϊκών αστυνομιών (Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν), δημιουργία ενός αρχείου δακτυλικών αποτυπωμάτων το 2000 και δημιουργία, το 2005, της Frontex, της ευρωπαϊκής υπηρεσίας που είναι επιφορτισμένη με την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης, η οποία διαθέτει άφθονα υλικά μέσα (ελικόπτερα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, διόπτρες νυκτερινής όρασης, ανιχνευτές καρδιακών παλμών… ). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του προγράμματος The Migrant Files (4), η παράνομη μετανάστευση προς την Ευρώπη έχει δημιουργήσει από το 2000 έναν κύκλο εργασιών για τα παράνομα κυκλώματα, ο οποίος ξεπερνά τα 16 δισεκατομμύρια ευρώ. Μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια, τα κράτη μέλη της Ε.Ε. έχουν δαπανήσει 11 δισ. ευρώ για την απέλαση των μεταναστών χωρίς χαρτιά και τουλάχιστον 2 δισ. για την ενίσχυση της φύλαξης των εξωτερικών της συνόρων, μήκους 14.000 χιλιομέτρων.

Οι συγκεκριμένοι αριθμοί εξακολουθούν να είναι ασήμαντοι συγκριτικά με τα μέσα που κινητοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες για να σφραγίσουν την επικράτειά τους απέναντι στην είσοδο μεταναστών: 18 δισ. δολάρια ετησίως, τα οποία διατίθενται κατά κύριο λόγο για τη φύλαξη των συνόρων με το Μεξικό (3.410 χλμ), κατά μήκος των οποίων έχει ανεγερθεί ένα τείχος ύψους 5 μέτρων, εφοδιασμένο με 1.800 πύργους επιτήρησης. Πίσω από το τείχος δρουν 20.000 συνοριοφύλακες, δηλαδή ένας ανά 150 μέτρα.

Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Πίτερ Αντρέας έχει αποδείξει ότι η τελειοποίηση των συστημάτων ελέγχου στα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών έχει οδηγήσει στην αύξηση του κόστους και της διάρκειας του ταξιδιού των επίδοξων μεταναστών, καθώς και στην αύξηση του κόστους των πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων αλλά και των ποσών που απαιτούνται για τη δωροδοκία ενός κρατικού λειτουργού. Τα δίκτυα που διακινούν μετανάστες αποκτούν έναν διαρκώς εντονότερο εγκληματικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να αναπτύσσουν σιγά σιγά διασυνδέσεις με εκείνα που αναλαμβάνουν τη διακίνηση των ναρκωτικών και να συγχωνεύονται στη συνέχεια μαζί τους (5). Ωστόσο, αυτός ο σχεδόν πλήρως στρατιωτικοποιημένος έλεγχος των συνόρων δεν έχει αποθαρρύνει τους επίδοξους μετανάστες, καθώς τα κίνητρά τους καθορίζονται κατά κύριο λόγο από την κατάσταση που επικρατεί στις χώρες από τις οποίες κατάγονται. Κάθε χρόνο, 300-400 χιλιάδες άτομα εξακολουθούν να διασχίζουν παράνομα τα αμερικανικά σύνορα.

Οι πόλεμοι που σπαράσσουν την Συρία, το Ιράκ, την Λιβύη, το Αφγανιστάν, την Υεμένη, τη Νιγηρία, τη Σομαλία, το Σουδάν ωθούν τους πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και οι ροές εντείνονται στον βαθμό που οι συγκρούσεις διαιωνίζονται χωρίς καμία προοπτική τερματισμού. Τα άτομα που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους καταφεύγουν κατά κύριο λόγο σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας τους ή σε γειτονικές χώρες. Μόνο η Τουρκία, ο Λίβανος και η Ιορδανία φιλοξενούν σχεδόν 4 εκατομμύρια πρόσφυγες (6). Από αυτούς, μονάχα μια μειοψηφία επιχειρεί να περάσει στην Ευρώπη. Θεωρητικά, καθώς όλα αυτά τα άτομα είναι υπήκοοι εμπόλεμων χωρών, δικαιούνται να ζητήσουν άσυλο σε μια από τις χώρες της Ε.Ε., δεδομένου ότι έχουν υπογράψει τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951. Στην πράξη, όμως, είναι δύσκολο να το κατορθώσουν.

