9xronos-mone-trelainei-filotexnous-08

του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη

Τα χαράματα τον είχαν βρει ξάγρυπνο. Δεν είχε μπορέσει να κλείσει μάτι ούτε για ένα λεπτό. Είχε σηκωθεί από το κρεβάτι σαν χαμένος κι έφτιαξε καφέ, όπως κάθε μέρα. Καπνίζοντας στο μπαλκόνι ούτε που κατάλαβε ότι πέρασε η ώρα. Ετοιμάστηκε βιαστικά και βγήκε από το σπίτι.

Όμως, εκείνη τη μέρα τα πόδια του, αντί να πάνε μπροστά με κατεύθυνση το σχολείο, του φαινόταν πως γύριζαν προς τα πίσω.

Ήταν μέρα απεργίας.

Δεν θυμόταν ποτέ μέρα απεργίας να πάει προς το σχολείο. Όχι ότι πίστευε όλες τις φορές πως η απεργία που έκανε θα έφερνε κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Κάθε άλλο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που θεωρούσε πως ήταν προσχηματικές, όμως, σε κάθε περίπτωση πίστευε πως είναι προτιμότερο να κάνεις κάτι από το να μην κάνεις τίποτα.

Ύστερα, ήταν κι εκείνα τα λόγια του Καζαντζάκη, που του τρυπούσαν το μυαλό και του θέριευαν την ψυχή:

“Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.”

Σαν τα έφερνε στο νους του λες και αποτελούσαν πρόσταγμα για τα πόδια του, κι εκείνα τον οδηγούσαν μακριά από το σχολείο, προς το μέρος της συγκέντρωσης και της διαμαρτυρίας.

Τον τελευταίο μήνα, του έπεσαν, όμως, πολλά μαζεμένα. Λογαριασμοί, ενοίκια, δόσεις, γιατροί, φάρμακα. Μάταια έψαχνε στις τσέπες για να βρει κάποιο ξεχασμένο χαρτονόμισμα.

Αυτός ήταν και ο λόγος που εκείνο το πρωινό η θέλησή του λύγισε και με βαριά καρδιά πέρασε την πόρτα του σχολείου σε μέρα απεργίας.

Σκεφτόταν όλους αυτούς που τον έφεραν σε τόσο δεινή θέση. Δεν τους μισούσε, δεν μπορούσε να τους μισήσει. Όμως, μισούσε τα όσα έλεγαν και κυρίως τα όσα έκαναν. Μισούσε τα ψέματά τους, την υποκρισία τους, τη διγλωσσία τους, εκείνο το ύφος το λυπημένο που έδειχνε, τάχα, το πόσο υπέφεραν που τόσος κόσμος βρέθηκε ένα βήμα πριν την απόγνωση και την τρέλα.

Τα έβαλε με τον εαυτό του, που τους έδωσε το δικαίωμα, εκείνο το πρωινό, να προδώσει τις αρχές του.

Η μέρα στο σχολείο πέρασε δύσκολα. Του φάνηκε αιώνας. Απέφευγε να κοιτάει τους μαθητές στα μάτια κι αναρωτήθηκε τι σόι δάσκαλος ήταν αυτός που άφησε να κυλίσει μια ολόκληρη μέρα, χωρίς τα βλέμματα των μαθητών του;

Γύρισε στο σπίτι και οι κουβέντες του έβγαιναν με το ζόρι λες και είχε ξεχάσει να μιλάει και έπρεπε να μάθει από την αρχή να συλλαβίζει.

Έψαχνε να βρει κάποιο λόγο που θα μπορούσε να τον ξαλαφρώσει. Είπε να τα βάλει με τους «πουλημένους» του σωματείου του αλλά ένιωσε περισσότερο φταίχτης. Μετά αναρωτήθηκε μήπως έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται πως οι κυβερνώντες χαίρονται όταν οι απεργίες έχουν μεγάλη συμμετοχή γιατί εξοικονομούν έτσι χρήματα. Κατέληξε πως το επιχείρημα αυτό είναι το λιγότερο αστείο. Αν ήταν έτσι, δεν θα ζητούσαν την ονομαστική καταγραφή των απεργών, ούτε θα έβγαζαν παράνομες τόσες και τόσες απεργίες. Του φαινόταν αδιανόητο να δεχτεί πως οι κυβερνώντες εύχονταν η συμμετοχή στην απεργία να είναι 100% ώστε να εξοικονομήσουν το μέγιστο ποσό χρημάτων.

Κλείστηκε στο δωμάτιό του, έσφιξε τα δόντια τόσο που λίγο ακόμη και θα έσπαγαν και ξέσπασε σε λυγμούς. Ούτε που κατάλαβε πόση ώρα βρισκόταν σ’ αυτή την κατάσταση και πότε τον πήρε ο ύπνος.

Χρειάστηκε να περάσουν κάποιες μέρες μέχρι να ανακτήσει την αυτοεκτίμησή του.

Μέχρι που πλησίαζε η μέρα για μια νέα απεργία, πανεργατική και πανεκπαιδευτική. Τα ίδια διλήμματα, οι ίδιες δυσκολίες έκαναν πάλι την εμφάνισή τους. Θυμήθηκε έναν συνάδελφό του, από αυτούς που βγήκαν σε διαθεσιμότητα που του είχε πει πως δεν είχε κάνει ποτέ του απεργία και πως εκ των υστέρων κατάλαβε το λάθος που έκανε αλλά, δυστυχώς, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.

Δεν θα ήθελε με τίποτα να πει το ίδιο μετά από καιρό. Είχε κι εκείνος τον Καζαντζάκη που διάβασε πρόσφατα να του «επιτίθεται» διαρκώς:

«Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!»

Το πήρε απόφαση. Ετούτη τη φορά δεν θα λυγούσε όπως την προηγούμενη.

«Θα κόψω το τσιγάρο για ένα μήνα» σκέφτηκε «αλλά δεν θα τους κάνω τη χάρη να υποκύψω στις υποχρεώσεις, ούτε θα κάνω σημαία την απεργοσπασία και ιδεολογία την παράδοση άνευ όρων».

Ένιωσε καλύτερα. Μόλις είχε κερδίσει μια μεγάλη μάχη. Ίσως τη μεγαλύτερη, αυτή με τον εαυτό του.

Σκέφτηκε πάλι τους κυβερνώντες μα ούτε αυτή τη φορά μπόρεσε να τους μισήσει. Μόνο μια λύπη, ανεξήγητη, ένιωσε γι’ αυτούς

Ίσως επειδή δεν κέρδισαν ποτέ μια τέτοια μάχη και δεν ένιωσαν ποτέ το συναίσθημα που ένιωθε αυτός εκείνη τη στιγμή. Ένιωσε δυνατός, ικανός να πετύχει ακόμη κι αυτά που μοιάζουν αδύνατα.

Δίχως να το καταλάβει βρέθηκε στον τόπο της συγκέντρωσης. Βάδιζε δίπλα με πολλούς, πάρα πολλούς που έδωσαν τη δική τους μάχη και την κέρδισαν. Το έβλεπε στην έκφραση του προσώπου τους.

Ήταν έτοιμοι για το «αδύνατο»!

Advertisements