ΣΥΡΙΖΑ Μπρεστ-Λιτόφσκ

Των Αυγουστίνου Ζενάκου & ΧρήστουΝάτση

Στις 26 Ιανουαρίου του 2015, αμέσως μετά την ορκωμοσία του ως νέου πρωθυπουργού της Ελλάδας, ο Αλέξης Τσίπρας επισκέφτηκε το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και άφησε λουλούδια στο μνημείο των διακοσίων εκτελεσθέντων κομμουνιστών της Πρωτομαγιάς του 1944. Η εικόνα του επικεφαλής της Αριστεράς, που είχε επιτέλους έρθει στην εξουσία, να αποτίει φόρο τιμής στους νεκρούς του κομμουνιστικού κινήματος αντιμετωπίστηκε με ποικίλους τρόπους –κάποιοι είπαν πως άλλωστε ήταν νεκροί «όλων των Ελλήνων» και κάποιοι πως η Αριστερά εμφάνισε αμέσως εμφυλιοπολεμικές διαθέσεις– αλλά το βέβαιον είναι πως εμβληματοποιούσε μια διεκδίκηση καταγωγής: η κυβέρνηση της Αριστεράς ερχόταν από τον ιστορικό τόπο των αγώνων.

Η σεπτή υπόμνηση της Ακροναυπλίας και της ανένδοτης στάσης των αντιφρονούντων προγόνων ήταν η συμβολική πλαισίωση των λεονταρισμών προς την τρόικα. Τι κι αν το πρόσωπο των λεονταρισμών ήταν ένας λίμπεραλ οικονομολόγος με κεντρώες ευρωπαϊστικές προτάσεις; Το φάντασμα του κομμουνισμού πλανιόταν ξανά πάνω από την Ευρώπη. Έστω κι αν την ίδια στιγμή, η πρώτη αριστερή κυβέρνηση εμβάθυνε τις συμμαχίες της με το αστικό στρατόπεδο. «Κυβέρνηση όλων των ελλήνων ανακοίνωσε ο Αλ. Τσίπρας» έγραψε η Αυγή την επομένη των εκλογών. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε έναν μήνα αργότερα,  πρότεινε τον Προκόπη Παυλόπουλο για την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Πρέπει να τονιστεί η διπλή αυτή απόβλεψη της διακυβέρνησης: αφενός, κινήσεις αριστερής σημειολογίας – από τις στιβαρές, όπως η Καισαριανή, ως τις ελαφρότερες, όπως ο bad boy ενδυματολογικός κώδικας· αφετέρου, διαβεβαιώσεις προς την Εκκλησία, το βαθύ κράτος και την «επιχειρηματικότητα» πως δεν τους πειράξει κανείς. Διπλό μήνυμα και με την έννοια του διπλού δεσμού: αν προσπαθήσεις να με αλλάξεις, θα με αφήσεις ίδιο· αν δεν προσπαθήσεις, θα με αλλάξεις.

Tο πρώτο εξάμηνο υπήρξε ουσιαστικά μονοθεματικό: η διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» μονοπώλησε το ενδιαφέρον της δημοσιότητας ad nauseam. Κι αν αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτο, ταυτόχρονα αποτέλεσε ένα καλό άλλοθι της απραγίας σε όλα τα άλλα. Με την εξαίρεση του νομοσχεδίου για τις φυλακές, το οποίο πέρασε μέσα από τα χίλια κύματα ενός «διαλόγου» που ουδέποτε έγινε επί της ουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέλεξε να αξιοποιήσει τη μοναδική ευκαιρία μιας «νομοθετικής σκούπας»: να τολμήσει, με τον αέρα της τεράστιας αποδοχής που απολάμβανε, να επιβάλει από τα πάνω τομές σε μια σειρά ζητήματα σχέσεων μεταξύ της κοινωνίας, της ολιγαρχικής «επιχειρηματικότητας», και του κράτους.