Αν και δεν παύουν να υφίστανται προβλήματα και μετά την είσοδό τους σε μια ευρωπαϊκή χώρα, το μεγαλύτερο μέρος των εμποδίων οι πρόσφυγες το συναντούν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής που τους οδηγεί στη Γηραιά Ήπειρο. Καταρχάς, είναι αδύνατον να υποβάλει κανείς αίτηση χορήγησης ασύλου όταν βρίσκεται στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, για να επιτύχει με νόμιμο τρόπο την προστασία της Γαλλίας, ο υποψήφιος οφείλει να μεταβεί σε μια πρεσβεία ή σε ένα προξενείο της Γαλλίας στη χώρα του (ή σε γειτονική χώρα, στην περίπτωση που στην χώρα του έχουν πλέον κλείσει οι διπλωματικές αποστολές, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Σομαλίας) για να ζητήσει «βίζα για κατάθεση αίτησης ασύλου», η οποία και θα του επιτρέψει να εισέλθει στο γαλλικό έδαφος και να καταθέσει εκεί την αίτησή του. Ωστόσο, τέτοιου τύπου βίζες χορηγούνται με το σταγονόμετρο από το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών: το 2014, μονάχα 712 Σύριοι κατόρθωσαν να την αποκτήσουν (7). Ένας κάτοικος της συριακής πόλης Χομς που θα κατορθώσει να φτάσει στη Βηρυτό για να ζητήσει βίζα, έχει πολύ λίγες πιθανότητες να μπορέσει να φύγει από τον Λίβανο με νόμιμα χαρτιά.

Ένας άλλος νόμιμος τρόπος εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να κατορθώσει κάποιος να φτάσει μέχρι κάποιο από τα στρατόπεδα προσφύγων που έχει δημιουργήσει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και στη συνέχεια να περιμένει εκεί τη μεταφορά του σε μια χώρα που θεωρείται περισσότερο ασφαλής, με βάση τις «συμφωνίες επανεγκατάστασης». Όμως, και σε αυτήν την περίπτωση, οι πιθανότητες είναι πολύ λίγες: το 2014, χάρη στο συγκεκριμένο σύστημα χορηγήθηκαν μονάχα 500 βίζες σε Σύριους (8).

Ο αριθμός των προσφύγων ανέρχεται σε εκατομμύρια. Οι περισσότεροι από αυτούς αναγκάζονται να εισέλθουν παράνομα στην Ε.Ε., μετά από ένα ταξίδι που τους οδηγεί αρχικά στην τουρκοσυριακή μεθόριο, την οποία λυμαίνονται οι ομάδες των τζιχαντιστών, ή στη Λιβύη, στην οποία κυριαρχούν οι παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές. Μονάχα η προσφυγή σε διακινητές μπορεί να τους επιτρέψει να φτάσουν στον προορισμό τους. Το μακρύ, επικίνδυνο και εξουθενωτικό ταξίδι συνιστά ήδη μια διαδικασία επιλογής ανάμεσα στους πρόσφυγες. Θα πρέπει να είναι νέος και αποφασισμένος, να έχει γερή κράση, αλλά και να κατάγεται από μια εύπορη οικογένεια, έτσι ώστε να είναι σε θέση να πληρώσει το ταξίδι του. Έτσι, πολύ συχνά, οι σημερινοί πρόσφυγες είναι κάτοικοι των αστικών κέντρων και πτυχιούχοι. Σύμφωνα με την UNHCR, το 72% από αυτούς είναι άνδρες (και όχι το 99% όπως ισχυριζόταν η Μαρίν Λεπέν στο «Θερινό Πανεπιστήμιο» που οργάνωσε το κόμμα της για τα μέλη του), το 13% γυναίκες και το 15% παιδιά.

 

«Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίση μέσα στην κρίση»

Σύμφωνα με τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ που υιοθετήθηκε το 2003 από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσοι φθάσουν στην Ευρώπη οφείλουν να υποβάλουν αίτηση ασύλου στην πρώτη χώρα όπου θα πατήσουν το πόδι τους. Αυτή η διάταξη παραγνωρίζει την πραγματικότητα των μεταναστευτικών ροών, καθώς πολλοί από αυτούς περνούν από την Ελλάδα ή την Ιταλία μόνο και μόνο για να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς μια άλλη χώρα. Όμως η ίδια διάταξη καταδικάζει στην παρανομία όλους όσοι θα ήθελαν να φιλοξενηθούν από κάποιον συγγενή ή φίλο τους, στη Σουηδία για παράδειγμα, και προκαλεί μια βαθύτατη περιφερειακή ανισορροπία, καθώς ο μεγαλύτερος όγκος των προσφύγων φτάνει –φυσικά– στις χώρες που βρίσκονται στην περιφέρεια της Ε.Ε. Η διατήρηση της διάταξης καθίσταται παράλογη από το γεγονός ότι οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης σπανιότατα επαναπροωθούν τους πρόσφυγες στην Ελλάδα ή στην Ιταλία, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν το γεγονός ότι από αυτές τις χώρες εισήλθαν στην ευρωπαϊκή επικράτεια.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Ισπανία βρισκόταν στην πρώτη γραμμή απέναντι σε μετανάστες που προέρχονταν από τις χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής και της Βόρειας Αφρικής και προσπαθούσαν να διασχίσουν το στενό του Γιβραλτάρ ή να εισχωρήσουν στους ισπανικούς θύλακες της Μελίλα και της Θέουτα στη Βόρειο Αφρική. Στον βαθμό που αυξήθηκαν οι φραγμοί στην περιοχή (ανέγερση τειχών και δημιουργία κέντρων κράτησης, πολλαπλασιασμός των επιχειρήσεων της Frontex κ.ο.κ.), οι μεταναστευτικές ροές μετακινήθηκαν προς την Ιταλία και τη Μάλτα, όπου αποβιβάζονταν άτομα που ξεκινούσαν το ταξίδι τους από τις ακτές της Λιβύης και της Τυνησίας. Στη συνέχεια, ήλθε η σειρά της Ελλάδας (9).

