του Γιάνη Βαρουφάκη

Η κρίση στην Ευρώπη πρόκειται να εισέλθει στην πιο επικίνδυνη της φάση. Μετά την αποφασιστικό ξυλοφόρτωμα μιας Ελληνικής κυβέρνησης, που επί πέντε μακρούς μήνες δεν δεχόταν να δεχθεί ακόμα μια συμφωνία του «επιμηκείνειν και υποκρινεσθαι», οι Ευρωπαίοι ηγέτες τώρα καταπιάνονται πυρετωδώς με τον σχηματισμό καινούριων πολεμικών μετώπων στην Ευρωζώνη.

Καθώς το προσφυγικό θέμα εκθέτει την ζημιά που προκαλούν οι αποκλίνουσες οικονομικές προοπτικές και τα καταθλιπτικά επίπεδα της ανεργίας των νέων στην Ευρωπαϊκή περιφέρεια, οι συνέπειες αυτών των καινούριων εντάσεων είναι ανησυχητικές.

Τρείς Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν πρόσφατα κάνει δημόσιες τοποθετήσεις που εκφράζουν επαρκώς τις επικείμενες δυσκολίες της Ευρώπης και το υποβόσκων μακροοικονομικό πρόβλημα που τις προκαλεί: ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντζι, ο Γάλλος υπουργός οικονομικών Εμανουέλ Μακρόν και ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανκ Σόιμπλε.

Την εβδομάδα αυτή, ο Κος Ρέντζι κόντεψε να διαλύσει, έστω και ρητορικά, τους οικονομικούς κανόνες πάνω στους οποίους το Βερολίνο έχει επενδύσει τόσα πολλά και για τόσο καιρό. Με μια αξιοσημείωτη κίνηση αμφισβήτησης, αμφισβήτησε το δικαίωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο να διατάζει την Ρώμη σχετικά με τον Ιταλικό προϋπολογισμό. Απείλησε δε ότι αν η Επιτροπή τον απορρίψει, θα ξαναστείλει ακριβώς τον ίδιο στις Βρυξέλλες.  Είναι κατανοητό ότι αυτή η στάση προκάλεσε πρωτοφανείς επικεφαλίδες όπως το “Κατεδαφίζει ο Ρέντζι το χρηματοοικονομικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης;”

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα λόγια του Ιταλού πρωθυπουργού ακούγονται εμπρηστικά στο Βερολίνο. Αυτό που κάνει την δήλωση του προηγούμενου Σαββατοκύριακου να ξεχωρίζει, είναι ότι έγινε μετά από πολλούς μήνες, κατά την διάρκεια των οποίων ο υπουργός οικονομικών της Ιταλίας, Πιερκάρλο Παντοάν, προσπαθούσε να επιδείξει την προσήλωση της Ρώμης στους “κανόνες” της Ευρωζώνης και στην ατζέντα του Γερμανικού υπουργείου οικονομικών.

Η εκρηκτική δήλωση του Ρέντζι υπονομεύει την στρατηγική του ίδιου του υπουργού οικονομικών και αυτό δεν γίνεται τυχαία. Ο Ιταλός πρωθυπουργός έχει καταλάβει πως η προσκόλληση στην φιλάργυρη λογική του Βερολίνου θα οδηγήσει την Ιταλική οικονομία, και τα δημοσιονομικά της, σε περαιτέρω στασιμότητα και ακόμα μεγαλύτερη μείωση του Ιταλικού χρέους σε σχέση με το εθνικό εισόδημα. Ο Ρέντζι όμως είναι ένας ικανότατος πολιτικός που γνωρίζει πως αυτός ο δρόμος οδηγεί κατευθείαν στην εκλογική του καταστροφή.

Ο Εμμανουέλ Μακρόν απέχει παρασάγγας από τον Ματέο Ρέντζι τόσο όσο προς το ύφος όσο και ως προς την ουσία. Ο υπουργός οικονομικών της Γαλλίας, ένας τραπεζίτης που έγινε πολιτικός, είναι ο μόνος υπουργός του Φρανσουά Ολάντ που συνδυάζει την σοβαρή αντίληψη για τις μακροοικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η Γαλλία και η Ευρώπη, όσο και την φήμη, στο Βερολίνο, ενός αναδιαρθρωτή και σεβαστού συνομιλητή. Έτσι, όταν ο Μακρόν μιλά δημόσια για έναν επικείμενο θρησκευτικό πόλεμο μέσα στην καρδιά της Ευρώπης, ανάμεσα στην Καλβινιστική Γερμανοκαθοδηγούμενη Βορειοανατολική Ευρώπη και την, κατά βάση,  Καθολική περιφέρεια, αξίζει να δώσουμε προσοχή.