Η κορυφαία στιγμή της Α΄ περιόδου του 1ου έτους της αριστερής διακυβέρνησης ήταν ασφαλώς το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και τα επακόλουθά του ως τη συμφωνία της 12ης Ιουλίου. Μολονότι δεν θεωρούμε καθόλου αθέμιτη μια συζήτηση περί «προδοσίας» εστιασμένη στην αντικειμενική της διάσταση αντί στην ηθική έκπτωση που υποτίθεται πως την τροφοδοτεί, η προσέγγιση που εκ των υστέρων κρίνει πως η υποχώρηση αποδεικνύει ότι «το παιχνίδι ήταν πουλημένο από την αρχή» δεν μας ενδιαφέρει. Οι επιλογές και οι κινήσεις εκείνες που είχαν δείξει πως ο ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει ακριβώς στον δρόμο στον οποίον βάδισε τελικά και που είχαν εμφανιστεί πολύ νωρίτερα από την ανάληψη της διακυβέρνησης (τις έχουμε, άλλωστε,  εγκαίρως καταγράψει στο UNFOLLOW),1 μπορεί να έχουν πλευρές σχετικές με αλλότρια κίνητρα και προσωπικά συμφέροντα, όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπήρχε στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ –όχι μόνο στην κυβέρνηση αλλά ως πλειοψηφική στο κόμμα– μια ανάλυση συγκεκριμένη για την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και την ελληνική κρίση. Η τροπή των γεγονότων του Ιουλίου, που οδήγησε στη Β΄ περίοδο του 1ου έτους της αριστερής διακυβέρνησης και στην εφαρμογή του 3ου μνημονίου, πρέπει να εξεταστεί ως έκβαση της υλοποίησης αυτής της ανάλυσης. Και παρατηρώντας κανείς τις διακυμάνσεις της στάσης της ελληνικής κυβέρνησης, αντιλαμβάνεται ότι γενικά αντιμετώπισε την διαπράγματευση με τους «εταίρους» ως ένα πεδίο ορθολογικού συμβιβασμού, όπου το κάθε μέρος θα κατέθετε τις απόψεις του και  η συμφωνία θα προέκυπτε ως εκείνος ο μέσος που θα διέγραφε τις ακραίες απαιτήσεις της κάθε πλευράς.

Αξίζει μάλιστα να δει κανείς πόσο «χβοστιστές» (ακόλουθοι της ουράς των γεγονότων) υπήρξαν πολλοί από τους εξέχοντες υπουργούς της κυβέρνησης. Θα μπορούσαμε, λόγου χάρη, να θυμηθούμε τον Νίκο Φίλη, που μιλούσε από νωρίς για το «υπερόπλο του δημοψηφίσματος» και κατόπιν ζητούσε από τον ελληνικό λαό την ανανέωση της εμπιστοσύνης, ώστε να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να μην εφαρμόσει το μνημόνιο που υπέγραψε. Θα μπορούσαμε, επίσης, να θυμηθούμε τον Νίκο Ξυδάκη μια μέρα πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, όταν μια κάποια συμφωνία φαινόταν πιθανή, να μιλάει στη Βουλή για τα επώδυνα μέτρα που θα πρέπει να παρθούν· δυο μέρες μετά, το Σάββατο του μουδιάσματος από την ανακοίνωση προκήρυξης δημοψηφίσματος για πρώτη φορά μετά το 1974, να μας καλεί να βγούμε έξω απο το σπίτι μας, να ατενίσουμε τον γαλάζιο ουρανό και να σκεφτούμε τα διακόσια χρόνια αντιστασιακής ιστορίας του τόπου μας και το χυμένο αίμα αυτής της αντίστασης· και λίγες μέρες μετά την τελική συμφωνία, να μιλάει για το τρίτο μνημονιο ως αναγκαίο κακό. Θα μπορούσαμε, ακόμη, να σκεφτούμε τον Αριστείδη Μπαλτά, που από την διαλεκτική των «Επτά Κ», με αυτό του Κομμουνισμού ύψιστο, έφτασε να επικαλείται τον Βάλτερ Μπένγιαμιν για να υπερασπιστεί το Μνημόνιο.