Από το 2011 και το ξέσπασμα των «αραβικών ανοίξεων», τα τρία αυτά ευρωπαϊκά κράτη είδαν να καταφτάνει στην επικράτειά τους ο κύριος όγκος των ατόμων που αναζητούσαν καταφύγιο στην Γηραιά Ήπειρο. Έτσι, βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα είδος διπλής ποινής: όχι μόνο οφείλουν να αναλάβουν τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε., αλλά είναι επιπλέον υποχρεωμένα να διαχειριστούν την άφιξη, την υποδοχή, τη στέγαση (συχνά σε στρατόπεδα) και την εξέταση των αιτήσεων εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Η Ελλάδα δύσκολα μπορεί να αναλάβει τον συγκεκριμένο ρόλο, καθώς δέχεται ασφυκτικές πιέσεις από τα συνεχή προγράμματα λιτότητας. Στις 7 Αυγούστου του 2015, ο Έλληνας πρωθυπουργός προέβη στην εξής δήλωση: «Αυτό το πρόβλημα μας ξεπερνά. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει βυθιστεί στην οικονομική κρίση και οφείλει να αντιμετωπίσει μια ανθρωπιστική κρίση μέσα στην κρίση» (10).

Η μετατροπή ενός από τα πλέον ευάλωτα κράτη μέλη της Ε.Ε. σε κέρβερο που φυλάσσει τα ευρωπαϊκά σύνορα υπακούοντας στις εντολές των Βρυξελλών αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη και οδυνηρή υποχρέωση. Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει τους Ευρωπαίους «εταίρους» να εξακολουθούν να επιπλήττουν κάθε τόσο την Ελλάδα. Μάλιστα, στις αρχές Δεκεμβρίου, την απείλησαν με αποβολή από τον χώρο Σένγκεν, εάν δεν κατορθώσει να ελέγξει καλύτερα τα σύνορά της. «Κάθε χώρα οφείλει να σέβεται τον κώδικα του Σένγκεν. Σε αυτόν περιλαμβάνεται και ο κανόνας που επιβάλλει οι αιτήσεις ασύλου να υποβάλλονται στη χώρα εισόδου, για παράδειγμα στην Ελλάδα, και όχι σε κάποια άλλη χώρα», πλειοδότησε ο Πολωνός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, στις 3 Δεκεμβρίου του 2015 (11). Δεδομένου ότι –προφανώς– είναι πολύ ευκολότερο για την Στοκχόλμη, το Παρίσι ή το Βερολίνο να ακολουθήσουν τη συμβουλή απ’ ό,τι είναι για την Αθήνα και για τη Ρώμη, ο Τουσκ έσπευσε να προσθέσει ότι οι «χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στην έξοδο των προσφύγων» θα έπρεπε φυσικά να τύχουν της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».

 

https://i1.wp.com/monde-diplomatique.gr/wp-content/uploads/2016/02/2016_01_Morts_et_disparus_2_gr.jpg

