Επιμέλεια για την ΕΛ.Λ.Α.Σ. : Ν.Κ & Οnario

Συνεχίζουμε σήμερα  τον 6ο κύκλο μαθημάτων με το 16ο μάθημα  από το βιβλίο του Ουρουγουανού συγγραφέα και φιλοσόφου Εντουάρντο Γκαλεάνο, «Ένας κόσμος ανάποδα» (πατήστε εδώ για να δείτε όλες τα μαθήματα) που κυκλοφορεί  από τις ‘Εκδόσεις Πιρόγα’ σε μετάφραση της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥEduardo Galeano “Patas arriba” 1998. Oι παρουσίασεις αυτές αντιστοιχούν σε 17 μαθήματα ενταγμένα σε 6 κύκλους.

6ος Κύκλος  –  Tο Αντί-σχολείο

Σελίδες 345 – 352,  Μάθημα 16ο, Β μέρος : Προδοσίες και υποσχέσεις στο τέλος της χιλιετίας


 

Ένας νέος Αμερικανός ανθρωπολόγος, ο Ντένις Ρότζερς, κατάφερε να χωθεί σαν μέλος σε μια από τις συμμορίες που τρομοκρατούν τις συνοικίες της Μανάγκουας. Ο ανθρωπολόγος διαπίστωσε ότι οι συμμορίες είναι η βίαιη απάντηση των νέων σε μια κοινωνία που τους περιθωριοποιεί και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βία δεν ευδοκιμεί απλά και μόνο επειδή οι νέοι έχουν να αντιμετωπίσουν μια ανελέητη φτώχεια και δεν έχουν ούτε την παραμικρή πιθανότητα να βρουν ποτέ δουλειά ή να σπουδάσουν, αλλά και επειδή αναζητούν απελπισμένα μια ταυτότητα. Στα χρόνια του εβδομήντα και του ογδόντα, χρόνια εξεγέρσεων και πολέμων, οι νέοι ταυτίζονταν με τη χώρα τους, με εκείνη την αποικία που ήθελε να γίνει πατρίδα. Οι νέοι όμως της δεκαετίας του ενενήντα έμειναν χωρίς είδωλα. Τώρα υπερασπίζονται τη συνοικία τους ή κάποιο δρόμο της συνοικίας τους και παλεύουν μέχρι θανάτου με συμμορίες από εχθρικές συνοικίες ή εχθρικούς δρόμους. Υπερασπίζοντας το χώρο τους, και φτιάχνοντας συμμορίες για να παλεύουν ή να κλέβουν, αισθάνονται λιγότερο μόνοι και λιγότερο φτωχοί μέσα στην εξατομικευμένη και φτωχή κοινωνία τους. Μοιράζονται μεταξύ τους ό,τι κλέβουν και τα λάφυρα από τα χτυπήματα τους τα μετατρέπουν σε κόλλα, μαριχουάνα, σφινάκια, σφαίρες, στιλέτα, παπούτσια Νike και κασκέτα του μπέιζμπολ.

Διάβασα στους τοίχους των πόλεων

Γουστάρω τόσο πολύ τη νύχτα που θα έβαζα στη μέρα τέντα.

Εντάξει, το τζιτζίκι δε δουλεύει. Αλλά και το μυρμήγκι δεν μπορεί να τραγουδήσει.

Η γιαγιά μου είπε όχι στα ναρκωτικά. Και πέθανε.

Η ζωή είναι μια αρρώστια που θεραπεύεται μόνη της.

Αυτό το εργοστάσιο καπνίζει πουλιά.

Ο πατέρας μου λέει ψέματα σαν να ήταν πολιτικός.

Φτάνουν πια οι πράξεις! Θέλουμε υποσχέσεις!

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Όταν μας έφερναν στον κόσμο δε μας ρώτησαν, απαι¬τούμε όμως να μας ρωτήσουν τώρα που ζούμε σ’ αυτόν.

Υπάρχει μια χώρα ξεχωριστή, κάπου.

