Ψεκάστε, ψηφίστε, τελειώσατε;

Σκίτσο: Βαγγέλης Παπαβασιλείου

Του Γιώργου Παπαιωάννου

Εκλογές για σταθεροποίηση, εν μέσω αποσταθεροποίησης…

Και ξαφνικά, η προσφυγή στις κάλπες από κατάρα έγινε ευλογία για παράγοντες τόσο της εσωτερικής πολιτικής σκηνής, όσο και του εξωτερικού.

Μαξίμου και ΜΜΕ συχνά παρουσιάζουν τις εκλογές ως αποτέλεσμα αποκλειστικά των εσωτερικών θεμάτων στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι, όμως, προφανές ότι οι αιτίες είναι βαθύτερες και έχουν να κάνουν κυρίως με αυτό που συχνά έχει υποστηριχθεί από αυτές τις στήλες και δεν είναι άλλο από την αδυναμία σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του.

Οι «πάνω», πολιτικές ελίτ και κόμματα, δεν μπορούν να συνεχίσουν να κυβερνούν όπως πριν και κάθε λύση αποδεικνύεται εύθραυστη και προσωρινή. Αλλά και οι «κάτω» δεν θέλουν να συνεχίσουν να κυβερνούνται όπως μέχρι τώρα. Η προσδοκία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επέφερε σημαντικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και τη διακυβέρνηση, διαψεύστηκε με πάταγο, τροφοδοτώντας εκ νέου το κενό πολιτικής εκπροσώπησης της κοινωνικής πλειοψηφίας και την ολόπλευρη κρίση.

Αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού

Έτσι, η χώρα οδηγείται σε εκλογές με ανομολόγητους αλλά εμφανείς σκοπούς:

Πρώτον, να επικυρωθεί η μνημονιακή συνέχιση και εμβάθυνση. Αφού οι βασικές πολιτικές δυνάμεις κατέρχονται στον εκλογικό στίβο με πρόγραμμα το τρίτο μνημόνιο που μαζί έχουν ψηφίσει στη Βουλή και επιδιώκουν να κατοχυρωθεί σαν μόνη επιλογή για τον λαό.

Δεύτερον, να αναδιαταχθεί συνολικά το συστημικό πολιτικό σκηνικό. Να αποτυπωθούν νέοι συσχετισμοί, οδηγώντας το πολιτικό προσωπικό σε νέες συγκλίσεις και ευρύτερες συνεργασίες στην κατεύθυνση των συμφωνιών που έχουν συναφθεί με τους «δανειστές».

Τρίτον, να αναπαραχθούν οι κομματικοί μηχανισμοί και να υπάρξουν πιο συμπαγείς και ευθυγραμμισμένες κοινοβουλευτικές ομάδες. Κάτι που, φυσικά, ευνοείται από το αρχηγοκεντρικό σύστημα της «λίστας» που οδηγεί σε ασφυκτικά ελεγχόμενους λόχους «προθύμων» μέσα στο Κοινοβούλιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί η έγκριση -που είναι επιβεβαιωμένο ότι ζητήθηκε και δόθηκε- από τους «δανειστές» ώστε να διεξαχθούν εκλογές στο προτεκτοράτο. Οι παλιότερες ενστάσεις αποσύρθηκαν όταν συνέτρεξαν ορισμένοι βασικοί λόγοι.

Ο πρώτος είναι βέβαια η ψήφιση του τρίτου Μνημονίου στη Βουλή. Ο δεύτερος είναι η δέσμευση του Αλ. Τσίπρα να εκκαθαρίσει το κόμμα του από κάθε διαφορετική φωνή. Και ο τρίτος, η δρομολόγηση ευρύτερων αναδιατάξεων μέσα από τις εκλογές,, όπως περιγράφηκαν και πιο πάνω.

Έτσι, τα αποτρεπτικά για τις εκλογές άρθρα στον ξένο Τύπο και οι ανάλογες δηλώσεις Ευρωπαίων επισήμων εξαφανίστηκαν. Αλλά και στο εσωτερικό, τα αντιπολιτευόμενα κόμματα μεταστράφηκαν. Ενδεικτική σε αυτές τις περιπτώσεις για να καταλάβει κανείς τη «γραμμή» Βερολίνου και Βρυξελλών, είναι πάντα η στάση του Στ. Θεοδωράκη.