Όμως, στην περίπτωση των μεταναστευτικών ροών ισχύει ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση των νομισματικών πολιτικών: η αλληλεγγύη δεν είναι η πιο διαδεδομένη αρετή μέσα στην Ε.Ε. Πολλές χώρες της Βόρειας Ευρώπης προσπαθούν να περιορίσουν το πρόβλημα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, οι οποίες από την πλευρά τους προσπαθούν με κάθε τρόπο να φορτώσουν η μία στην άλλη όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος αυτού του δυσβάστακτου φορτίου. Πράγματι, την περίοδο 2008-2009, δημιουργήθηκαν εντάσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση της Ιταλίας και της Μάλτας με αφορμή την επιχείρηση Nautilus που διεξήγε η Frontex στην Κεντρική Μεσόγειο: ποια χώρα όφειλε να φιλοξενήσει τα άτομα που περισυνέλεγε η ευρωπαϊκή υπηρεσία; Σύμφωνα με τη Ρώμη, το καθήκον αυτό θα έπρεπε να το αναλάβει η χώρα η οποία φιλοξενούσε την έδρα της αστυνομικής επιχείρησης, δηλαδή η Μάλτα. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση της Μάλτας επικαλούνταν το διεθνές δίκαιο και υποστήριζε ότι τα συγκεκριμένα άτομα όφειλαν να αποβιβαστούν στο κοντινότερο «ασφαλές» λιμάνι, στην προκειμένη περίπτωση στη Λαμπεντούζα. Ελλείψει συμφωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες, οι Βρυξέλλες δικαίωσαν την Ιταλία, με αποτέλεσμα να μην φιλοξενήσει στο εξής η Μάλτα καμία επιχείρηση της Frontex (12).

Η Ιταλία αποδείχθηκε λιγότερο τυχερή την άνοιξη του 2011, όταν η κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι αποφάσισε να χορηγήσει 25.000 προσωρινούς τίτλους διαμονής, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας στην Ευρώπη σε Τυνήσιους που μόλις είχαν αποβιβαστεί στη Σικελία. Οι υπουργοί Εσωτερικών της Αυστρίας, της Γερμανίας, του Βελγίου, της Φινλανδίας, της Ολλανδίας και της Σλοβακίας αντέδρασαν αμέσως στην απόφαση, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε «παραβίαση του χώρου Σένγκεν». Ο τότε Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί αποφάσισε να διακόψει τη σιδηροδρομική σύνδεση Γαλλίας και Ιταλίας. Για άλλη μια φορά, η υπόθεση παραπέμφθηκε στις Βρυξέλλες, οι οποίες δικαίωσαν το Παρίσι, αποδεχόμενες την τροποποίηση των κανόνων που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων στην Ευρώπη. Ενώ προηγουμένως τα σύνορα μπορούσαν να κλείσουν μονάχα στην περίπτωση «σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη ή για την εθνική ασφάλεια», στο εξής μπορούν επίσης να κλείσουν και σε περιπτώσεις «σοβαρών και συνεχιζόμενων παραλείψεων και ανεπαρκειών στον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων από την πλευρά ενός κράτους-μέλους».

Δεδομένου δε ότι το μεταναστευτικό ρεύμα είναι αδύνατον να αναχαιτιστεί στις πύλες της Ευρώπης, η νέα διάταξη απειλεί ακόμα και την ίδια την ύπαρξη του χώρου Σένγκεν. Καθώς ορισμένοι από τους δράστες των τρομοκρατικών χτυπημάτων της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι ήταν τζιχαντιστές που εισήλθαν στο ευρωπαϊκό έδαφος ως πρόσφυγες, οι Βρυξέλλες απάντησαν στις απειλές για κλείσιμο των συνόρων υπογράφοντας βιαστικά μια συμφωνία με την Άγκυρα. Με αντάλλαγμα την παροχή 3 δισ. ευρώ, την υπόσχεση χαλάρωσης των διαδικασιών χορήγησης βίζας στους Τούρκους υπηκόους και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., η χώρα δεσμεύτηκε να κρατήσει στο έδαφός της τους πρόσφυγες και να δέχεται την επαναπροώθηση των οικονομικών μεταναστών που χρησιμοποίησαν την επικράτειά της για να εισέλθουν στο ευρωπαϊκό έδαφος. Αν και το «σχέδιο κοινής δράσης» παρουσιάστηκε ως ιστορικό γεγονός, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για κάτι νέο. Πριν από αυτό, η Ε.Ε. και τα κράτη μέλη της είχαν ήδη υπογράψει περισσότερες από 300 συμφωνίες επαναπροώθησης με 85 χώρες. Μάλιστα, οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή τους γίνονται συχνά με τη μορφή ενός συγκαλυμμένου εκβιασμού: ως αντάλλαγμα για τη στενότερη συνεργασία των τρίτων χωρών, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τούς υπόσχονται μια περισσότερο ευμενή και διαλλακτική στάση στα ζητήματα της εξωτερικής ή της εμπορικής πολιτικής (13).