Περισσότερο από μια κυνική επικοινωνία της εκάστοτε γραμμής του κόμματος, αναμενόμενη στάση των πολιτευτών που προσδοκούν να μείνουν στην πρώτη γραμμή, εδώ θα πρέπει να διαβλέψουμε μια διπλή αμηχανία: τόσο μπροστά σ’ αυτήν καθαυτή την κατάρρευση ενός σχεδίου, όσο και μπροστά στη διαχείριση αυτής της κατάρρευσης με πολιτικούς όρους. Κι είναι σ’ αυτό το πλαίσιο ακριβώς που η περιβόητη ρητορική περί «Μπρεστ-Λιτόφσκ»,2 η ρητορική δηλαδή που τονίζει τη «συνθηκολόγηση» με τους δανειστές ως εξωτερική γραμμή άμυνας, η οποία θα επιτρέψει το κέρδισμα χρόνου για την αναμόρφωση του εσωτερικού πεδίου, προβάλλει τελείως απογυμνωμένη από νόημα. Αφενός, βέβαια, επειδή το μνημόνιο δεν είναι παρά η τοπική κωδικοποίηση ενός καθολικού προγράμματος ρύθμισης όχι μόνο της οικονομίας αλλά των κοινωνικών σχέσεων εν συνόλω (ας δει κανείς μόνο την τύχη του κακόμοιρου του «παράλληλου προγράμματος»). Αφετέρου, όμως, επειδή για να πείσει πως συνιστά ένα τέτοιο κέρδισμα χρόνου, έστω και -ή και ειδικά- αντιμέτωπη με την καθολικότητα του προγράμματος,  αυτή η ρητορική θα έπρεπε καταρχάς να παίρνει στα σοβαρά τον ίδιο τον εαυτό της.

Η επίκληση του Μπρεστ-Λιτόφσκ είναι το εργαλείο που προοικονόμησαν τα λουλούδια στην Καισαριανή: η αριστερή σημειολογία έρχεται να επιστρατεύσει την προηγούμενη διεκδίκηση καταγωγής ως υπερασπιστική γραμμή. Μόνο που εδώ δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με μια δήλωση ταυτότητας αλλά με την υπεράσπιση μιας στρατηγικής – με τρόπο τέτοιο μάλιστα που να μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να δηλώνει, κατά τον απολογισμό του στην ομιλία του για την επέτειο ενός χρόνου «κυβέρνησης της Αριστεράς», πως «αναμετρηθήκαμε με την Ιστορία και αναλάβαμε ιστορικές ευθύνες για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια αριστερά».3 Κι ενώ στην περίπτωση της Καισαριανής, η επισήμανση των προφανών αναντιστοιχιών –ένα κόμμα που αναβιώνει στο πρόγραμμά του όλον τον ευρωκομμουνιστικό κατευνασμό να κραδαίνει ως λάβαρο αγωνιστικότητας τους δολοφονημένους ακροναυπλιώτες– θα ήταν μάλλον μια ασυγκίνητη σχολαστικότητα που μόνο το ΚΚΕ θα μπορούσε να ενδιαφέρει, στην περίπτωση της ρητορικής της «συνθηκολόγησης» έχουμε την αποτίμηση και την υπεράσπιση μιας στρατηγικής και συνεπώς ο πραγματολογικός έλεγχος είναι επιβεβλημένος. Για να έχει λοιπόν νόημα ένας τέτοιος ιστορικός παραλληλισμός, και άρα για να διασωθεί η «συνθηκολόγηση» ως στρατηγική υποχώρησης, οφείλει να εξετάσει κανείς το γενικότερο στρατηγικό πλαίσιο. Και κυρίως να ρωτήσει: τι κάνει κάποιος μετά το Μπρεστ-Λιτόφσκ;

Ο Λένιν, σε συνέντευξή του σε αμερικανικό περιοδικό το 1920, σημείωνε: «Πρόθεσή μας είναι να εξηλεκτρίσουμε όλο το βιομηχανικό μας σύστημα δημιουργώντας ηλεκτρικούς σταθμούς στα Ουράλια και αλλού. Οι μηχανικοί μας μάς λένε ότι θα χρειαστούν γι’ αυτό δέκα χρόνια. Η ολοκλήρωση του εξηλεκτρισμού θα είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός στο δρόμο της κομμουνιστικής οργάνωσης της οικονομικής ζωής της κοινωνίας μας. Όλη μας η βιομηχανία θα τροφοδοτείται με ενέργεια από μια κοινή πηγή, που θάναι ικανή να διοχετεύει ενέργεια σ’ όλους τους κλάδους εξ ίσου. Έτσι θα εξαφανιστούν οι αντιπαραγωγικοί ανταγωνισμοί στην αναζήτηση καυσίμων και θα εξασφαλιστεί μια γερή οικονομική βάση για τις επιχειρήσεις της βιομηχανικής μεταποίησης, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα φτάσουμε σ’ επίπεδο ανταλλαγής προϊόντων πρώτης ανάγκης, αντίστοιχο των αρχών του κομμουνισμού».4 Βλέπουμε λοιπόν πως η άμεση προτεραιότητα της σοβιετικής Ρωσίας, κατά την προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός ανθεκτικού σχηματισμού, υπήρξε από την αρχή η οικονομική αυτοτέλεια και η παραγωγική αυτάρκεια.

