ΕΣΡ

Ψηφοφορία στην ολομέλεια της Βουλής για την τροπολογία ενίσχυσης των μελών του ΕΣΡ, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου, 2016. Φωτογραφία: Νίκος Λιμπερτάς / SOOC

του Παναγιώτη Σωτήρη

Η κυβέρνηση διατρανώνει σε όλους τους τόνους ότι θέλει να χτυπήσει τη διαπλοκή, αλλά την εμποδίζει η άρνηση της ΝΔ να συναινέσει στον ορισμό των μελών του ΕΣΡ. Όμως, αυτό που εννοεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ο αρμόδιος υπουργός Νίκος Παππάς είναι να μπορέσει να ξαναμοιράσει τη διαπλοκή κατά το συμφέρον της, ξεκινώντας από τον χάρτη των τηλεοπτικών συχνοτήτων. Και για να το καταφέρει δεν θα διστάσει να προχωρήσει σε νομοθετικά πραξικοπήματα.

Όπως αναλυτικά περιγράφεται στο τεύχος του UNFOLLOW Ιανουαρίου, που κυκλοφορεί, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εκπροσωπεί ένα εγχώριο «κουαρτέτο» που περιλαμβάνει πέραν του Αλέξη Τσίπρα, τον πρόεδρο της δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, τον τέως πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή και τον εκδότη Νίκο Χατζηνικολάου ως εκπρόσωπο των επιχειρηματικών συμφερόντων της οικογένειας Βαρδινογιάννη αλλά και άλλων (π.χ. του Γιώργου Κουρή).

Η ίδια η σύνθεση του κουαρτέτου παραπέμπει και στην ιδιαίτερη σημασία που έχει ο χώρος της ενημέρωσης. Κοινώς ήταν και παραμένει προτεραιότητα της κυβέρνησης να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενημέρωση αλλά και να ανοίξει χώρο για άλλους «παίκτες στην τηλεοπτική αγορά», στριμώχνοντας παράλληλα όσους εκπροσωπούν την προηγούμενη εκδοχή διαπλοκής.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, αναμενόμενο ήταν να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κυβέρνηση για την κατάσταση στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. Άλλωστε, πολύ νωρίς είχε κάνει σαφές ότι θέλει να φέρει νόμο για τις τηλεοπτικές συχνότητες, τις άδειες των καναλιών κ. ά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο είναι σε τραγική κατάσταση. Κανάλια που εκπέμπουν ακόμη με βάση τις αρχικές άδειες, αδιαφανή οικονομικά, τεράστια χρέη, συχνότατη παραβίαση των κανόνων δεοντολογίας, αγοραπωλησία αδειών. Μόνο που αυτό που έφερε η κυβέρνηση δεν απαντάει σε τίποτε από αυτά. Αντίθετα, σχεδιάστηκε πολύ περισσότερο με τη λογική του «ξαναμοιράσματος της τράπουλας» για να πιεστούν οι παλιοί παίκτες και να βρεθεί χώρος για τους νέους.

Αυτό αποτυπώθηκε και στον πρόσφατο νόμο 4339/2015. Εκεί έχουμε το εξής παράδοξο: ο Υπουργός έχει κατά βάση την αρμοδιότητα να ορίσει τον αριθμό των αδειών, ενώ η όλη αρμοδιότητα για τη διαδικασία δημοπράτησης των αδειών και ελέγχου για το εάν οι υποψηφιότητες τηρούν τις προβλεπόμενες από το νόμο προδιαγραφές ανήκουν στο ΕΣΡ, όπως είναι και αναμενόμενο με δεδομένο και τον συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο του στον έλεγχο της ραδιοτηλεόρασης.

