Ιάσονας Σχινάς - Παπαδόπουλος

Tου Χρήστου Νάτση

Αν ορθώς «τρώει ξύλο» ο Ιάσονας Σχινάς – Παπαδόπουλος, το τρώει γι’ αυτό: για την αδυναμία να πει «έτσι γίνεται η δουλειά», χωρίς να εμπλέξει ηθικολογικές και κλαψιάρικες δικαιολογήσεις.

Στην υπόθεση του «ράπερ γραμμματέα» και των «διορισμών των συγγενών του», που έφερε στο προσκήνιο το Πρώτο Θέμα, συμπλέκονται δύο διακριτά θέματα: αυτό των μετακλητών υπαλλήλων και αυτό της απάντησης του Ιάσονα Σχινά – Παπαδόπουλου. Τα δύο θέματα είναι διαφορετικής τάξης, εύκολα αποσυνδέσιμα σε θεωρητικό επίπεδο.

Το πρώτο είναι νομίζω αρκετά απλό: οι μετακλητοί υπάλληλοι είναι αυτοί που βοηθούν την χάραξη και άσκηση της πολιτικής. Δεν πρόκειται για μόνιμους υπαλλήλους αλλά για συμβούλους που καταλαμβάνουν πολιτικές θέσεις περιορισμένης διάρκειας. Οργανικά συνδεδεμένοι με το πρόσωπο το οποίο υπηρετούν, παύουν να είναι υπάλληλοι μόλις και το πολιτικό πρόσωπο παύσει να κατέχει την θέση του, βουλευτή ή υπουργού. Είναι απόλυτα λογικό λοιπόν να προέρχονται από τις τάξεις του εκάστοτε κόμματος, την πολιτική γραμμή του οποίου θα υποστηρίξουν με τη δουλειά τους. Καθόλου παράλογο επίσης να προέρχονται συνήθως  κι τα από τα πιο μαχητικά τμήματά του, αυτά που είναι προσδεμένα σ’ αυτό έως θανάτου, ήγουν «τα κομματόσκυλα». (Και καμία έκπληξη δεν προκαλεί το να συνδέονται κάποια από αυτά συγγενικά, προερχόμενα από οικογένειες που πορεύονται πολιτικά μαζί.)

Προσοχή! Δεν χρησιμοποιώ εδώ τον όρο «κομματόσκυλα» υποτιμητικά. Ίσα ίσα. Από την εποχή του Ρόμπερτ Μίχελς και μετά γνωρίζουμε πως η κομματική δουλειά είναι μια κανονική εργασία που απαιτεί απόλυτο δόσιμο. Ο κομματικός εργάτης είναι αυτός που θα αναλάβει να κινήσει τη δημοκρατία ως σύστημα κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία. Από την αφισοκόλληση μέχρι την μηχανοργάνωση, από το μοίρασμα φυλλαδίων μέχρι το γράψιμο λόγων, μια σειρά δουλειές απαιτούν την κινητοποίηση ανθρώπινων δυνάμεων. Το ότι ο αφισοκολλητής ενδέχεται να γίνει πολιτικός σύμβουλος είναι η δικαίωση μιας πορείας δοσίματος σ’ έναν μηχανισμό. Έτσι δουλεύουν οι δημοκρατίες όταν δεν υποκύπτουν στις σειρήνες του τεχνοκρατισμού. Και καλά κάνουν.

Το δεύτερο ζήτημα είναι λίγο πιο σύνθετο, στον βαθμό που εδώ επιχειρείται η τεκμηρίωση μιας απόλυτα λογικής πρακτικής στην ύπαρξη ενός ηθικού πλεονεκτήματος. Πρόκειται για την πρώτη αντίδραση του Ιάσονα Σχινά – Παπαδόπουλου, ένα κείμενο δημοσιευμένο Στο Κόκκινο, όπου με ηθική αγανάκτηση επικαλείται την ιστορία της οικογένειάς του στην Αριστερά και την προσωπική συμμετοχή του σε αγώνες για να παρουσιάσει την επιλογή μετακλητών ως ηθική και ανώτερη. Αν ορθώς «τρώει ξύλο» ο Ιάσονας Σχινάς – Παπαδόπουλος, το τρώει γι’ αυτό: για την αδυναμία να πει «έτσι γίνεται η δουλειά», χωρίς να εμπλέξει ηθικολογικές και κλαψιάρικες δικαιολογήσεις. Ακόμα και η δεύτερη ανακοίνωση του Σχινά – Παπαδόπουλου στην Αυγή, παρότι παραδέχεται πλέον τον ρεαλισμό της κατάστασης δεν παύει ωστόσο να ηθικίζει απέναντι στους «νεοφιλελεύθερους» που ανέσυραν το θέμα.

Η αδυναμία αυτή προφανώς έχει ρίζες και στον τρόπο που έχει συγκροτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τον πολιτικό του λόγο από την εποχή που ήταν στην αντιπολίτευση. Οι προεκλογικές κορώνες που ευαγγελίζονταν την απόλυτη αλλαγή, όταν ήρθαν αντιμέτωπες με το αίτημα της άσκησης διακυβέρνησης, αντί να οδηγήσουν στην αλλαγή του λόγου, αλλαγή που θα ακολουθούσε και την αλλαγή του τρόπου διαχείρισης, οδήγησαν σε ένα γκροτέσκο υβρίδιο: ο ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθεί να καταλάβει το κράτος, εμμένοντας στην αφηρημένη ηθικολογική λογική του. Πάνω στο μοτίβο του «εφαρμόζουμε τη συμφωνία αλλά δεν την πιστεύουμε», οικοδομήθηκε ένα modus πολιτικής πρακτικής, το οποίο τη στιγμή που κάνει κάτι, ταυτόχρονα κλαψουρίζει γι’ αυτό. Όταν όμως ανακατεύεσαι υπερβολικά με τις ηθικολογίζουσες κλάψες, είναι λογικό να σε φάνε το Πρώτο Θέμα και οι Μπογδάνοι.

unfollow