Ακόμα κι αν ο Τούρκος πρόεδρος επιδοθεί με μεγάλο ζήλο στο κυνήγι των παράνομων μεταναστών, η συμφωνία που υπογράφηκε με την Άγκυρα δεν θα λύσει το πρόβλημα. Ίσως απλά να το μεταφέρει στη Λιβύη, όπου τα δίκτυα των διακινητών δρουν ανενόχλητα μετά την πτώση του Μουαμάρ Καντάφι. Σύμφωνα δε με όλες τις ενδείξεις, η ροή προσφύγων προς την περιφέρεια της Ευρώπης θα συνεχιστεί κατά τη διάρκεια των ερχόμενων μηνών και ετών. Κι είναι μάλλον απίθανο να σταματήσουν τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να ενισχύουν τα εσωτερικά τους σύνορα. Ωστόσο, μια δυναμική τέτοιου είδους αποτελεί απειλή για την ίδια την καρδιά του ευρωπαϊκού σχεδίου για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, η οποία θεσπίστηκε με τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957.

Όταν, τον Ιούνιο του 1985, η Γαλλία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο (Benelux) υπέγραψαν τις συμφωνίες του Σένγκεν, οι οποίες προέβλεπαν την κατάργηση των εθνικών συνόρων, αυτό δεν συνέβη για να επιτραπεί στους πολίτες να ταξιδεύουν ελεύθερα, αλλά επειδή η ευρωπαϊκή ήπειρος ήταν βυθισμένη για περισσότερο από έναν χρόνο σε μια «κρίση της Κοινής Αγοράς». Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1984, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί τελωνειακοί –δυσαρεστημένοι από την εντατικοποίηση των συνθηκών εργασίας τους λόγω της αύξησης του ενδοευρωπαϊκού εμπορίου– ξεκίνησαν απεργία ζήλου και άρχισαν να ελέγχουν εξονυχιστικά όλα τα φορτηγά που διέσχιζαν τα σύνορά τους. Οι οδηγοί των φορτηγών ανταπάντησαν με στήσιμο μπλόκων που προκάλεσαν θηριώδη μποτιλιαρίσματα, κυρίως κατά τη διάρκεια των περιόδων των διακοπών. Όταν έληξε η σύγκρουση, η Γενική Γραμματεία της Benelux ασχολήθηκε με αυτήν την υπόθεση και μελέτησε τους όρους κάτω από τους οποίους θα ήταν δυνατή η χερσαία κυκλοφορία των προσώπων και των εμπορευμάτων στην Ευρώπη. Η προοπτική ενθαρρύνθηκε από τη Γερμανία, της οποίας η βιομηχανική και εξαγωγική οικονομία υπέφερε λόγω της αργής ροής της κυκλοφορίας στους ευρωπαϊκούς δρόμους. Έτσι προέκυψαν οι συμφωνίες του Σένγκεν το 1985, η Σύμβαση του Σένγκεν το 1990, το ουσιαστικό άνοιγμα των εσωτερικών συνόρων της Δυτικής Ευρώπης από το 1995 και στη συνέχεια η σταδιακή επέκταση του συστήματος σε 26 χώρες (14).

Κι αν η Γαλλία έκλεινε τα σύνορά της με την Ισπανία;

Από τη δεκαετία του 1980, το ενδοκοινοτικό εμπόριο σημείωσε εκρηκτική αύξηση. Για παράδειγμα, τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην Ευρώπη αποτελούνται από εξαρτήματα που έχουν παραχθεί στο εξωτερικό και τα οποία, πριν φθάσουν στην αλυσίδα συναρμολόγησης, έχουν διασχίσει αρκετές χώρες. Το 2013, οι οδικές μεταφορές στην Ευρώπη έφθασαν τον ιλιγγιώδη αριθμό των 1,765 τρισεκατομμυρίων χιλιομετρικών τόνων (15). Κάθε μέρα, εκατοντάδες χιλιάδες φορτηγά οργώνουν τους δρόμους της ηπείρου, γεμάτα εμπορεύματα των οποίων οι ιδιαίτερα σφιχτοί χρόνοι παράδοσης πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με τις ατελείωτες ώρες αναμονής που επιβάλλουν οι συνοριακοί έλεγχοι. Εξάλλου, εδώ και είκοσι χρόνια, χιλιάδες εργαζόμενοι έχουν εκμεταλλευτεί τη μεγάλη ευκαιρία που τους προσφέρει η ελεύθερη κυκλοφορία και έχουν βρει μια θέση εργασίας σε κάποια γειτονική ευρωπαϊκή χώρα. Για παράδειγμα, το 1985 υπήρχαν στη Γαλλία 158.000 διασυνοριακοί εργαζόμενοι: σήμερα, ξεπερνούν τους 350.000.