Ταυτόχρονα, ο Λένιν συνειδητοποιούσε πως αυτή η προσπάθεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η οποία στηριζόταν και στις επενδύσεις του καπιταλιστικού εχθρού (αξίζει να δει κανείς όλες τις συζητήσεις για το ζήτημα των εκχωρήσεων της περιόδου), αντιμετώπιζε την εσωτερική υπονόμευση των αντεπαναστατών. Εκεί λοιπόν που υιοθετούσε πρακτικές του εχθρού στην οικονομία, δεν δίσταζε να χτυπήσει αλύπητα τα αστικά δικαιώματα, ακριβώς για να προασπίσει την οικοδόμηση του νέου. Απέναντι στις συντριπτικά δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες, ο έλεγχος της εσωτερικής κατάστασης ήταν κρίσιμος. Όταν λοιπόν του ζητείται να αντιμετωπίσει τις «αστοχίες» του νέου σχηματισμού με την παροχή αστικών ελευθεριών, όπως λόγου χάρη η «ελευθερία του Τύπου», απαντά: «Η αστική τάξη (σε όλο τον κόσμο) εξακολουθεί να είναι πιο δυνατή από μας και μάλιστα στο πολλαπλάσιο. Να της δόσεις επιπλέον και ένα τέτιο όπλο, όπως η ελευθερία της πολιτικής οργάνωσης (=ελευθερία του Τύπου, γιατί ο Τύπος είναι το κέντρο και η βάση της πολιτικής οργάνωσης), σημαίνει να διευκολύνεις τον εχθρό στη δουλιά του, να βοηθάς τον ταξικό εχθρό. Δεν θέλουμε να αυτοκτονήσουμε και γι’ αυτό δεν θα το κάνουμε αυτό».5 Στην δε περίπτωση της δράσης που ξεκάθαρα υπονομεύει τον εσωτερικό σχηματισμό, ο Λένιν δεν θα διστάσει να δώσει γραμμή: «Συμβουλεύω να δοθεί στην υπόθεση αυτή μεγαλύτερη προσοχή, να γίνει έλεγχος στη σοβαρότητα της κατηγορίας και στην περίπτωση που αυτή αποδειχθεί πλήρως, πράγμα για το οποίο, προφανώς δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε, τότε να οργανωθεί ανοιχτό δικαστήριο, να διεξαχθεί αυτό με τη μεγαλύτερη ταχύτητα και ο ένοχος να εκτελεστεί».6

Ας μην μας τρομάζουν τα ιστορικά περιεχόμενα και ας δούμε την αναλογία στη μορφή. Ο Λένιν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει με τους εξωτερικούς εχθρούς του. Αναγκάστηκε ταυτόχρονα να εφαρμόσει οικονομικές μεθόδους που δεν του άρεσαν. Πώς το έκανε αυτό; Εν πλήρει συνειδήσει, με καθαρά λόγια, και με διάθεση να πετύχει. Την ίδια στιγμή, εφάρμοσε στα υπόλοιπα ζητήματα μια τακτική ολοσχερούς επίθεσης στον εσωτερικό εχθρό, ο οποίος θα υπονόμευε τον νέο σχηματισμό.

ΣΥΡΙΖΑ Μπρεστ-Λιτόφσκ

Επετειακή ομιλία του Αλέξη Τσίπρα για τον «έναν χρόνο Αριστερά», 24 Ιανουαρίου 2016. Φωτογραφία: Αλέξανδρος Μιχαηλίδης / SOOC