Γιατί, όμως, είναι τόσο σημαντικό ζήτημα ο αριθμός των αδειών; Δεδομένης της μετάβασης στο ψηφιακό σήμα, υπάρχουν δυνατότητες αρκετών καναλιών και στην πανελλαδική εμβέλεια. Το λογικό δεν θα ήταν πρώτα να δούμε ποια κανάλια πληρούν τις προϋποθέσεις και μετά να δούμε πόσα μπορούν τεχνικά να εκπέμπονται; Όμως, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρέπει να έχουμε μικρότερο αριθμό πανελλαδικής εμβέλειας καναλιών, προτείνοντας από τα 8 που είναι σήμερα να πάμε, σύμφωνα με δήλωση του Νίκου Παππά σε συνέντευξη στο SBC, σε «λιγότερες από πέντε άδειες, τόσες ώστε να διασφαλίζουμε ότι θα διαμορφωθούν βιώσιμα σχήματα», δηλ. σε τέσσερις ή τρεις. Η επιχειρηματολογία γι’ αυτό είναι ότι εάν τα κανάλια δεν είναι οικονομικά εύρωστα, θα είναι διαρκώς ελλειμματικά και υπερχρεωμένα (σήμερα τα μεγάλα ΜΜΕ έχουν ήδη συσσωρευμένα χρέη 800 εκατομμύρια ευρώ) και θα εξαρτώνται από τον τραπεζικό δανεισμό και γενικά ροές χρηματοδότησης από επιχειρηματικά συμφέροντα, συντηρώντας τον φαύλο κύκλο της διαπλοκής. Αντίθετα, λιγότερα κανάλια, προσαρμοσμένα στην πραγματικότητα μιας συνολικής διαφημιστικής δαπάνης που είναι στο 1/3 σε σχέση με το 2007 (τότε η τεκμαρτή διαφημιστική δαπάνη ήταν 600 εκατομμύρια, σήμερα περίπου 200), θα μπορούν να είναι οικονομικά ανεξάρτητα. Από εκεί και πέρα, η κυβέρνηση αντιπροτείνει τις θεματικές άδειες και τις άδειες περιφερειακής εμβέλειας για τους υπόλοιπους επενδυτές στα ΜΜΕ.

Η επιχειρηματολογία αυτή θα έστεκε, εάν είχαμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση που είχε δείξει άλλα δείγματα γραφής. Όμως, στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση και ο Νίκος Παππάς θέλουν να χρησιμοποιήσουν τον αριθμό των αδειών ως ένα ιδιότυπο φόβητρο και μοχλό πίεσης. Από τη στιγμή που από τον αριθμό που θα αποφάσιζε ο Υπουργός κρινόταν, επί της ουσίας, και το ποια κανάλια θα συνεχίσουν να υπάρχουν (έστω και συγχωνευόμενα), πιέζονταν οι καναλάρχες να αποκτήσουν καλύτερες σχέσεις με την κυβέρνηση. Με δεδομένη την προκλητική έκταση της διαπλοκής και διαφθοράς του μηντιακού κατεστημένου, ακόμη και αυτό θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό, εάν επρόκειτο να σημάνει βελτίωση της ενημέρωσης και της ποιότητας του προσφερόμενου προγράμματος. Όμως, αυτό που αντιμετωπίζουμε είναι απλώς η προσπάθεια να βρεθεί χώρος για νέους παίκτες, ξεκινώντας από την Real TV του κ. Χατζηνικολάου, και να πιεστούν οι υπόλοιποι στην ανάγκη στενής εξυπηρέτησης των κυβερνητικών σχεδιασμών.