Η αμφισβήτηση των συμφωνιών του Σένγκεν είναι αδιανόητη χωρίς την εκ βάθρων αναδιοργάνωση της οικονομίας ολόκληρης της ηπείρου. Οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές της ενιαίας αγοράς έχουν συνειδητοποιήσει τη σημασία της παραμέτρου και πολλαπλασιάζουν τις προειδοποιήσεις. Έτσι, η ολλανδική Ομοσπονδία Εταιρειών Μεταφορών και Εφοδιαστικής Αλυσίδας (logistics) ανακοίνωσε ότι η επιστροφή των συνόρων θα συνεπαγόταν διαφυγόντα κέρδη 600 εκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο για τις επιχειρήσεις που εκπροσωπεί. «Εάν υπάρξει επαναφορά των εσωτερικών συνόρων, όπως ζητούν ορισμένοι πολιτικοί υπεύθυνοι, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με σοβαρά προβλήματα. Τυχόν νέοι φραγμοί θα απειλούσαν το εμπόριο», προειδοποίησε η Ευρωπαία Επίτροπος αρμόδια για ζητήματα εμπορίου Σεσίλια Μάλμστρομ (16).

Η κατάργηση του χώρου Σένγκεν θα αποτελούσε πιθανότατα φρένο στις βιομηχανικές υπεργολαβίες και στο κοινωνικό ντάμπινγκ, παρακινώντας ίσως ορισμένες επιχειρήσεις να επιστρέψουν και να μετεγκατασταθούν στον τόπο όπου πωλούν τα προϊόντα τους. Από τη συγκεκριμένη εξέλιξη θα μπορούσαν να προκύψουν και ορισμένα οικολογικά οφέλη. Ωστόσο, δεν θα προσέφερε καμία λύση στην κρίση των προσφύγων. Η επαναφορά των γαλλοϊσπανικών συνόρων δεν θα εμποδίσει τα πλοία να καταπλέουν στις ισπανικές ακτές. Κι αν οι πρόσφυγες βρουν την πόρτα κλειστή όταν φτάσουν στην οροσειρά των Πυρηναίων, θα ακολουθήσουν την παράνομη οδό, καταφεύγοντας σε διακινητές, όπως ακριβώς συνέβαινε κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και του 1960, όταν η δικτατορία του Αντόνιο Σαλαζάρ δεν επέτρεπε στους Πορτογάλους να μεταναστεύουν νόμιμα. Η γαλλική κυβέρνηση θα προτείνει πιθανότητα την ανέγερση ενός τείχους όπως εκείνο που ανήγειρε η Ουγγαρία στα σύνορά της με τη Σερβία, αναπαράγοντας με αυτόν τον τρόπο τον αμερικανικό φαύλο κύκλο: η εξέλιξη του συστήματος καταστολής έχει ως αποτέλεσμα τον μεγαλύτερο επαγγελματισμό των διακινητών, χωρίς να παρεμποδίζεται η παράνομη διέλευση.

Δεν είναι διόλου παράξενο το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα έχουν αναγάγει τη Σένγκεν και τη μετανάστευση σε αιτία των περισσότερων προβλημάτων, από την ανεργία ώς την τρομοκρατία και τη διάβρωση του κοινωνικού κράτους: ήταν ανέκαθεν στρατευμένα στην υπόθεση της επαναφοράς των εθνικών φραγμών, ενώ μάλιστα ορισμένα προσηλυτίστηκαν πρόσφατα και στον προστατευτισμό. Αντίθετα, έχουμε κάθε λόγο να εκπλησσόμαστε βλέποντας τους «φιλοευρωπαϊκούς» πολιτικούς σχηματισμούς να προτείνουν λύσεις οι οποίες, αν υιοθετούνταν, θα τίναζαν στον αέρα το οικοδόμημα το οποίο έχτισαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας. Η μεταστροφή αποδεικνύει σε πόσο μεγάλο βαθμό έχει εξαπλωθεί το ιδεώδες της εθνικής αναδίπλωσης πολύ πέρα από τον χώρο της άκρας δεξιάς, στο εσωτερικό πολιτικών σχηματισμών οι οποίοι δεν προσπαθούν πλέον να αναζητήσουν πρωτότυπες λύσεις όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με επείγουσες και πρωτοφανείς καταστάσεις, αλλά προτιμούν να καταφύγουν στην παλιά δοκιμασμένη τακτική που στρέφει τις «αυτόχθονες» λαϊκές τάξεις εναντίον των ξένων. Με εξαίρεση το Βερολίνο, το οποίο προτείνει να φέρουμε στην Ευρώπη δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, και σε μικρότερο βαθμό τη Σουηδία, καμία κυβέρνηση δεν παίρνει το ρίσκο να υποστηρίξει τη χαλάρωση της διαδικασίας έκδοσης βίζας. Ακόμα και τα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς αποδεικνύονται διακριτικά, φοβούμενα μήπως προκαλέσουν την εχθρότητα της κοινής γνώμης, η οποία θεωρείται αρνητική στα ζητήματα της μετανάστευσης.