Για πρώτη φορά, λοιπόν, μετά τον Μάιο 2012 και τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις (για τη Βουλή) που έχουν διεξαχθεί από τότε, το σκηνικό θα είναι διαφορετικό. Χωρίς πρωτοσέλιδα σε γερμανικές εφημερίδες γραμμένα στα ελληνικά, χωρίς τρομοκρατία για την επόμενη μέρα αν οι πολίτες ψηφίσουν «λανθασμένα», χωρίς σενάρια καταστροφής. Η πραγματική καταστροφή φυσικά είναι εδώ, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα και δεν αφορά τις τράπεζες, τις αγορές και τα χρηματιστήρια.

Σε αναζήτηση πλειοψηφίας

Ποια είναι, όμως, τα σενάρια της επόμενης μέρας; Αν οι εκλογές προκηρύχθηκαν επειδή απωλέστηκε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στη Βουλή, πώς θα προκύψει μια νέα πλειοψηφία στο τέλος του Σεπτεμβρίου; Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι του Μαξίμου δεν μιλούν εύκολα για αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά και κανείς δεν υποστηρίζει ότι ακόμα και με λίγους βουλευτές πάνω από τους 151, θα μπορούσε αποτελεσματικά να προχωρήσει η διακυβέρνηση και το πρόγραμμα που «τρέχει», ενώ και ο άλλος εταίρος της απερχόμενης συγκυβέρνησης, οι ΑΝΕΛ, φαίνεται πιθανότερο να βρεθεί εκτός Βουλής. Καθόλου παράλογο αφού πολιτογραφήθηκε και ενισχύθηκε σαν «αντιμνημονιακή Δεξιά» αλλά έπαψε πλέον να υπάρχει σαν τέτοια.

Οι εξαγγελίες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν θα συγκυβερνήσει με το «παλιό πολιτικό προσωπικό» είναι ανάλογης αξιοπιστίας με πληθώρα άλλων που πετάχτηκαν πρόσφατα στον κάλαθο των αχρήστων. Ο «διάβολος πίσω από τη λεπτομέρεια», βέβαια ,είναι ότι το «παλιό» θα μπορούσε κάλλιστα να μην περιλαμβάνει το Ποτάμι του Στ. Θεοδωράκη.

Η δεύτερη «λεπτομέρεια» είναι ότι το παλιό πολιτικό προσωπικό κυβερνά ήδη. Αρκεί μια ματιά στο Υπουργικό Συμβούλιο, τις τράπεζες και τους κρατικούς οργανισμούς της απερχόμενης κυβέρνησης. Αν αυτό δεν αρκεί, ας ρίξει κανείς μια δεύτερη ματιά στα πρόσωπα της υπηρεσιακής κυβέρνησης που καθόλου τυχαία και «υπηρεσιακά» δεν συγκροτήθηκε και βρίθει εκπροσώπων ειδικά της καρμανλικής Δεξιάς και του «σημιτικού» ΠΑΣΟΚ… Η σύνθεση δείχνει πολλά για όσα έρχονται.

Σενάρια και δυσκολίες

Πέρα, όμως, από αμφίβολες εξαγγελίες και λεπτομέρειες, δύο σενάρια με πολλές εκδοχές, παραλλαγές και αλληλοεπικαλύψεις αναδεικνύονται για τη Δευτέρα μετά τις εκλογές.

Το πρώτο είναι εκείνο μιας διακυβέρνησης στο πλαίσιο της κεντροαριστερής ανασύστασης. Με κυρίαρχη δύναμη αυτού του υπό διαμόρφωση πόλου, φυσικά τον μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ. Το σενάριο αυτό θα ήταν μάλλον και το πιο επιθυμητό από το επιτελείο του Αλ. Τσίπρα.

Έχει, όμως, μια προϋπόθεση: Να δρομολογηθεί ξανά μια «πόλωση» του σκηνικού ανάμεσα στην νέα Κεντροαριστερά και την Δεξιά-Κεντροδεξιά. Να διεξαχθεί δηλαδή το πολιτικό «παιχνίδι» στον άξονα της αντιπαράθεσης αυτών των δύο πόλων. Προκύπτουν, έτσι, μια σειρά δυσκολίες που δεν είναι εύκολο να ξεπεραστούν.