Η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε υπό δυσμενείς συνθήκες και αποδέχτηκε ένα οικονομικό πρόγραμμα που σε άλλες συνθήκες θα απέρριπτε μετά βδελυγμίας. Εδώ όμως ο ιστορικός παραλληλισμός αποσυντίθεται. Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε σε αυτό που αντιλαμβανόταν ως αναγκαιότητα της συνθηκολόγησής του με ένα ασταμάτητο κλαψούρισμα και με την επωδό ότι δεν «πιστεύει» στο πρόγραμμα. Μόλις χθες ακόμη, για του λόγου το αληθές, κατά την επετειακή ομιλία του στο Τάε Κβο Ντο, ο Αλέξης Τσίπρας έστηνε ρητορικά την αντιπαράθεσή του με τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη πάνω σ’ αυτό ακριβώς το ζήτημα της πίστης: «Η ιδεολογία τους είναι αυτά που πιστεύουν οι δανειστές και το ΔΝΤ», εξού και ποτέ δεν θα έδιναν την μάχη που έδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ —έστω κι αν την έχασε.7 Ταυτόχρονα, στα υπόλοιπα εσωτερικά μέτωπα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε παρά ισχνές προσπάθειες και σίγουρα όχι ουσιαστικής κατάληψης και στρατηγικής ανακατεύθυνσης του κρατικού μηχανισμού. Στα μείζονα ζητήματα, όπως λόγου χάρη αυτό των ΜΜΕ, κινήθηκε με χαμερπή υπολογισμό ώστε όχι να συντρίψει τον εχθρό αλλά να βρει νέες σταθερές στο υφιστάμενο σύστημα. Ως αντίβαρο σε τέτοιους υπολογισμούς, παρουσίασε ως απόγειο της αγωνιστικότητάς του φοβισμένες προοδευτικές κινήσεις σε ζητήματα δικαιωμάτων, όπως το κουτσουρεμένο σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια. Κυρίως, όμως, προσπάθησε να προτάξει ξανά την ταυτότητά του, ως απόρροια της καταγωγής που διεκδίκησε, ένα ήθος της Αριστεράς που δεν θα μπορούσε παρά να συνιστά και ήθος της διακυβέρνησης. Η γραμμή ρητορικής άμυνας ήταν η εξής: δεν πιστεύουμε στα μέτρα, τα εφαρμόζουμε με παγωμένη καρδιά, προσπαθούμε να κινηθούμε στα δικαιωματικά ώστε να εμβαθύνουμε αυτά στα οποία απέτυχαν οι προηγούμενοι, αλλά πάνω από όλα είμαστε αυτοί που είμαστε, έχουμε δηλαδή ήθος, όπως δηλώνει κι η καταγωγή μας. Αυτό ακριβώς είναι το λάθος. Λάθος είναι η υποτίμηση της διαχείρισης χάριν ενός νεφελώδους ήθους. Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση αυτής της γραμμής από τον Κώστα Δουζίνα στο σημερινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών: «Ποιος απ’ αυτούς τους Μπαχτινικούς κα(ρνα)βαλάρηδες, από αυτούς τους βακχικούς ριζοσπάστες είχε μπει στην Αριστερά γιατί περίμενε να γίνει βουλευτής ή υπουργός; […] Ενώ η επαγγελματική αποκατάσταση ήταν και παραμένει βασικός λόγος ένταξης στα άλλα κόμματα —κυβέρνηση-λάφυρο και κράτος-μηχανισμός εξυπηρέτησης πελατών— στην Αριστερά ενταχτήκαμε για απλές αξίες και πολύπλοκες ιδέες».8 Ως εάν το τι συμβαίνει με το κράτος και το πώς αυτό θα λειτουργήσει είναι κάτι πέραν της ρομαντικής ψυχής αυτών των καρναβαλάδων. Αυτή η μεταμαρξιστική αφέλεια, που συνιστά μια επανεγγραφή του προμαρξιστικού ουτοπισμού: αυτή η κατανόηση της άσκησης της εξουσίας ως τρεξίματος στα λιβάδια των απλών και όμορφων εννοιών: αυτό είναι το λάθος.

Θα ακουστεί προκλητικό, όμως, στη δεδομένη συγκυρία και με ειλημμένη την απόφαση της καλοκαιρινής συμφωνίας, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο: η κυβέρνηση θα έπρεπε να πιστέψει την συμφωνία και να την εφαρμόσει με σιδερένια πυγμή, ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Θα έπρεπε, ταυτόχρονα, να παραμερίσει τις «δικαιωματικές φωνές», τους περίφημους 53+ ή ό,τι τέλος πάντων έχει μείνει από αυτούς, δηλαδή τους παραγωγούς κειμένων θέσεων και τις φωνές της συνείδησης του παλιού, μικρού και τίμιου ΣΥΡΙΖΑ,  και να συντρίψει αλύπητα τη μνημονιακή αντιπολίτευση που θα την υπονόμευε, διαλύοντας το σύστημά της στον κρατικό μηχανισμό και στην αγορά. Θα έπρεπε δηλαδή να αναλάβει τις ευθύνες της στρατηγικής και τακτικής υποχώρησής της, όχι κλαψουρίζοντας αλλά πράττοντας.