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είναι ο τρίτος από τους πολιτικούς των οποίων τα σχόλια για την παρούσα πορεία της Ευρωπαϊκής οικονομίας απεικονίζουν, αν τα δούμε όλα μαζί, το αδιέξοδο της Ευρώπης.  Επί χρόνια, ο υπουργός οικονομικών τις Γερμανίας παίζει ένα μακρόπνοο παιχνίδι αποσκοπώντας, εν τέλει, στη πραγμάτωση του οράματός του για την βέλτιστη αρχιτεκτονική της Ευρώπης εντός των πολιτικών και πολιτισμικών περιορισμών που εκείνος θεωρεί δεδομένους.

Το σχέδιο Σόιμπλε για την Ευρωζώνη, όπως το έχω βαπτίσει, ζητά την στήριξη του Ευρώ από μια περιορισμένη πολιτική ένωση. Εν ολίγοις, ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ θα ήθελε ένα θεσμοθετημένο Eurogroup του οποίου ο πρόεδρος να έχει δικαίωμα βέτο επί των εθνικών προϋπολογισμών (κυρίως της Γαλλίας και της Ιταλίας). Αυτό θα νομιμοποιείτε από ένα Ευρωεπιμελητήριο αποτελούμενο από βουλευτές των χωρών-μελών της Ευρωζώνης. Η “ανταμοιβή” που προσφέρει ο Σόιμπλε στην Γαλλία και την Ιταλία, σε ανταπόδοση για τη παραίτησή τους  από τον έλεγχο των προϋπολογισμών τους, είναι η υπόσχεση ενός μικρού προϋπολογισμού (για όλη την Ευρωζώνη) από τον οποίο θα χρηματοδοτείται μερικώς η ανεργία και οι ασφάλεια των τραπεζικών καταθέσεων.

Μια τέτοια απολυταρχική και απολιτική ένωση δεν θα γίνει εύκολα δεκτή στο Παρίσι. Οι Γαλλικές ελίτ ανέκαθεν αντιστάθηκαν στο να παραδώσουν την κυριαρχία τους. Παρ ότι πολιτικοί όπως ο Μακρόν έχουν δεχθεί σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα να μεταφερθεί η δυνατότητα αυτοδιάθεσης του προϋπολογισμού προς τα “κεντρικά”, ανησυχούν ότι το σχέδιο Σόιμπλε τους ζητά πάρα πολλά προσφέροντας σε αντάλλαγμα πολύ λίγα. Ανησυχούν ότι καλούνται να δεχθούν σκληρούς περιορισμούς στην δημοσιονομική ελευθερία της Γαλλίας ενώ το προτεινόμενο πανευρωπαϊκό προϋπολογισμός θα είναι τόσο μικρός που, μακροοικονομικά θα καταστεί ασήμαντος.

Όμως ακόμα και αν ο Μακρόν ήθελε και τα κατάφερνε να πείσει τον πρόεδρό του να δεχτεί το σχέδιο του Σόιμπλε δεν είναι καθόλου σαφές εάν η Καγκελάριος Μέρκελ θα συναινούσε στα σχέδια του υπουργού της των οικονομικών. Οι ιδέες του Σόιμπλε δεν έχουν πείσει μέχρι στιγμής, ούτε εκείνοι αλλά ούτε και την Bundesbank (η οποία, μέσο του προέδρου της, Jens Weidmann, έχει υπάρξει εξαιρετικά αρνητική προς οποιοδήποτε βαθμό αμοιβαιότητας, ακόμα και στην περιορισμένη έκδοση που προτίθεται να δώσει ο Σόιμπλε με αντάλλαγμα τον έλεγχο των προϋπολογισμών της Γαλλίας και της Ιταλίας).

Καθώς ήταν εγκλωβισμένος ανάμεσα στην διστακτική Καγκελάριο και το απρόθυμο Παρίσι, ο Σόιμπλε φαντάστηκε πως ένα Grexit θα τον βόλευε μια χαρά: ότι η αναταραχή που θα προκαλούσε κάτι τέτοιο θα τον βοηθούσε να πείσει τόσο τους Γάλλους όσο και τους συναδέλφους του στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση για την αναγκαιότητα του σχεδίου του. Ενώ αναμένει το τρίτο “πρόγραμμα” για την Ελλάδα να σκοντάψει πάνω στις ίδιες του της ανοησίες, το Γερμανικό υπουργείο οικονομικών οχυρώνεται προσμένοντας τις μελλοντικές μάχες.