Όλα αυτά είχαν και μία προϋπόθεση ακόμη: το ΕΣΡ να μπορεί να χειριστεί σωστά το θέμα της δημοπρασίας των αδειών. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θεωρούσε ότι η σύνθεση του προηγούμενου ΕΣΡ ήταν εμπόδιο και προσπαθούσε να την αλλάξει, επικαλούμενη το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός των μελών του ήταν με παρατάσεις θητείας με βάση προηγούμενες νομοθετικές παρεμβάσεις. Για το σκοπό αυτό επεδίωκε την αλλαγή του. Όμως, ο ορισμός μέλους του ΕΣΡ απαιτεί την απόφαση των 4/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής (ενός οργάνου που αποτελείται από τον πρόεδρο και τις/τους αντιπροέδρους της Βουλής, τους διατελέσαντες προέδρους που είναι βουλευτές, τους προέδρους των διαρκών επιτροπών, τον πρόεδρο της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας, τους προέδρους των κοινοβουλευτικών ομάδων και εκπρόσωπο των ανεξάρτητων βουλευτών εάν είναι πάνω από 5), κοινώς απαιτεί ευρύτερη διακομματική συναίνεση, όπως ορίζει το Σύνταγμα για τις Ανεξάρτητες Αρχές. Σε μια προηγούμενη φάση, η κυβέρνηση κατηγόρησε την τότε Πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου ότι σκοπίμως κωλυσιεργούσε, δήθεν για να υποστηρίξει την μητέρα της και προεδρεύουσα του ΕΣΡ, δημοσιογράφο Λίνα Αλεξίου, παρότι η ίδια η Πρόεδρος της Βουλής είχε δηλώσει ότι θα απέχει της διαδικασίας, ακριβώς λόγω της συγγενικής σχέσης. Σε μία επόμενη φάση, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση επεδίωξε να ξεπεράσει το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί με τις παρατάσεις των θητειών των μελών του ΕΣΡ, στο φόντο και σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, προβλέποντας με το άρθρο 55, παρ. 10 του Ν. 4339/2015 ότι «καταργείται η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 12 του ν. 4055/2012 και από την έναρξη ισχύος του παρόντος αποχωρούν αυτοδικαίως από τη θέση τους τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών, των οποίων έχει λήξει η αρχική θητεία». Παράλληλα, έκανε μια συμφωνία με την πλευρά Καραμανλή – Μεϊμαράκη για τη σύνθεση του ΕΣΡ, με καθοριστικό τον ρόλο πάλι του Νίκου Χατζηνικολάου, που πληροφορίες αναφέρουν ότι σε ανύποπτο χρόνο διαμήνυε μια σύνθεση του ΕΣΡ πολύ κοντά σε αυτή που τελικά πρότεινε ο Νίκος Βούτσης.

Όμως, η… άλλη γνώμη που είχε η βάση της ΝΔ ανέτρεψε αυτά τα σχέδια, εφόσον εξελέγη ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο τελευταίος δεν είχε κανένα λόγο να τηρήσει τις συμφωνίες που είχαν συναφθεί προηγουμένως, όχι μόνο λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του με άλλους πόλους διαπλοκής, αλλά και γιατί πολιτικά αντιλήφθηκε ότι για να φαντάζει το νεοφιλελεύθερο αντίπαλο δέος στον Τσίπρα, έπρεπε να μην πηγαίνει με πρακτικές συμπόρευσης με την κυβέρνηση. Άλλωστε, τα ντόπια και ξένα κέντρα που τον στήριξαν θέλουν έναν αυτοτελή ισχυρό νεοφιλελεύθερο πόλο και όχι μια συμπορευόμενη με το ΣΥΡΙΖΑ μεγάλη παραλλαγή των ΑΝΕΛ.