Η πρώτη είναι ότι τα τεράστια προβλήματα που συσσωρεύονται από τα τρία μνημόνια, αλλά και αυτά που τροφοδοτεί η πρόσφατη διακυβέρνηση, είναι αμφίβολο αν μπορεί να τα διαχειριστεί αυτός ο χώρος. Δηλαδή, η υπό διαμόρφωση Κεντροαριστερά με την ηγεσία του εναπομείναντος ΣΥΡΙΖΑ.

Το δεύτερο εμπόδιο είναι ότι η πόλωση Κεντροαριστεράς-Κεντροδεξιάς δεν θα είχε την έγκριση του ευρωπαϊκού επιτελείου και ειδικά της Γερμανίας που δεν θα ήθελε ένα πολιτικό σκηνικό δρομολογημένο γύρω από έναν τέτοιο διαχωρισμό. Αντίθετα, η πολιτική της Γερμανίας θα επιθυμούσε περισσότερο μια ευρύτερη ευθυγράμμιση στο πολιτικό πεδίο, αποφεύγοντας έτσι να ωθείται «αντικειμενικά» ο ένας από τους δύο πόλους σε αντιπαράθεση με την γερμανική πολιτική.

Η τρίτη δυσκολία σε ένα τέτοιο σενάριο που θα βασίζονταν στη σύμπλευση δυνάμεων όπως το Ποτάμι, το ΠΑΣΟΚ, οι Κουβέλης, Παπανδρέου κ.λπ., είναι οι ενδοοικογενειακές τριβές αυτού του χώρου. Δηλαδή τα κληρονομημένα «πάθη» ανάμεσα κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ και πρόσωπα όπως ο Ευ. Βενιζέλος, ο Στ. Θεοδωράκης κ.λπ., αλλά και όχι μόνο αυτά (βλέπε και τα πρόσφατα επεισόδια στη συνεννόηση του ΠΑΣΟΚ με το ΚΙΔΗΣΟ του ΓΑΠ). Ας πούμε, όμως, ότι αυτά μπορούν πιο εύκολα να ξεπεραστούν, όπως γίνεται και στις καλύτερες οικογένειες.

Ένα τελευταίο εμπόδιο είναι ότι με την Ν.Δ. υπό τον Β. Μεϊμαράκη ευνοείται η στροφή στον λεγόμενο «μεσαίο χώρο» και έτσι, η συγκρότηση της Κεντροαριστεράς δεν μπορεί να περπατήσει με την ευκολία που θα υπήρχε απέναντι σε μια ακροδεξιά εκδοχή τύπου Σαμαρά. Ειδικά όταν αυτή η «καραμανλικής χροιάς» πολιτική επαναφέρει διαρκώς την ανάγκη ευθυγράμμισης και συνεργασίας σε σχήματα εθνικής ενότητας.

Έτσι, λοιπόν, το δεύτερο σενάριο αναδεικνύεται ως πιθανότερο. Η προοπτική δηλαδή ευρύτερων σχημάτων «εθνικής συναίνεσης» με κορμό τα δύο πρώτα κόμματα. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ξορκίζει σήμερα και απορρίπτει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. Μικρή σημασία έχει αφού είναι η ίδια ηγεσία που θεωρεί την πολιτική συνώνυμο του κυνισμού, άρα η προεκλογική σκοπιμότητα επιβάλλει το τι θα λέγεται αυτές τις εβδομάδες.

Πέρα, όμως, από τις διακηρύξεις, προς τα εκεί σπρώχνει τόσο η «αριθμητική» των εκλογών, όσο και οι επιδιώξεις των «δυναμικών παραγόντων» εσωτερικού και εξωτερικού.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από οποιοδήποτε σενάριο. Με δεδομένη τη ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού και την αδυναμία σταθεροποίησης και εξεύρεσης μόνιμων λύσεων.

Δεδομένη φαίνεται και η αδυναμία σήμερα του λαϊκού παράγοντα να εκφραστεί αυθεντικά μέσα από μια διαδικασία εκλογών-εξπρές με συγκεκριμένο πλαίσιο και στόχευση. Θα βρει όμως κι αυτός, αργά ή γρήγορα, το δρόμο να βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις, όπως προσπάθησε να κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό όμως δεν θα γίνει παρά ακηδεμόνευτα και μέσα από ουσιαστικές διαδικασίες, εξάγοντας συμπεράσματα από όσα έχουν συμβεί.

πηγή – Δρόμος της Αριστεράς