Στη Γαλλία, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, ούτε καν περνάει από το μυαλό κανενός να αμφισβητήσει την άποψη ότι το κύμα των αφίξεων υπερβαίνει τη δυνατότητα υποδοχής. Εντούτοις, το 1939, σε μια περίοδο όπου η χώρα μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται από την κρίση του 1929 και είχε ήδη εισέλθει σε μια περίοδο όπου προετοιμαζόταν για τον επερχόμενο πόλεμο, η Γαλλία φιλοξένησε περισσότερους από 450.000 πρόσφυγες Ισπανούς δημοκράτες (17). Βέβαια, είναι αλήθεια ότι η είσοδος στη Γαλλία προκάλεσε ορισμένες εχθρικές αντιδράσεις του πληθυσμού. Από την άλλη πλευρά, οι νεοαφιχθέντες είχαν την υποστήριξη των συνδικάτων και των κομμάτων της αριστεράς που εργάστηκαν για την ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία.

Σαράντα χρόνια αργότερα, και πάλι σε μια συγκυρία κρίσης –της οικονομικής κρίσης που είχαν προκαλέσει οι δύο διαδοχικές πετρελαϊκές κρίσεις– η Γαλλία υποδέχθηκε στο έδαφός της τους «boat people» της Νοτιοανατολικής Ασίας. Εκείνη την εποχή, ορισμένοι από τους πλέον προβεβλημένους Γάλλους διανοούμενους –από τον Ζαν Πολ Σαρτρ ώς τον Ρεϊμόν Αρόν– είχαν κινητοποιηθεί για τη διάσωση των προσφύγων που είχαν μπλοκαριστεί πάνω σε αυτοσχέδια πλεούμενα στη Θάλασσα της Κίνας. Η κινητοποίηση οδήγησε στη μαζική χορήγηση άδειας εγκατάστασης στη Γαλλία σε 130.000 Βιετναμέζους, Καμποτζιανούς και Λαοτινούς, οι οποίοι μάλιστα ούτε καν καλύπτονταν από τη Σύμβαση της Γενεύης. Συγκριτικά, το 2015, ο πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ δεσμεύτηκε για την υποδοχή 24.000 Συρίων στη Γαλλία μέσα στην επόμενη διετία…

Ένας πολιτικός λόγος που νομιμοποιούσε την υποδοχή των προσφύγων

Εκείνη την περίοδο, η (δεξιά) κυβέρνηση του Ρεϊμόν Μπαρ κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες ώστε να διευκολύνει την εγκατάσταση των προσφύγων, οι οποίοι βεβαίως είχαν προηγουμένως επιδείξει σωφροσύνη και διέφυγαν από κομμουνιστικά καθεστώτα. Στον δημόσιο λόγο κυριάρχησε μια ευνοϊκή στάση απέναντί τους, τους αναγνωρίστηκε η ιδιότητα του πρόσφυγα, δημιουργήθηκαν προσωρινά κέντρα φιλοξενίας, καθώς και «επιτροπές υποδοχής» επιφορτισμένες με τη βοήθεια των νεοαφιχθέντων στα καθημερινά διοικητικά τους διαβήματα. Συστάθηκαν δε ειδικά τμήματα στον ΑΝΡΕ (18) για τους πρόσφυγες, ενώ θεσπίστηκαν και φορολογικά κίνητρα για τους εργοδότες που τους προσλάμβαναν. Αυτή η πολιτική, που υποστηρίχθηκε από σημαντική κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού, είχε πολλές θετικές επιπτώσεις. Όπως γράφει η κοινωνιολόγος Καρίν Μεσλέν, «εκτός του ότι διευκόλυνε τα πρώτα βήματά τους στη Γαλλία, συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός θετικού τρόπου αντιμετώπισης και στη νομιμοποίηση της άφιξής τους στη χώρα. Η ποιότητα της υποδοχής έγινε αντιληπτή από τον πληθυσμό ως αντίστοιχη της ποιότητας των αλλοδαπών προς τους οποίους απευθυνόταν. Σε τελική ανάλυση, η διαπίστωση αυτή μας υπενθυμίζει τη σημασία τόσο των πολιτικών υποδοχής όσο και της ρητορικής που συνοδεύει την άφιξη των προσφύγων σε μια χώρα» (19).