Αυτό μας έφερε στο αδιέξοδο στη Διάσκεψη των Προέδρων που δεν μπόρεσε να ορίσει νέο ΕΣΡ. Η κυβέρνηση προσπάθησε να κάνει δύο ελιγμούς. Ο ένας ήταν να αυξήσει με τροπολογία τον αριθμό των μελών του ΕΣΡ ώστε να υπάρχει ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο παρουσίας μελών προσκείμενων στην αντιπολίτευση. Ο άλλος ήταν η δήλωση του Νίκου Παππά ότι εάν «η ΝΔ συναινέσει στη συγκρότηση του ΕΣΡ, η Βουλή θα αποφασίσει για τον αριθμό των τηλεοπτικών αδειών». Δηλαδή, πρότεινε να έρθει τροπολογία που θα μετέφερε την απόφαση για τον αριθμό των αδειών από τον υπουργό στη Βουλή, ώστε να υπάρχει συναίνεση και σε αυτό τον κρίσιμο κόμβο. Ωστόσο, και πάλι η ΝΔ αρνήθηκε, προφανώς και για λόγους γενικής αντιπολιτευτικής τακτικής και με βάση το γεγονός ότι η παράταση της σημερινής κατάστασης ευνοεί την υπάρχουσα διαπλοκή που στηρίζει ανοιχτά σε όλα τα επίπεδα τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Αντιμέτωπη με ένα συνεχιζόμενο αδιέξοδο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα πάρει «νομοθετικές πρωτοβουλίες» για να ξεπεραστεί. Αυτό βέβαια, είναι ένας ευφημισμός με τον οποίο, ιδίως τα τελευταία χρόνια, οι κυβερνήσεις αποκαλούν τα νομοθετικά πραξικοπήματα. Σύμφωνα με αυτά που διαρρέουν οι κυβερνητικοί κύκλοι, αυτό θα σήμαινε μία αλλαγή του τρόπου εκλογής του ΕΣΡ για να ξεμπλοκάρει η διαδικασία. Όμως, η πρόβλεψη να ορίζονται οι Ανεξάρτητες Αρχές με συναίνεση ή τουλάχιστον με τα 4/5 της Διάσκεψης των Προέδρων είναι συνταγματική (άρθρο 101Α, παρ. 2 του Συντάγματος) και δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Ακόμη και αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής για να τροποποιηθεί η σύνθεση της Διάσκεψης δεν αναιρεί την απαίτηση της αυξημένης πλειοψηφίας και της υπερκομματικής συναίνεσης.

Η άλλη κατεύθυνση την οποία διαρρέουν οι κυβερνητικοί κύκλοι και την οποία υπαινίχτηκε ο αρμόδιος Υπουργός Νίκος Παππάς, όταν δήλωσε ότι το Σύνταγμα «αποδίδει αποκλειστικά στο ΕΣΡ μόνο την αρμοδιότητα ελέγχου και επιβολής κυρώσεων», ήταν η παράκαμψη του ΕΣΡ ως προς τη διαδικασία αδειοδότησης. Αυτό στηρίζεται σε δύο επιχειρήματα: το ένα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, που αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό την ώθηση για την διαμόρφωση των Ανεξάρτητων Αρχών (ας μην ξεχνάμε ότι αυτές διαχειρίζονται πανευρωπαϊκά τη «ρύθμιση» ιδιωτικοποιημένων κλάδων όπως οι τηλεπικοινωνίες), δεν προβλέπει υποχρεωτική ύπαρξη Ανεξάρτητης Αρχής για τη ραδιοτηλεόραση. Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι σε όλη σχεδόν την Ευρώπη παρατηρούμε την ύπαρξη και λειτουργία ανεξάρτητων εποπτικών αρχών για τη ραδιοτηλεόραση, για την ακρίβεια 35 από τις 39 χώρες του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου,[1] ενώ και η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει σχετικές προβλέψεις για τη λειτουργία και συνεργασίας τω αρμόδιων ανεξάρτητων αρχών ραδιοτηλεόρασης των κρατών-μελών.

Το άλλο είναι ότι το Σύνταγμα αναφέρεται αποκλειστικά σε έλεγχο και αυτό δεν αφορά την αδειοδότηση, αλλά την παρακολούθηση της λειτουργίας, την επιβολή κυρώσεων κ.λπ. Ειδικά το δεύτερο επιχείρημα είναι κυριολεκτικά έωλο, καθώς είναι παραπάνω από προφανές πως όταν το Σύνταγμα αναφέρεται σε αρμοδιότητα ελέγχου σε ό,τι αφορά την εξασφάλιση της αντικειμενικότητας στην μετάδοση πληροφοριών και την ποιότητα στο πρόγραμμα, αυτό δεν μπορεί παρά να αφορά και τη διαδικασία αδειοδότησης και όχι μόνο τα πρόστιμα μετά. Άλλωστε, ο 2328/1995 προέβλεπε ρητά ότι ο Υπουργός αδειοδοτεί μετά από σύμφωνη γνώμη του ΕΣΡ (άρθρο 2, παρ. 1: «οι άδειες […] χορηγούνται και ανακαλούνται με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ενημέρωσης μετά από σύμφωνη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης»), ενώ και ο 4339/2015 ρητά αποδίδει την αρμοδιότητα της όλης διαδικασίας στο ΕΣΡ. Ακόμη και εάν πάμε στην έννοια της «σύμφωνης γνώμης» είναι σαφές ότι το ΕΣΡ δεν παρακάμπτεται. Να το πούμε και διαφορετικά: ακόμη και εάν η κυβέρνηση θεσμοθετήσει την παράκαμψη του ΕΣΡ για την αδειοδότηση, επικαλούμενη και το γεγονός ότι η προώθηση του σχετικού πλαισίου αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση για την αξιολόγηση από τους θεσμούς, είναι προφανές ότι οι σχετικές αποφάσεις πολύ δύσκολα θα αντέξουν στα δικαστήρια.