Τον περασμένο Σεπτέμβρη, ο Σόιμπλε μοίρασε στους συναδέλφους του της Ευρωζώνης ένα non-paper που περιέγραφε τρείς προτάσεις για την πρόληψη μιας νέας κρίσης στο Ευρό. Πρώτο, τα ομόλογα των κρατών μελών της Ευροζώνης θα πρέπει να περιέχουν όρους που θα καθιστούν εύκολη την αθέτηση των υποχρεώσεων τους προς τους ομολογιούχους. Δεύτερο, οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα πρέπει να αλλάξουν ώστε οι εμπορικές τράπεζες να μην μπορούν να καταχωρούν αυτά τα ομόλογα ως υπέρ-ασφαλή, ρευστά περιουσιακά στοιχεία. Και τρίτο, η Ευρώπη να εγκαταλείψει την ιδέα μίας κοινής ασφάλισης καταθέσεων, αντικαθιστώντας την με την δέσμευση να αφήνει τις τράπεζες να πτωχεύουν όταν σταματούν να πληρούν τις κεφαλαιακές προϋποθέσεις της ΕΚΤ.

Τέτοιες προτάσεις θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες το 1999 μιας και ίσως να είχαν περιορίσει την πλημμυρίδα κεφαλαίων προς την περιφέρεια κατά την πρώτη περίοδο του κοινού νομίσματος. Δυστυχώς, το 2015, και με δεδομένα τα δημόσια χρέη και τις τραπεζικές απώλειες που κρατούν τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, αυτοί οι κανόνες θα σήμαιναν ακόμα βαθύτερη ύφεση για την περιφέρεια και την σχεδόν βέβαιη διάλυση της Ευρωζώνης.

Οι Γάλλοι ρεφορμιστές, όπως ο Μακρόν, θεωρούν αυτές τις προτάσεις ως ένδειξη σοβαρής απομάκρυνσης, εκ μέρους της Γερμανικής κυβέρνησης, από το προαναφερθέν σχέδιο πολιτικής ένωσης του Σόιμπλε το οποίο μέχρι τώρα δεχόταν να σκεφτεί. Πρόσφατα,  απογοητευμένος από αυτό το πισωγύρισμα, ο Μακρόν άφησε την ενόχληση του να φανεί με φράσεις όπως: “Οι Καλβινιστές θέλουν να κάνουν τους υπόλοιπους να πληρώνουν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Θέλουν μεταρρυθμίσεις χωρίς να συμβάλλουν προς οποιαδήποτε συντροφικότητα.”

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο των δηλώσεων του Ρέντζι και του Μακρόν, είναι η απελπισία που αποκαλύπτεται. Το ότι ο Ρέντζι αγνοεί τους δημοσιονομικούς κανόνες που σπρώχνουν την Ιταλία βαθύτερα σε ένα αναπόφευκτο σπιράλ χρέους και αποπληθωρισμού είναι κατανοητό. Η αντίδρασή του όμως δεν οδηγεί πουθενά χωρίς προτάσεις για άλλους κανόνες. Η δυσκολία του Μακρόν, την οποία αντιλαμβάνεται πλήρως, είναι ότι δεν μπορεί να βρειι κάποιες οδυνηρές μεταρρυθμίσεις για να προτείνει στον Σόιμπλε οι οποίες και θα έπειθαν το Βερολίνο να δεχθεί τον βαθμό της ανακύκλωσης κεφαλαίων που είναι αναγκαία για να σταθεροποιήσουν την Γαλλία και την Ευρωζώνη.

Εν τω μεταξύ, η άσβεστη προσήλωση του Βερολίνου στην επιβολή ήδη υπαρχόντων κανόνων, οι οποίοι είναι ασύμβατοι με την επιβίωση της Ευρωζώνης , υπονομεύει περαιτέρω την θέση των Γάλλων και Ιταλών πολιτικών, οι οποίοι μέχρι πρόσφατα ήλπιζαν σε μια συμμαχία με το Βερολίνο. Μερικοί, όπως ο Ρέντζι αντιδρούν με τυφλή αμφισβήτηση. Άλλοι, όπως ο Μακρόν, αρχίζουν με θλίψη να αντιλαμβάνονται πως οι παρούσες πολιτικές και ο οργανωτικός σκελετός οδηγεί, εν τέλει, σε ένα ή δυο δυσοίωνα αποτελέσματα.  Μια επίσημη ρήξη ή μια συνεχόμενη αποστασιοποίηση που θα υποχρεώσει το ευρύτερο Ευρωπαϊκό επιχείρημα σε έναν βασανιστικό θάνατο.

Το παρήγορο σε αυτή την καινούρια καταιγίδα που δυναμώνει πάνω απο την Ευρώπη, είναι ότι αυτές οι άτολμες προτάσεις για πολιτική ένωση της ΕΕ χάνουν σταδιακά έδαφος. Το μόνο που θα σταθεροποιήσει την Ευρώπη είναι μια σειρά από σημαντικές μακροοικονομικές θεσμικές αλλαγές. Και το μόνο που μπορεί να επιβάλλει αυτές της αλλαγές είναι ένα κύμα που θα δημιουργηθεί από μια πανευρωπαϊκή δημοκρατική συμμαχία μεταξύ των πολιτών.

πηγή – tpp