Αλλά και στους δρόμους της Κούβας, από τότε που κατέρρευσαν οι σύμμαχοι της Ανατολικής Ευρώπης και το δολάριο μετατράπηκε στο κυρίαρχο νόμισμα του νησιού, η βία αυξήθηκε και ευδοκιμεί η πορνεία. Επί σαράντα χρόνια, όλη η αμερικανική ήπειρος αντιμετώπιζε την Κούβα σαν λεπρό επειδή είχε διαπράξει το αδίκημα να δημιουργήσει την πιο αλληλεγγύη και δίκαιη κοινωνία της περιοχής. Τα τελευταία χρόνια αυτή η κοινωνία έχασε, σε μεγάλο βαθμό, την υλική βάση στήριξης της: η οικονομία πληγώθηκε, η εισβολή του τουρισμού διατάραξε την καθημερινή ζωή του κόσμου, η εργασία έχασε την αξία της και οι χθεσινοί προδότες μετατράπηκαν σε σημερινούς δόλαρο-δότες. Σε πείσμα όλων αυτών των δυσκολιών, ορισμένες κατακτήσεις της επανάστασης, που τις αναγνωρίζουν μέχρι και οι πιο φανατικοί εχθροί της, αντέχουν ακόμα, ιδιαίτερα στο χώρο της εκπαίδευσης και της υγείας: η παιδική θνησιμότητα, για παράδειγμα, έχει μειωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε σε ολόκληρη την Κούβα πεθαίνουν, κατ’ αναλογία, τα μισά παιδιά από όσα πεθαίνουν στην πόλη της Ουάσιγκτον.

Και ο Φιντέλ Κάστρο παραμένει ο μοναδικός κυβερνήτης χώρας που τα λέει έξω από τα δόντια στους δυνάστες του κόσμου και ο οποίος επιμένει, πολύ φορτικά, ότι οι καταδυναστευόμενοι πρέπει να είναι ενωμένοι. Όπως μου έλεγε ένας φίλος που γύρισε πρόσφατα από το νησί:

— Τους λείπουν τα πάντα. Αλλά η αξιοπρέπεια περισσεύει-να φάνε και οι κότες.
Η κρίση στην Κούβα όμως και η τραγική μοναξιά της αποκάλυψαν τα όρια της απολυτότητας της εξουσίας, η οποία εξακολουθεί να έχει την κακή συνήθεια να πιστεύει ότι τα γεγονότα δεν υπάρχουν αν δε τα αναφέρει ο επίσημος Τύπος.

Οι εννέα πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών που διαδοχικά, ο ένας μετά τον άλλο, καταδίκαζαν με στεντόρεια φωνή την έλλειψη δημοκρατίας στην Κούβα, δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να καταγγέλλουν τις συνέπειες των δικών τους πράξεων. Εξαιτίας της αέναης επιθετικότητας των Ηνωμένων Πολιτειών, και του μακρόχρονου και αδιάλλακτου εμπάργκο τους, η κουβανέζικη επανάσταση στρατιωτικοποιήθηκε και κατέληξε να υιοθετήσει ένα μοντέλο εξουσίας που δεν ήταν στις αρχικές της προθέσεις. Η παντοδυναμία του κράτους ξεκίνησε ως απάντηση στην παντοδυναμία της αγοράς και κατέληξε σε γραφειοκρατική ανικανότητα.

Η άλλη παγκοσμιοποίηση

Η πολυμερής συμφωνία για τις επενδύσεις, οι νέοι κανονισμοί για την απελευθέρωση της κυκλοφορίας του χρήματος ανά τον κόσμο, επρόκειτο να υπογραφεί στις αρχές του 1998. Οι πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν κάνει μυστικά όλες τις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία και επρόκειτο να την επιβάλουν στις υπόλοιπες χώρες και στις λίγες αποικίες που τους απέμεναν.

Εντούτοις η κοινωνία των πολιτών έσπασε τη μυστικότητα. Μέσα από το δίκτυο Ιnternet κάποιοι εναλλακτικοί οργανισμοί μπόρεσαν να κρούσουν γρήγορα τον κώδωνα κινδύνου σε παγκόσμια κλίμακα και να ασκήσουν αποτελεσματική πίεση στις κυβερνήσεις. Η συμφωνία πέθανε στα σπάργανα.