Μα τι θα γίνει με τη διαπλοκή; – επιμένουν να απαντούν οι εκπρόσωποι της κυβερνητικής πλευράς σε όποιον εγείρει αντιρρήσεις για τη διαδικασία. Θα πρέπει να συνεχίσει η ασυδοσία των καναλαρχών; Εδώ ακριβώς είναι και η ουσία του ζητήματος. Όντως, η παράταση της ισχύουσας κατάστασης ευνοεί την προηγούμενη διαπλοκή. Όντως, επίσης, κατά τη γνώμη μου, οι Ανεξάρτητες Αρχές, σε πλευρές της λειτουργίας τους, κύρια το πώς υπέρκεινται των δημοκρατικά εκλεγμένων θεσμών, εκπροσωπούν περισσότερο τη μεταδημοκρατία παρά τη συνεννόηση. Όμως, αυτή η κυβέρνηση δεν έχει πείσει ότι ετοιμάζεται να προχωρήσει σε ένα μίνι νομοθετικό πραξικόπημα για να βελτιώσει τα πράγματα.

Αυτό θα σήμαινε να είχε κινηθεί αλλιώς. Θα σήμαινε, για παράδειγμα, άλλου είδους παρεμβάσεις για να βελτιωθούν τα πράγματα στο υπάρχον τοπίο και όχι απλώς επιλεκτικές πιέσεις σε «αδύναμους κρίκους» (π.χ. Σταύρος Ψυχάρης) για να παίρνουν το μήνυμα οι λοιποί «παίκτες». Θα σήμαινε θεσμική επεξεργασία μορφών δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου στην ποιότητα της ενημέρωσης. Θα σήμαινε άλλες μορφές και πρακτικές για τη διαφάνεια στο ισχύον τοπίο. Θα σήμαινε ότι η επανεκκίνηση της ΕΡΤ θα σηματοδοτούσε πραγματικά τον αντίπαλο πόλο στη διαπλοκή και όχι απλώς τη επιστροφή φθαρμένων λύσεων, με παρελθόν στο μηντιακό σύστημα, όπως ο Λάμπης Ταγματάρχης, και μια λειτουργία που από ορισμένες πλευρές είναι μια ευπρεπέστερη ΝΕΡΙΤ ως προς τη φιλοκυβερνητική στάση.

Όμως, όλα αυτά δεν έγιναν, επομένως είναι παραπάνω από εύλογη η εκτίμηση ότι αυτό που επιδιώκει η κυβέρνηση δεν είναι το ξεκαθάρισμα του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, ούτε η πάταξη της διαπλοκής, αλλά η διαμόρφωση της δικής της διαπλοκής. Όταν αντιγράφεις τα συστημικά κόμματα στο πρόγραμμα, θα τα αντιγράψεις κάποια στιγμή και στη μεθόδευση.

______

[1] Δηλαδή των 27 χωρών τις ΕΕ, των 4 χωρών του ΕΟΧ (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία, Ελβετία), των 3 υποψηφίων προς ένταξη στην ΕΕ χωρών (Κροατία, ΠΓΔΜ, Τουρκία) και των πιθανών υποψήφιων προς ένταξη χωρών (Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Σερβία, Κόσσοβο).

unfollow