Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας / SOOC

Του Χρήστου Νάτση

Η μεταφορά της πίεσης από την περιφέρεια στο Κέντρο πέρα από συμβολική είναι και πραγματική: ο αντίχτυπος της εικόνας του Κοινοβουλίου περικυκλωμένου από τρακτέρ, πέρα από τις αναμνήσεις πλατειών που θα ξυπνήσει, θα θέσει την κυβέρνηση και μπροστά στο ζήτημα της καταστολής σε περίπτωση που τα πράγματα φτάσουν σε «θερμό επεισόδιο». Ενδεχόμενο σαφώς ενοχλητικό για μια κυβέρνηση που ως τελευταία άμυνα απέναντι στην οικονομική υποχώρηση της σύναψης τρίτου μνημονίου έχει την υπόμνηση της δικαιωματικής της ευαισθησίας.

Το ζήτημα δεν είναι εδώ η αποτίμηση του χαρακτήρα των κινητοποιήσεων. Αυτές, αν και δεν αποτελούν απλώς την αντιδραστική μάχη των τσιφλικάδων απέναντι σε μια κυβέρνηση «ταξικής μεροληψίας» υπέρ των αδυνάτων, όπως μια φιλοκυβερνητική γραμμή αρέσκεται να υποστηρίζει, χαρακτηρίζονται ωστόσο από όλη την αντιφατικότητα τόσο ενός τυφλού αυθόρμητου όσο και ενός μικροκομματικού καθοδηγούμενου. Με τον λόγο της Χρυσής Αυγής ηγεμονικό σε μεγάλο κομμάτι των διαδηλωτών, με αιτήματα τυφλά ως προς την πολιτική διεκδίκηση, με την επιλογή τεχνολογίας θεάματος που στηρίζεται στο πιο θλιβερό γκροτέσκο, οι κινητοποιήσεις των αγροτών συνοψίζουν παραδειγματικά την κατάπτωση του κινηματικού που, χρόνο με τον χρόνο από το 2012 και την ανάθεση της ελπίδας στην ελευσόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, επιδεινώνεται.

Γι’ αυτό θα περίμενε κανείς από την κυβέρνηση να «παίξει μπάλα» ακριβώς πάνω στον πολιτικό χαρακτήρα των κινητοποιήσεων, προσπαθώντας να πείσει για τις επιλογές της και όχι να κάνει διαχείριση κρίσης. Μια διαχείριση, στιγμές της οποίας εκπίπτουν στην απόλυτη αποπολιτικοποίηση του κυβερνάν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι δηλώσεις της κυβερνητικής εκπροσώπου, Όλγας Γεροβασίλη, ακριβώς για το ενδεχόμενο καθόδου τρακτέρ στην Αθήνα:

«Αλλά πρέπει και να πούμε ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχουν νόμοι και κανόνες. Αν πάω και ανέβω με ένα αυτοκίνητο σε ένα πεζοδρόμιο, νομίζω ότι η τροχαία θα με σταματήσει και θα με κατεβάσει. Επίσης υπάρχουν νόμοι και κανόνες για το ποια οχήματα εισέρχονται στο κέντρο της Αθήνας και νομίζω είναι δουλειά της τροχαίας να δει τι θα κάνει απέναντι σε αυτό».

H μετάφραση μιας πολιτικής κίνησης σε τροχαίο παράπτωμα, σαν οι κινητοποιήσεις και οι διαδηλώσεις να αποτελούν τεχνικό ζήτημα του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, είναι μια λεπτομέρεια που αποδεικνύει την τάχιστη προσαρμογή της κυβέρνησης σε βιοπολιτικές λογικές κυβερνησιμότητας. Ανακαλώ εδώ, για άλλη μια φορά, ένα φημισμένο απόσπασμα συνέντευξης του Μισέλ Φουκώ. Σχολιάζοντας την ύπαρξη ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης στο κέντρο της Μόσχας αλλά και τη διαβεβαίωση του καθεστώτος ότι εκεί φιλοξενούνται μόνο ποινικοί κρατούμενοι, καθώς το πολιτικό έγκλημα έχει εξαλειφθεί στην ΕΣΣΔ μετά την Επανάσταση, ο Γάλλος φιλόσοφος θα σημειώσει το παράδοξο: «Είναι κάτι λογικό και ταυτόχρονα αλλόκοτο. Πράγματι, στο σοβιετικό καθεστώς –είτε πρόκειται για μια “δικτατορία του προλεταριάτου” ή για το “κράτος ολόκληρου του λαού”, ρωτήστε, παρακαλώ, τον Marchais– η διάκριση του “πολιτικού” και του “κοινού ποινικού δικαίου” πρέπει να καταργηθεί. Μου φαίνεται όμως πως αυτό γίνεται προς όφελος του πολιτικού. Κάθε επίθεση εναντίον της νομιμότητας –μια κλοπή, η πιο μικρή απάτη– είναι μια επίθεση όχι εναντίον των ιδιωτικών συμφερόντων αλλά εναντίον όλης της κοινωνίας, της ιδιοκτησίας του λαού, της σοσιαλιστικής παραγωγής, του πολιτικού σώματος. Θα καταλάβαινα τους Σοβιετικούς αν έλεγαν: “Σε μας δεν υπάρχει ούτε ένας κατάδικος κοινού ποινικού δικαίου, επειδή σε μας δεν υπάρχει πια ούτε ένα αδίκημα που να μην είναι πολιτικό”. Στον σοβιετικό υπουργό θα ’πρεπε να απαντήσουμε το εξής: “Είστε ψεύτης· ξέρετε ότι έχετε πολιτικούς κρατουμένους”. Και να προσθέσουμε ευθύς αμέσως: “Εξάλλου, πώς γίνεται και μετά από εξήντα χρόνια σοσιαλισμό έχετε ακόμη καταδίκες κοινού ποινικού δικαίου;”».

Με τον ίδιο τρόπο, είναι να απορεί κανείς: μετά από έναν χρόνο αριστερής διακυβέρνησης, είναι δυνατόν να μην έχουν μπει τα τρακτέρ στο Κοινοβούλιο παρά τις κυκλοφοριακές ενστάσεις της Τροχαίας;

unfollow