Η επανάσταση ήθελε να πολλαπλασιάζεται μετασχηματιζόμενη και γέννησε μια γραφειοκρατία που αναπαράγεται και επαναλαμβάνεται. Σ’ αυτό το στάδιο το εσωτερικό εμπάργκο, το εμπάργκο του αυταρχισμού φθείρει τη δημιουργική ενέργεια, που ενυπάρχει σε κάθε επανάσταση, εξίσου με το ιμπεριαλιστικό εμπάργκο των ξένων χωρών. Οι περισσότεροι πολίτες παύουν να έχουν γνώμη επειδή ποτέ δεν την εκφράζουν. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που δε φοβούνται να μιλήσουν και έχουν την ανάγκη να το κάνουν. Λόγω του δικού τους θάρρους η Κούβα παραμένει ζωντανή και ενοχλητική: οι πολίτες αυτοί αποδεικνύουν ότι οι αντιξοότητες είναι ο σφυγμός της ιστορίας, όσο κι αν κάποιοι τις θεωρούν δεινά βασανιστήρια ή εμπόδια της ζωής στα σχέδιά τους.

Η ύπαρξη, για μεγάλο χρονικό διάστημα μες στον εικοστό αιώνα, του ανατολικού μπλοκ, του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, ενθάρρυνε ορισμένες χώρες, που ήθελαν να ξεφύγουν από την παγίδα του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, να ζητήσουν την ανεξαρτησία τους. Τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης όμως ήταν πολύ καθεστώς και καθόλου σοσιαλισμός. ‘Οταν έγινε η κατάρρευση κληθήκαμε όλοι να παραστούμε στην κηδεία του σοσιαλισμού. Λάθος θανόντα έθαβαν οι νεκροθάφτες.

Αυτός ο υποτιθέμενος σοσιαλισμός θυσίαζε την ελευθερία στο όνομα της δικαιοσύνης. Αποκαλυπτική συμμετρία: ο καπιταλισμός θυσιάζει καθημερινά τη δικαιοσύνη στο όνομα της ελευθερίας. Γιατί πρέπει άραγε υποχρεωτικά να προσκυνήσουμε έναν από τους δύο αυτούς βωμούς; Όσοι πιστεύουμε ότι η αδικία δεν είναι η αναπόφευκτη μοίρα μας, δεν έχουμε κανένα λόγο να ταυτιζόμαστε με το δεσποτισμό μιας μειοψηφίας που καταπατούσε την ελευθερία, δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν, χρησιμοποιούσε το λαό σαν ανήλικο παιδί και μπέρδευε την ενότητα με την ομοιομορφία και τη διαφορετικότητα με την προδοσία. Αυτή η απολιθωμένη εξουσία δεν είχε καμία σχέση με τον κόσμο. Ίσως έτσι να εξηγείται η ευκολία με την οποία κατέρρευσε, χωρίς πίκρα, χωρίς πανηγυρισμούς από κανέναν, αλλά και η ταχύτητα με την οποία επεβλήθη η νέα εξουσία με τα ίδια πρόσωπα: οι γραφειοκράτες, με ένα ακροβατικό άλμα, μετατράπηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε επιτυχημένους επιχειρηματίες και σε μαφιόζους νονούς. Σήμερα στη Μόσχα ο αριθμός των καζίνων είναι διπλάσιος από ό,τι στο Λας Βέγκας ενώ οι μισθοί έχουν πέσει στο μισό και στους δρόμους η εγκληματικότητα πολλαπλασιάζεται σαν τα μανιτάρια μετά τη βροχή.

Λατινοαμερικάνοι

Λένε ότι χάσαμε το ραντεβού μας με την Ιστορία και ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε πως καθυστερούμε σε όλα τα ραντεβού.

Και ότι δεν μπορέσαμε να πάρουμε στα χέρια μας την εξουσία• η αλήθεια είναι πως καμιά φορά χανόμαστε στο δρόμο ή παίρνουμε λάθος κατεύθυνση κι ύστερα αρχίζουμε μια ολόκληρη συζήτηση πάνω στο θέμα.

Εμείς οι Λατινοαμερικάνοι θεωρούμαστε ξακουστοί τσαρλατάνοι, αλήτες, ρέμπελοι, φιλήδονοι και γλεντζέδες, και κάπως έτσι θα είναι. Ο νόμος της αγοράς μας έμαθε πως ό,τι δεν έχει τιμή δεν έχει και αξία και γνωρίζουμε ότι η τρέχουσα τιμή μας δεν είναι πολύ υψηλή. Χωρίς αμφιβολία η ευαίσθητη όσφρηση μας στις εμπορικές συναλλαγές μας έχει οδηγήσει να πληρώνουμε για να πουλάμε και να αγοράζουμε όλους τους καθρέφτες που θα μπορούσαν να προδώσουν το πραγματικό μας πρόσωπο.