Υπό αυτή την οπτική, θα έπρεπε και να αντιστραφεί η συνήθης εύκολη αντιπολίτευση που θέλει την παρουσία των Ανεξάρτητων Ελλήνων στην κυβέρνηση να αποτελεί τροχοπέδη στο προοδευτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ένας χρόνος κοινοβουλευτικής παρουσίας της «Πρώτη Φορά Αριστεράς» διδάσκει μάλλον το αντίθετο: στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το βαρίδι δεν είναι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες αλλά οι Συριζαίοι – αυτοί που ούτε μια θέση μετακλητού υπαλλήλου δεν μπορούν να καταλάβουν χωρίς να δακρύσουν για ολόκληρο το γενεαλογικό τους δέντρο.

_______

1 Βλ. Μαρινίκη Αλεβιζοπούλου, Αυγουστίνος Ζενάκος, «Το ανησυχητικό ρήγμα του ΣΥΡΙΖΑ», UNFOLLOW 30 (Ιούνιος 2014), «Το ανησυχητικό ρήγμα του ΣΥΡΙΖΑ ΙΙ», UNFOLLOW 31 (Ιούλιος 2014), «Μην ακουμπάτε τον Αλέξη Τσίπρα», UNFOLLOW 42 (Ιούνιος 2015), «Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και ο νέος αυριανισμός»,  UNFOLLOW 44 (Aύγουστος 2015).
2 Η συνθηκολόγηση της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που επέτρεψε στον Λένιν να απαλλαγεί, προσωρινά τουλάχιστον, από το εξωτερικό μέτωπο αντιπαράθεσης και να αφοσιωθεί στην ολοκλήρωση της επανάστασης στο εσωτερικό. Πρώτος χρησιμοποίησε τον παραλληλισμό στη δημοσιότητα ο Νίκος Φίλης, αρκετά νωρίς μάλιστα, ήδη από τον Φλεβάρη του 2015, λέγοντας: «Ο Λένιν ήταν μετρ των συμβιβασμών, παράδειγμα η Συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ». Μετά τη συμφωνία του Ιουλίου, το μοτίβο εντάθηκε. Βλ. ενδεικτικά «Μπαλαούρας: “Η συμφωνία το Μπρεστ-Λιτόφσκ του Τσίπρα”», Το Βήμα, 17.07.2015· Τρύφωνας Κωστόπουλος, «Η κουλτούρα των συμβιβασμών της Αριστεράς και το ζήτημα της εξουσίας», Αυγή, 29.08.2015· Γιώργος Φαράκλας, «Αριστερισμός και δημοκρατία. Η περίπτωση της Λαϊκής Ενότητας», UNFOLLOW 46 (Οκτώβριος 2015).
3«Αλ. Τσίπρας: “Δεν θα γίνουμε όμηροι ούτε των εκβιαστών ούτε των οργανωμένων συμφερόντων”», Ομιλία για τον «έναν χρόνο Αριστερά», Αυγή, 25.01.2016.
4 Β. Ι. Λένιν,  «Συνέντευξη στον Λίνκολν Αίρ, ανταποκριτή της αμερικάνικης εφημερίδας The World», στο Για την ειρηνική συνύπαρξη, Θεμέλιο, Αθήνα χ.χ., σ. 67.
5 Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τον Γκ.Μιάσινκοφ», Άπαντα, τόμος 44, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988, σ. 79.
6 Β. Ι. Λένιν, «Πρόταση στο πολιτικό γραφείο της ΚΕ του ΚΚΡ (μπ.) για την παραπομπή του Ούγκερν στο Δικαστήριο», Άπαντα, τόμος 44, ό.π., σ.110.
7«Αλ. Τσίπρας: “Δεν θα γίνουμε όμηροι ούτε των εκβιαστών ούτε των οργανωμένων συμφερόντων”», ό.π.
8 Κώστας Δουζίνας, «2015. Η χρονιά που τα αδύνατα έγιναν δυνατά», Εφημερίδα των συντακτών, 25.01.2016, σ. 12

unfollow