Αντίθετα, οι σημερινοί πρόσφυγες παρουσιάζονται ως άτομα που προσπαθούν να επωφεληθούν από τις κοινωνικές παροχές χωρίς να το αξίζουν, ως απειλή για την εθνική ταυτότητα, ως κλέφτες θέσεων εργασίας, ως θρησκευτικοί εξτρεμιστές, ακόμα και ως δυνητικοί τρομοκράτες. Φτάνουν στην Ευρώπη μέσα στη μεγαλύτερη δυνατή αταξία, χωρίς να έχει προβλεφθεί τίποτα γι’ αυτούς. Οι εικόνες των χιλιάδων ατόμων που αποβιβάζονται στις ακτές της Ελλάδας και της Ιταλίας ή συνωστίζονται στα ουγγρικά ή στα σλοβενικά σύνορα δημιουργούν μια αίσθηση εισβολής. Όταν υπάρχει παρόμοια αφήγηση και ρητορική από τα μέσα ενημέρωσης, πώς μπορεί κανείς να εκπλήσσεται για το γεγονός ότι η υστερική πλειοδοσία στα ζητήματα της ασφάλειας γοητεύει τους ψηφοφόρους;

 

  1. (Σ.τ.Μ.) «Εμπρός! Γαλλία σήκω και στάσου όρθια!». Μικρό εξωκοινοβουλευτικό κόμμα της γαλλικής δεξιάς.
  2. Αντίστοιχα, www.republicains.fr, 18 Νοεμβρίου 2015· δελτίο Τύπου της 19ης Νοεμβρίου 2015. Ιστολόγιο του Νικολά Ντυπόν Αινιάν, 15 Νοεμβρίου 2015. France 2, 19 Νοεμβρίου 2015.
  3. (Σ.τ.Μ.) εποχή της κορύφωσης της αντιμεταναστευτικής ρητορικής και πρακτικής του Σαρκοζί.
  4. Στο πρόγραμμα The Migrant Files συμμετέχουν 25 Ευρωπαίοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι πραγματοποιούν έρευνες για ζητήματα που αφορούν το μεταναστευτικό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. «The money trails», 18 Ιουνίου 2015, http://www.themigrantfiles.com
  5. Peter Andreas, «Border Games. Policing the US-Mexico Divide», Cornell University Press, Ιθάκα, Νέα Υόρκη, 2009 (1η έκδοση 2000).
  6. Βλ. στην ιστοσελίδα monde-diplomatique.fr, «Le jeu de la demande d’asile».
  7. «Rapport d’activité 2014», France Terre d’Asile, Παρίσι, 2015.
  8. Ό.π.
  9. Βλ. Camille Schmoll, Hélene Thiolet και Catherine Withol de Wenden (υπό τη διεύθυνση της), «Migrations en Méditerranée», CNRS Editions, Παρίσι, 2015.
  10. Αναφέρεται από το Agence France Presse, 7 Αυγούστου 2015.
  11. «Donald Tusk: “Cette migration est trop forte pour ne pas être stoppée”», «Le Figaro», Παρίσι, 3 Δεκεμβρίου 2015.
  12. Julien Jeandesboz, «Au-delà de Schengen. Frontex et le contrôle des frontières de l’Europe», στο Sabine Dullin και Etienne Forrestier-Peyrat, «Les frontières mondialisées», Presses universitaires de France – La Vie des idées, Παρίσι 2015.
  13. Virginie Guiraudon, «Les effets de l’européanisation des politiques d’immigration et d’asile», «Politique européenne», n°31, Παρίσι 2010.
  14. Όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεσμεύονται από τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ όσον αφορά το δικαίωμα του ασύλου, ωστόσο έξι χώρες δεν έχουν ενταχθεί στον χώρο Σένγκεν: Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Κύπρος και Κροατία. Αντίθετα, η Ελβετία, το Λιχτενστάιν, η Ισλανδία και η Νορβηγία έχουν ενταχθεί στον χώρο Σένγκεν χωρίς να ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  15. Μονάδα μέτρησης η οποία αντιστοιχεί στην μεταφορά ενός τόνου εμπορευμάτων σε απόσταση ενός χιλιομέτρου.
  16. «Europe: “le retour des frontières menacerait le commerce”, L’Obs, Παρίσι, 21 Νοεμβρίου 2015.
  17. (Σ.τ.Μ.) Ο αριθμός αντιστοιχεί στο 0,6% του σημερινού πληθυσμού της χώρας. Και φυσικά, καθώς εκείνη την εποχή ο πληθυσμός της Γαλλίας ήταν αισθητά μικρότερος, ο αριθμός αντιστοιχούσε σε μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με τον τότε πληθυσμό.
  18. (Σ.τ.Μ.) Ο γαλλικός ΟΑΕΔ.
  19. Karine Meslin, «Accueil des boat people: une mobilisation étatique atypique», Plein Droit, επιθεώρηση του Groupe d’information et de soutien aux immigrés (GISTI), n°70, Παρίσι, Οκτώβριος 2006.

le monde diplomatique