Περάσαμε δεκαπέντε χρόνια μαθαίνοντας να μισούμε ο ένας τον άλλο και να δουλεύουμε ψυχή τε και σώματι για την αυτοκαταστροφή μας, αυτοί είμαστε• ακόμα όμως δεν έχουμε μπορέσει να διορθώσουμε αυτή τη μανία μας να ονειρευόμαστε ξύπνιοι και να τα βάζουμε με όλους και με όλα, ούτε την τάση που έχουμε να πιστεύουμε σε μια θαυματουργή ανάσταση.

Στα χρόνια μας υπάρχει μια τραγική και ενδεχομένως ωφέλιμη κρίση των βεβαιοτήτων. Κρίση για όσους πίστεψαν στα καθεστώτα που έλεγαν ότι είναι για όλους• ήταν για λίγους και κατέληξαν να μην είναι για κανέναν κρίση για όσους πίστεψαν στις μαγικές συνταγές της ένοπλης πάλης, κρίση για όσους πίστεψαν στην εκλογική οδό, στα κόμματα, που από τα φλογερά λόγια πέρασαν στους χαμηλούς τόνους, στα κόμματα που στην αρχή υπόσχονταν να χτυπήσουν το σύστημα και στο τέλος γίνονταν διαχειριστές του. Πολλοί μετάνιωσαν που πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να κατακτήσουν τον παράδεισο και πολλοί προσπαθούν με πάθος να σβήσουν τα χνάρια τους και παραιτούνται από την ελπίδα, θαρρείς και η ελπίδα είναι ένα κουρασμένο παλιάλογο.

Οι χωρίς- γη

Ο Σεμπαστιάου Σαλγκάντο τις φωτογράφισε, ο Τσίκο Μπουάρκε τις τραγούδησε και ο Ζοζέ Σαραμάγκου έγραψε γι’ αυτές: πέντε εκατομμύρια οικογένειες αγροτών-χωρίς-γη περιφέρονται στις αχανείς έρημους της Βραζιλίας, «περιπλανώμενες ανάμεσα στο όνειρο και την απελπισία».

Πολλοί απ’ αυτούς έχουν οργανωθεί στο Κίνημα των χωρίς-γη. Από τους αυτοσχέδιους καταυλισμούς, δίπλα στις εθνικές οδούς, ξεχύνονται ποταμοί ανθρώπων που μέσα στη νύχτα προχωρούν, σιωπηλά, προς τα άδεια τσιφλίκια. Σπάνε το λουκέτο, ανοίγουν την πόρτα του φράκτη, μπαίνουν. Μερικές φορές τους υποδέχονται με πυροβολισμούς οι πιστολέρος ή οι στρατιώτες, οι μόνοι που δουλεύουν σ’ αυτή την αδούλευτη γη.

Το Κίνημα των χωρίς-γη είναι ένοχο: όχι μόνο δε σέβεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας των χαραμοφάηδων αλλά, επιπλέον, το άκρον άωτον της αναίδειας, δε σέβεται ούτε καν τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας τους: οι χωρίς-γη καλλιεργούν τη γη που κατακτούν, παρότι η Παγκόσμια Τράπεζα προστάζει τις χώρες του Νότου να μην παράγουν την τροφή τους και να είναι υποτελείς ζητιάνοι της διεθνούς αγοράς.

Τέλος του αιώνα, τέλος της χιλιετίας: να ‘ναι άραγε και το τέλος του κόσμου; Πόσος αέρας μη δηλητηριασμένος μας απομένει ακόμα; Πόση γη μη ερημωμένη, πόσα νερά ακόμα ζωντανά; Πόσες ψυχές όχι άρρωστες; Στην εβραϊκή της εκδοχή η λέξη άρρωστος σημαίνει «χωρίς προοπτική», κι αυτή είναι η πιο σοβαρή αρρώστια απ’ όλες τις πανούκλες της εποχής μας. Κάποιος περαστικός όμως, ένας άγνωστος, έγραψε σε έναν τοίχο της Μπογκοτά: Ας αφήσουμε τον πεσιμισμό για καλύτερες μέρες.

Οι Ζαπατίστας

Η ομίχλη είναι το προκάλυμμα που χρησιμοποιεί η ζούγκλα. Εκεί κρύβει τα κυνηγημένα παιδιά της. Από την ομίχλη βγαίνουν και στην ομίχλη επιστρέφουν: οι Ινδιάνοι της Τσιάπας, με τα μεγαλοπρεπή ρούχα τους, περπατούν ανάλαφρα, σιωπούν ή μιλούν με σιωπηλό τρόπο. Αυτοί οι πρίγκιπες, οι καταδικασμένοι στην υποτέλεια, από πρώτοι έγιναν έσχατοι. Εξόριστοι από τη γη τους και την Ιστορία, βρήκαν καταφύγιο στην ομίχλη, στο μυστήριο. Και βγήκαν από εκεί καλυμμένοι πίσω από μάσκες, για να ρίξουν τις μάσκες της εξουσίας που τους ταπεινώνει.

Στην καστιλιάνικη γλώσσα, όταν καμιά φορά τυχαίνει να θέλουμε να πούμε ότι έχουμε ελπίδες, λέμε: τρέφουμε ελπίδες. Όμορφη έκφραση, όμορφη πρόκληση: την ελπίδα την τρέφουμε, την προστατεύουμε για να μη μας πεθάνει από το κρύο, έρμαιο των μαινόμενων στοιχείων της φύσης, στις μέρες που ζούμε. Σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσκόπηση, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δεκαεπτά χώρες της Λατινικής Αμερικής, τρεις στους τέσσερις ανθρώπους λένε ότι η κατάσταση τους είναι στάσιμη ή χειροτερεύει. Μήπως πρέπει να συμφιλιωθούμε με την κακοτυχία όπως έχουμε συμφιλιωθεί με το χειμώνα ή το θάνατο; Τώρα πια ήρθε η ώρα, εμείς οι Λατινοαμερικάνοι, να αναρωτηθούμε αν θα πάψουμε να δεχόμαστε μοιρολατρικά τη ζωή και να είμαστε μια απλή καρικατούρα του Βορρά. Τι θέλουμε να είμαστε άραγε; Ένας καθρέφτης που αναπαράγει την αρχική εικόνα με παραμορφώσεις; Μια κοινωνία τού ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι όποιος δεν μπορεί να σωθεί ας πεθάνει; Πλήθη αποτυχημένων, σε ένα δρόμο ταχύτητας που πετάει έξω τους περισσότερους ανθρώπους; Ένα έγκλημα που μετατράπηκε σε σφαγή, μια αστική υστερία που ανυψώθηκε στην απόλυτη τρέλα; Δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε, τίποτε να ζήσουμε;

galeano_352

Ευτυχώς κανείς δε λέει πια ότι η Ιστορία είναι αλάθητη. Γνωρίζουμε καλά ότι η Ιστορία σφάλλει, αφαιρείται, κοιμάται, χάνεται. Την Ιστορία τη φτιάχνουμε εμείς κι εκείνη μας μοιάζει. Αλλά είναι κι αυτή, όπως κι εμείς, απρόβλεπτη. Η ανθρώπινη ιστορία είναι σαν το ποδόσφαιρο: το καλύτερο στοιχείο της είναι ότι μπορεί να κάνει την έκπληξη.

Πέρα από κάθε πρόγνωση, πέρα από κάθε βεβαιότητα, ορισμένες φορές ο μικρούλης Δαβίδ ταράζει συθέμελα τον αήττητο Γολιάθ.

Στο στημόνι της πραγματικότητας, όσο εφιαλτική κι αν είναι, γεννιούνται νέα υφάσματα, φτιαγμένα από νήματα με πολλά και διαφορετικά χρώματα. Τα εναλλακτικά κοινωνικά κινήματα δεν εκφράζονται μόνο μέσα από τα κόμματα και τα συνδικάτα: δεν τα αποκλείουν αλλά ούτε περιορίζονται σ’ αυτά.

Η διαδικασία δεν έχει τίποτα το θεαματικό, και συμβαίνει κυρίως σε τοπικό επίπεδο, αλλά σε όλα τα μέρη του κόσμου αναδύονται μύριες νέες δυνάμεις.

Advertisements